Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Νοεμβρίου 07, 2020

Γ. Μπαμπινιώτης: Τροφοδιανομές


 

«Μάς … take away και μάς σήκωσε με τον κορωνοϊό να καλπάζει και να οδηγούμαστε όλο και περισσότερο ως διατροφική διέξοδο σε… delivery, ενώ συγχρόνως βομβαρδιζόμαστε καθημερινά από lockdown, γενικό ή mini lockdown.

Έλεος (ή «ήμαρτον» που λένε κάποιοι)! Κι εγώ («στον κόσμο μου», εννοώ … τον γλωσσολογικό) μέσα στην πανδημιακή αντάρα να παρακινώ (… «τέτοια ώρα τέτοια λόγια») τους εναπομείναντες γλωσσικά ευαίσθητους να θρηνολογούμε τουλάχιστον Ελληνικά! Αυτό κι αν είναι «γλωσσική αποκοτιά» εκ μέρους μου…»

Αυτά έγραψε ο εθνικός μας γλωσσολόγος Γ. Μπαμπινιώτης στο… ΦΒ- όπως το λέει. Και τι προτείνει ο Δάσκαλος; Απαγορευτικό για το λοκ-ντάουν, τροφοδιανομή για το delivery, για το σπίτι για το take away ή «κατ΄οίκον» -«όπως λέγαμε εμείς οι παλιότεροι».

Αλλ’ αντ’ άλλων δηλαδή, αρκεί να είναι «ελληνικά» κι ας είναι λάθος στη μετάφραση.Τι θα πει απαγορευτικό, τι θα πει τροφοδιανομή και πολύ περισσότερο «για το σπίτι» ή έστω «κατ΄οίκον» -όταν αυτό που παίρνεις και φεύγεις -μπορεί να το καταναλώσεις και στο πάρκο ή τον δρόμο;

Βγαίνει κανένα νόημα από την φράση η κυβέρνηση ανακοίνωσε απαγορευτικό ή το delivery αφορά μόνο τροφές -ούτε καν φαγητό σαν κι αυτό που διανέμουν οι….τροφοδιανομείς, γνωστοί από καιρό πια ως «ντελιβεράδες»;

Να μιλήσουμε τα «ελληνικά» του Μπαμπινιώτη, αλλά θα συνεννοηθούμε; Ή «δεν έχει σημασία τι διδάσκεις, αρκεί να μην αρέσει στα παιδιά» που έλεγε και ένας άλλος δάσκαλος, ο Νιλ που δημιούργησε το Σάμερχιλ (ίσως και το ελεύθερο σχολείο Καλοκαιρινός Λόφος)!

» Για να προτείνεις όμως τις λέξεις που θα αντικαταστήσουν τις αγγλικές, δεν αρκεί να ξέρεις μόνο καλά Ελληνικά, αλλά και λίγα αγγλικούλια και όχι μόνο αυτό. Να γνωρίζεις και την ενέργεια την οποία περιγράφουν οι λέξεις.Το take away ειδικά δεν μεταφράζεται ως «στο σπίτι» πόσο μάλλον ως «κατ’ οίκον» «όπως λέγαμε οι παλιότεροι» γράφει ο μάλλον «γλωσσικά αναίσθητος» Δημήτρης Σούλτας στο ΦΒ ή Facebook.  

«Το take away ειδικά δεν μεταφράζεται ως «στο σπίτι» πόσο μάλλον ως «κατ’ οίκον» «όπως λέγαμε οι παλιότεροι». Δεν περιγράφει το πού καταναλώνεις αυτό που αγοράζεις, αλλά την ενέργεια όταν αγοράζεις το προϊόν, τουτέστιν ότι το παίρνεις και φεύγεις. Μπορεί να το φας ή να το πιείς στο δρόμο, σε παγκάκι, στο σπίτι, σε ταράτσα ή κάνοντας κατακόρυφο. Ενδεχομένως το «στο χέρι» ή το «φαγητό σε πακέτο» να περιέγραφε λίγο καλύτερα το «take away», αλλά τα σπίτια και οι οίκοι που προτείνει ο καθηγητής είναι ό,τι θυμάμαι, χαίρομαι. Με όλο το σεβασμό, μεταξεταστέος στα Αγγλικά, κύριε καθηγητά».

