Πέμπτη, Οκτωβρίου 29, 2026

Οι λαοί λένε την τελευταία λέξη

Από τη Βραζιλία μέχρι τη Σερβία αποδεικνύεται ότι την κρίσιμη στιγμή οι κοινωνίες αποφασίζουν 


Εάν κανείς παρακολουθήσει τη δημόσια συζήτηση στη χώρα θα παρατηρήσει ότι το βασικό άγχος πολλών δημοσιολογούντων είναι με ποιον τρόπο θα εξασφαλιστεί η συνέχιση της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, ακόμη και όταν είναι παραπάνω από σαφές ότι έχει χάσει εδώ και καιρό την ουσιαστική νομιμοποίηση μέσα στην κοινωνία και ότι εάν γίνονταν εκλογές αυτή τη στιγμή, θα έπαιρνε ένα ποσοστό που θα σήμαινε ότι έχει χάσει και την τυπική νομιμοποίηση. 

Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένοι έχουν αρχίσει να υποστηρίζουν στα σοβαρά ότι αφού ο Μητσοτάκης είναι η μόνη πραγματική «πρόταση διακυβέρνησης», τότε θα πρέπει να κυβερνήσει ακόμη και εάν στις εκλογές πάρει 30%, δηλαδή ένα ποσοστό που απέχει από οποιαδήποτε έννοια κυβέρνησης με αυτοδυναμία. 

Όλο αυτό έχει να κάνει με τις νοοτροπίες ανθρώπων που έχουν κολλήσει σε ιδεολογίες (και συμφέροντα) που αναδύθηκαν στη δεκαετία του 1990, οδήγησαν τη χώρα στην υπερχρέωση στο τέλος της δεκαετίας του 2000 και στην περίοδο της κρίσης αντιμετώπισαν με κυνισμό και περιφρόνηση τους ανθρώπους που κατέβηκαν στο δρόμο για να εκφράσουν την αγανάκτησή τους και με ξεχωριστή εχθροπάθεια – ενίοτε με μεγαλύτερο μένος και από τους εκπροσώπους της Τρόικας – τις πολιτικές δυνάμεις που υποστήριξαν ότι τα Μνημόνια φέρνουν την πολιτική και κοινωνική καταστροφή. 

Ανθρώπων που και σήμερα ακόμη όταν γράφουν ή σχολιάζουν στην τηλεόραση δεν απέχουν πολύ από το «ας φάνε παντεσπάνι» όταν το ζήτημα είναι η κρίση κόστους ζωής και που θεωρούν εκ προοιμίου αποτυχημένη οποιαδήποτε διεκδίκηση ενός διαφορετικού δρόμου για τη χώρα. 

Ανθρώπων που απλώς μας θυμίζουν πόσο αντιδημοκρατική και τελικά αριστοκρατική ιδεολογία είναι αυτή του «Ακραίου Κέντρου» και πόσο έτοιμη να νομιμοποιήσει την περιφρόνηση της πραγματικής λαϊκής βούλησης. 

Όμως, ό,τι και να κάνουν υπάρχει ένα όριο. Και αυτό τίθεται όταν εκφράζεται όντως η λαϊκή βούληση. Γιατί ένα πράγμα που ξεχνάνε είναι ότι κάποιες στιγμές έρχεται η ώρα και ο λαός δείχνει τι πραγματικά πιστεύει. Και όταν το κάνει, τότε κανένας σχεδιασμός και καμία «μηντιακή καμπάνια» δεν μπορεί να αντέξει. 

Γι’ αυτό και ήταν πραγματικά ελπιδοφόρα τα μηνύματα από τις εκλογές που έγιναν σε δύο διαφορετικά μέρη του κόσμου, σε δύο χώρες με διαφορετικό μέγεθος και με πολύ διαφορετικές ιστορίες: τη Βραζιλία και τη Σερβία. Όμως, αυτό που τις ενώνει είναι το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις την τελευταία λέξη την είχαν οι λαοί. 

Στη Βραζιλία τα λαϊκά στρώματα βρέθηκαν αντιμέτωπα με το ενδεχόμενο να επιστρέψει στην εξουσία μια αυταρχική ακροδεξιά που υποστήριζε την αναίρεση των όποιων κατακτήσεων εξασφαλίστηκαν από τις κυβερνήσεις του Λούλα. Και κατάφεραν, κόντρα στα προγνωστικά να τον επανεκλέξουν. 