Πολύ σωστά, αλλά έτσι την καταστρέφετε την γλώσσα, νεαρέ μου!  «Να θρηνολογούμε τουλάχιστον Ελληνικά!» όπως λέει και ο Καθηγητής Γλωσσολογίας και πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών -και πρώην υπουργός Παιδείας.

 



Δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται μια προσπάθεια να σωθεί η γλώσσα από ξένες λέξεις -που αποτελούν εν προκειμένω τον ιό που θα την θανατώσει. Πολύ συχνά ως γιατροί επεμβαίνουν οι γλωσσαμύντορες -που βλέπουν στις λέξεις την επιβουλή κατά του έθνους.

Η Ακαδημία Αθηνών π.χ. το 1988 έδωσε την δική της απάντηση μέσω του Γραφείου επιστημονικών όρων και νεολογισμών που εξέδωσε δελτίο με κατευθύνσεις. Δεν πρέπει να λέμε αερόμπικ αλλά αεροβίωση. Όχι άιρμπας αλλά … αερολεωφορείο.

Το αμορτισέρ είναι ο μειωτής κραδασμών. Η Γιουροβίζιον ευρωτηλεόραση. Το γκαράζ αμαξοστάσιο. Το γουιντσέρφιγκ ανεμήλατο, ανεμηλασία και ανεμηλατικός αγώνας. Το γκισέ θυρίδα. Το γουότερ πόλο υδατοσφαίριση. Το γουίκ έντ είναι το Σαββατοκύριακο. Ο αυτισμός εαυτισμός.  Και  όσο για το γκαζόν είναι η ξεχασμένη χλόη! (Δελτίο Επιστημονικής Ορολογίας και Νεολογισμών Ακαδημίας Αθηνών 1988).

 Ας πάμε λοιπόν στο …αμαξοστάσιο να μας ελέγξει τον μειωτή κραδασμών το παιδί του συνεργείου κι ας ζητήσουμε στο φαρμακείο βιοθεραπευτικό. Ας πούμε στον ντελιβερά επιτέλους «Καλώς ήλθες, κατ΄οίκον, ώ Τροφοδιανομέα!»

Μην τρώτε ποπ κορν, αλλά άλφιτα. Γοργείσθε, μη σπιντάρετε! Μην λέτε ντους, αλλά… καταιονισμό, Σπινθηροδότη αντί για μπουζί, αρνησικυρία αντί βέτο, κλείθρον αντί φερμουάρ, αυτεπίστροφον αντί μπούμεραγκ (Δες και Γ. Καλιόρη – O Γλωσσικός Αφελληνισμός).

Το 1983 ο Α. Σ. Βλάχος προσπάθησε από την Καθημερινή να εξελληνίσει τετρακόσιες λέξεις κάνοντας την πρίζα ρευματοδότη, τον ζελέ πήχτωμα, το καρμπόν αντιγραφόχαρτο, το ριγκ πυκτείον, την μπαγκέτα ρυθμόβεργα και τον σκόρερ τερματία.

Δεν θα λέμε πια ντεραπάρω, αλλά παραγλιστρώ. Θα πηγαίνουμε για χειροκομία όχι για μανικιούρ. Και θα πετάμε στους γάμους αντί για μπουμπουνιέρες κουφετοδόχες.

Δεν θα μιλάμε -όπως προτείνει ο κ. Μπαμπινιώτης- για λοκ-ντάουν, αλλά για απαγορευτικό, δεν θα λέμε delivery, αλλά τροφοδιανομή. Δεν θα λέμε take away -όπως είπε σήμερα ο Χαρδαλιάς- αλλά «για το σπίτι».

Πιθανόν -αν ακούσουμε τους καθηγητές- να αρχίσουμε να κλείνουμε τα παράθυρα με φερμουάρ -δηλαδή κλείστρα, να παίρνουμε αερολεωφορεία και να πηγαίνουμε στην λαϊκή με μπασκέτες -αντί για καλάθια.

Δε φταίνε οι λέξεις για την εθνική παρακμή. Η απαλλαγή από την μανία καταδίωξης του ανάδελφου έθνους- μπορεί να οδηγήσει την γλώσσα μας στη ζωή σε ένα νέο γλωσσικό σύμπαν. Μπορεί να την ενδυναμώσει με νέες λέξεις που φέρνει η ζωή. Μπορεί να της δώσει την δυνατότητα να βρει τα νέα της επιφωνήματα, τα νέα της σημεία, τη νέα της διάσταση σαν μία γλώσσα με παρελθόν, αλλά και μέλλον.

Η γλώσσα δεν μολύνεται, ούτε κινδυνεύει από ξένες λέξεις, αλλά από την αδυναμία της να της ενσωματώσει και να δημιουργήσει με αυτές νόημα -πέρα από εργαστήρια των γλωσσαμυντόρων που ως χειρουργοί παράγουν λέξεις τέρατα που βγάζουν γέλιο.

Αχ καλέ μου, κύριε καθηγητά, δεν θα γίνει ποτέ το φαστ φουντ …ταχυφαγείο. Το αμορτισέρ δεν είναι ο μειωτής κραδασμών. Ούτε το μπλου τζιν κυανούς περισκελίς. Αν και το «μολών λαβέ» ταιριάζει πολύ στο take away.

Όταν έχει απαγορευτικό και θέλετε, λοιπόν, τροφή για το σπίτι ή καλέστε έναν …τροφοδιανομέα κατ΄οίκον:

‘Είμαι ο καθηγητής, ο Μπαμπινιώτης. Έχετε τροφή να μου διανείμετε κατ΄οίκον;».

Μπορεί και να σας απαντήσουν: «Λόγω απαγορευτικού δεν έχουμε τροφοδιανομέα. Μολών λαβέ».

 

Του Νίκου Λακόπουλου - anoixtoparathyro.gr

 

 

Τετάρτη, Ιουνίου 07, 2017

Η ελληνική λέξη που δεν μπορεί να μεταφραστεί

Η επίσημη, ωστόσο ανεπαρκής μετάφραση είναι «αγάπη για την τιμή».

Γιατί επί της ουσίας -και είναι κοινά αποδεκτό- το νόημα της λέξης που μέσα σε μόλις τέσσερις συλλαβές συμπυκνώνει τόσες αρετές, απλά είναι αδύνατο να μεταφραστεί.

Το δημοσίευμα του BBC με τίτλο «The Greek word that cant ’t be translated» αναφέρεται στο «φιλότιμο».

Το ρεπορτάζ αρχίζει από το Τολό, στην ανατολική ακτή της Πελοποννήσου, όπου ένας Γερμανός συγγραφέας, ο Andreas Deffner, που απολαμβάνει εκεί το δεύτερο καλοκαίρι του, μαθαίνει από μία παρανόηση τί σημαίνει η λέξη «φιλότιμο».

Όταν η γιαγιά Βαγγελιώ, ιδιοκτήτρια του καταλύματος και η κόρη της Ειρήνη, του σέρβιραν ένα πιάτο νόστιμη, σπιτική (και βεβαίως, ζεστή) σούπα, νομίζοντας ότι είναι αδιάθετος, ο Andreas άρχισε σιγά σιγά να κατανοεί περί τίνος πρόκειται.

Γιατί μπορεί να ίδρωσε πάνω από τη σούπα, αλλά το γεγονός ότι, Βαγγελιώ και Ειρήνη έσπευσαν να του ετοιμάσουν το καταπραϋντικό γεύμα θεωρώντας ότι ήταν το ελάχιστο που είχαν να προσφέρουν για να αισθανθεί καλύτερα, παρακολουθώντας δε, με άγρυπνο βλέμμα την αντίδραση του, τον οδήγησε στην απόφαση της συγγραφής ενός βιβλίου (Filotimo!: Abenteuer, Alltag und Krise in Griechenland) μόνο για το «φιλότιμο».