Στη Σερβία μια παρατεταμένη λαϊκή κινητοποίηση για τα δικά τους «Τέμπη» οδήγησε σε μια διαδικασία «από τα κάτω» που κατάφερε να δώσει διέξοδο στην ανάγκη της σερβικής κοινωνίας για αλλαγή από μια διακυβέρνηση που είχε καταλήξει να είναι καθεστώς. 

Και στις δύο περιπτώσεις αυτό που έκανε τη διαφορά ήταν η λαϊκή κινητοποίηση, η ενεργοποίηση της κοινωνίας και η προσπάθεια για αυξημένη συμμετοχή στις εκλογές. Και έχει ιδιαίτερη σημασία ότι και στις δύο περιπτώσεις η συμμετοχή στις εκλογές ήταν αυξημένη. Στη Βραζιλία στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, η συμμετοχή αυξήθηκε και ξεπέρασε το 80% και στη Σερβία υπήρξε μια εντυπωσιακή αύξηση της συμμετοχής κατά 10%. Είναι σαφές ότι και στις δύο περιπτώσεις η αύξηση της συμμετοχής συνέβαλε και αυτή στο τελικό αποτέλεσμα. 

Όλα αυτά δεν πρέπει να τα θεωρούμε μακρινά. Γιατί και στη χώρα μας αυτό που στην πραγματικότητα τίθεται είναι ένα μεγάλο δίλημμα: εάν διατηρηθεί το σημερινό καθεστώς ή όχι, εάν η χώρα θα παραμείνει μέσα σε αυτή τη συνθήκη βαθιάς κοινωνικής κρίσης, εάν θα αποκατασταθεί η ίδια η λειτουργία της δημοκρατίας. 

Η κυβέρνηση είναι σαφές ότι ποντάρει στη μειωμένη συμμετοχή και συνολικότερα σε μια κοινωνία παθητική και αποπροσανατολισμένη. Σε μια τέτοια περίπτωση η κοινωνική μειοψηφία που αυτή τη στιγμή συσπειρώνεται γύρω της και αποτελεί τον σκληρό πυρήνα της εκλογικής της βάσης θα της δώσει τον «αέρα» ότι είναι η μόνη ισχυρή πολιτική δύναμη και σε αυτή τη βάση θα εκβιάσει διάφορους «προθύμους» να τη στηρίξουν, ώστε να αποφευχθεί το «χάος». 

Όμως, αυτό το «σενάριο» δεν είναι καθόλου δεδομένο. Γιατί μπορεί τα πράγματα να εξελιχτούν διαφορετικά. Η κοινωνία να κινητοποιηθεί ακριβώς επειδή οι εκλογές θα κρίνουν το μέλλον της χώρας. Η συμμετοχή στις εκλογές να αυξηθεί. Να προσέλθουν να ψηφίσουν αυτοί που μέχρι τώρα δεν πιστεύουν ότι οι εκλογές μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα, αυτοί που συνήθως δεν συμμετέχουν. 

Και τότε τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας θα είναι, εκ των πραγμάτων πολύ μικρότερα. Και το αφήγημα που θέλει τον Κυριάκο Μητσοτάκη να είναι η μόνη πραγματική λύση διακυβέρνησης θα έχει καταρρεύσει και αντιθέτως θα έχει φανεί ότι στα μάτια της κοινωνίας είναι μια κυβέρνηση ανεπιθύμητη.

Μόνο που για να υπάρξει η αύξηση της συμμετοχής και η μαζική κινητοποίηση της κοινωνίας χρειάζεται με πολύ πιο συστηματικό, σοβαρό και μαχητικό τρόπο, να υπάρξει εκείνη η πολιτική πρόταση για το αύριο, που να μπορεί να εμπνεύσει την κοινωνία, να την κάνει να πιστέψει ότι υπάρχει πραγματικά εναλλακτική. Και τότε το τοπίο θα είναι διαφορετικό και όλοι αυτοί που πιστεύουν ότι μπορούν να υπαγορεύουν στην κοινωνία τις δικές τους εμμονές ως εθνικό συμφέρον, θα πάρουν επιτέλους την «τιμητική αποστρατεία» τους. 


Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More