Δεδομένου ότι η λέξη ανήκει στο πάνθεον των στοιχείων λεξικολογίας που αψηφούν την εύκολη εξήγηση, υπάρχει ένα μεγάλο debate γύρω από την ερμηνεία της. Η «αγάπη για την τιμή», που θεωρείται η επίσημη μετάφραση, είναι μια χρηστική όσο και ανεπαρκής προσπάθεια απόδοσης της.

Τί απαντούν στο BBC για το «φιλότιμο» οι ίδιοι οι Έλληνες;

«Κάνοντας το σωστό», λέει η γιατρός Πηνελόπη Καλαφάτη.

«Αγαπώντας και τιμώντας τον Θεό και την κοινωνία», απαντά ο ιερέας Νικόλας Παπανικολάου.

«Προσπάθεια για την τελειότητα» λέει ο ηθοποιός Κωστής Θωμόπουλος.

«Βγαίνοντας από τη ζώνη της άνεσής μας για να βοηθήσουμε κάποιον που έχει ανάγκη», προτείνει η Τατιάνα Παπαδοπούλου, εθελόντρια στο camp προσφύγων στη Μαλακάσα.

Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, φαίνεται ότι όχι μόνο η λέξη παραμένει αμετάφραστη, αλλά και ότι οι ίδιοι οι Έλληνες δυσκολεύονται να συμφωνήσουν σε έναν ενιαίο ορισμό.

«Η μυθολογία που συνοδεύει αυτήν την αόριστη ιδέα δεν έχει προηγούμενο. Πράγματι, η λέξη είναι αδύνατο να μεταφραστεί με ακρίβεια -σε καμία γλώσσα », εξηγεί ο Βασίλειος Π. Βερτουδάκης, λέκτορας της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

«Ωστόσο, το φιλότιμο αποτελεί δομικό στοιχείο της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας λόγω της μοναδικής στάσης της Ελλάδας σε σχέση με αυτό που αποκαλούμε Δύση».

Ο Βερτουδάκης σημειώνει ότι η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «φιλοτιμία», της οποίας η πρώτη επιβεβαιωμένη γραπτή αναφορά χρονολογείται στην αυγή της ελληνικής κλασικής περιόδου (6ος και 7ος αιώνας π.Χ.) στα γραπτά του λυρικού ποιητή Πίνδαρου.

Για τον Πίνδαρο και άλλους ποιητές της εποχής, η λέξη σήμαινε αγάπη για την τιμή ή τη διάκριση ή τη φιλοδοξία, συχνά όμως, με αρνητική έννοια. Στη μυθολογία, για παράδειγμα, το «φιλότιμο» του Αχιλλέα πλήττεται όταν ο βασιλιάς Αγαμέμνονας του παίρνει τη Βρυσηίδα που ήταν το έπαθλο για την ανδρεία που ο Αχιλλέας είχε δείξει στο πεδίο της μάχης.

Μόνο με την εδραίωση της Δημοκρατίας στην κλασική Αθήνα γύρω στο 4ο - 5ο αιώνα π.Χ., όταν ο ανταγωνισμός αντικαθίσταται από τη συνεργασία, η λέξη αποκτά πιο θετική έννοια. Την εποχή εκείνη, «ένας άνθρωπος με φιλότιμο» σήμαινε κάποιος που αρέσκεται στους επαίνους της πόλης του, υπηρετώντας ωστόσο, πρώτα την κοινότητα», λέει ο Βερτουδάκης.

Η έννοια «απογειώθηκε« γύρω στο 15ο αιώνα κατά τον Μεσαίωνα, όταν οι Οθωμανοί απέκοψαν για αιώνες τη σκλαβωμένη Ελλάδα από τη Δυτική Ευρώπη.

«Ενώ η Δύση απολάμβανε τον Διαφωτισμό, ζούσε τη δημιουργία και ανάπτυξη αυτού που ονομάζουμε ‘σύγχρονο κράτος’, τον θεσμό που συνδέει τα άτομα με το κράτος δικαίου και την αίσθηση της ευθύνης, οι υποταγμένοι Έλληνες ανέπτυσσαν δεσμούς με κριτήριο την υπερηφάνεια, την κλίμακα της τοπικής κοινότητας και τις διαπροσωπικές σχέσεις», εξηγεί  ο Βερτουδάκης.

«Αντί να αναπτύξουμε συνείδηση των θεσμών, όπως συνέβη στη Δυτική Ευρώπη, οι ελληνικές κοινότητες διαποτίστηκαν από το φιλότιμο, το οποίο δεν «πυροδοτήθηκε» από τον νόμο και τη λογική αλλά από το έντονο συναίσθημα και ως έναν βαθμό από την οικειότητα».

Η συναισθηματική πλευρά της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας διαπερνά όλη τη σύγχρονη ελληνική ιστορία.

Τον Μάιο του 1941, όταν οι δυνάμεις του Άξονα εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον της Κρήτης, οι ντόπιοι πήραν τα κουζινομάχαιρα και ό,τι άλλο από την καθημερινότητα μπορούσε να γίνει όπλο, πέρασαν μέσα από τα πανύψηλα, τραχιά βουνά και τα απότομα φαράγγια του νησιού τους και βρήκαν τα καλύτερα κρησφύγετα για τους Βρετανούς και Αυστραλούς στρατιώτες.

Ούτε η πείνα, ούτε η απειλή της θανατικής ποινής τους σταμάτησαν. Η αίσθηση του καθήκοντος, της τιμής και το θάρρος τους υπερέβη τα πάντα.

Σήμερα, σχεδόν 76 χρόνια μετά, οι κάτοικοι της Λέσβου, της Χίου και της Κω -τριών νησιών που εξαιτίας του φυσικού κάλλους τους είναι διάσημοι τουριστικοί προορισμοί- εν μέσω οικονομικής κρίσης, χωρίς δεύτερη σκέψη έκαναν τα πάντα για να σώσουν τους πρόσφυγες που έφταναν σε μισοβυθισμένες λέμβους από τις τουρκικές ακτές.

«Γιατί μου λέτε, μπράβο, παιδιά μου;» αναρωτιόταν η 86χρονη γιαγιά της Συκαμνιάς, Αιμιλία Καμβύση, αναφέρει το BBC, κάνοντας ειδική μνεία στις περίφημες γιαγιάδες -την 89χρονη Ευστρατία Μαυραπίδου και την 85χρονη Μαρίτσα Μαυραπίδου που έγιναν σύμβολα των εθελοντών κατοίκων της Λέσβου όταν ο φωτογραφικό φακός «τις συνέλαβε» να περιποιούνται ένα βρέφος παιδί μιας προσφυγοπούλας από τη Συρία,  που μόλις είχε αποβιβασθεί στην ακτή- αλλά και στον ψαρά Στρατή Βαλιαμό.

Ποιός είναι ο ορισμός που αποδίδει στη λέξη «φιλότιμο» ο Γερμανός Andreas Deffner;

«Δυο τρεις θετικές σκέψεις, ένα λίτρο όρεξη για ζωή, 500 γραμμάρια φιλοξενίας, 10 σταγόνες συμπάθειας, μια ουγκιά υπερηφάνειας, αξιοπρέπεια και η εσωτερική φωνή μας» απαντά.


Πηγή: BBC - Jun 07, 2017   /  tvxs.gr


http://tvxs.gr/news/eyropi-eop/i-elliniki-leksi-poy-den-mporei-na-metafrastei

Σάββατο, Μαΐου 06, 2017

Το ελληνικό χωριό που οι κάτοικοι μιλούν τη δική τους γλώσσα

Ούτε οι συντοπίτες τους δεν καταλαβαίνουν τα αρχαγγελίτικα -


Φανταστείτε ότι βρίσκεστε σε ένα μέρος της Ελλάδας όπου όλοι μιλούν γύρω σας και εσείς καταβάλλετε μεγάλη προσπάθεια να βγάλετε άκρη με όσα ακούτε. Κι όμως είναι ελληνικά!

Ανεξάντλητο εργαλείο επικοινωνίας η γλώσσα, εξελίσσεται κι αλλάζει, παραμένοντας ταυτόχρονα, ως μηχανισμός, «εγγεγραμμένος» μέσα μας. Και την ίδια στιγμή, διατηρεί ατόφια μέσα της στοιχεία και χαρακτηριστικά που μένουν αναλλοίωτα.

Ομάδες ανθρώπων, μικρές ή μεγάλες, διατηρούν και προστατεύουν διαλέκτους και γλωσσικά ιδιώματα με ρίζες βαθιές όσο το υφάδι της ύπαρξης της δικής τους και τον προγόνων τους. Σε κάποιες περιπτώσεις, ωστόσο, όπως η παρακάτω, αυτές τις ρίζες ακόμα και η επιστήμη δεν μπορεί να τις ανιχνεύσει.

Ο κάθε τόπος, ακόμα και η πιο απομακρυσμένη γωνιά, το κάθε χωριό, όσο μικρό κι αν είναι, έχει την δική του ντοπιολαλιά και τους δικούς του κώδικες επικοινωνίας. Άσχετα αν οι «έξω» δεν μπορούν να τους διαβάσουν και να τους κατανοήσουν. Εκφράσεις που μοιάζουν απλά σκόρπιες λέξεις, για τους κατοίκους διαφόρων περιοχών έχουν ξεχωριστή σημασία.

Όταν μάλιστα αυτή η διάλεκτος- γλώσσα, όπως μας διορθώνουν- διαφυλάσσεται και συνεχίζεται όχι μόνο από τους μεγάλους σε ηλικία κατοίκους του κάθε τόπου, αλλά και από τα μικρότερα παιδιά, τότε αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία στα μάτια εκείνων που βλέπουν την παράδοσή τους να διατηρείται και να διαιωνίζεται περνώντας στις επόμενες γενιές.

Αυτό συμβαίνει και με τον Αρχάγγελο της Ρόδου. Το χωριό βρίσκεται σε απόσταση 30 χλμ. από την πόλη της Ρόδου. Με πληθυσμό πάνω από 8.000 κατοίκους είναι το μεγαλύτερο χωριό της Ρόδου αλλά και το πιο ιδιαίτερο, σύμφωνα με τους κατοίκους του.


Κτίστηκε τα μεσαιωνικά χρόνια σε... μακρινή απόσταση από την παραλιακή θέση, για να προστατεύει τους κατοίκους από τις πειρατικές επιδρομές. Ο ντόπιοι ασχολούνται κυρίως με την οικοδομή ενώ πολλοί εργάζονται ως ξενοδοχοϋπάλληλοι.

«Ήταν οι πρώτοι οικοδόμοι και οι πρώτοι κεραμίστες στο νησί. Να ξέρετε ότι έχουν χτίσει όλη τη Ρόδο», λέει στο newsbeast.gr ο πρόεδρος της Κοινότητας Αρχαγγέλου Αργύρης Αργυρού με περηφάνια.


Αν και το χωριό είναι ένα από τα πιο σημαντικά τουριστικά θέρετρα της Ρόδου, οι κάτοικοι διατηρούν ζωντανά τα ήθη και έθιμα των προγόνων τους, μένοντας πιστοί, σχεδόν προσκολλημένοι στις παραδόσεις.

Ένα από αυτά είναι και η γλώσσα. Το χωριό Αρχάγγελος έχει αναπτύξει τη δική του γλώσσα, μία γλώσσα που παρά την προσπάθεια που κάνουν εδώ και πολλά χρόνια γλωσσολόγοι και πανεπιστημιακοί, ακόμη δεν φαίνεται να έχουν ικανοποιήσει την περιέργειά τους για το ποια είναι η ρίζα της.

«Η πιο γλυκιά γλώσσα είναι η αρχαγγελίτικια» λέει στο newsbeast.gr. Δεν είναι ελληνικά, ούτε κυπριακά. Είναι μια δική μας γλώσσα που μόνο οι ντόπιοι του χωριού μας μπορούν να καταλάβουν. Ούτε καν οι υπόλοιποι Ροδίτες, γιατί δεν πρόκειται για μια διάλεκτο, αλλά για μια δική μας γλώσσα, την αρχαγγελίτικη», λέει ο κ. Αργυρού.


Τον ρωτάμε εάν η διάλεκτος αυτή μοιάζει με κάποια και μας απαντάει: «Είναι ξεχωριστή. Ας πούμε ότι είναι πιο βαριά από τα κυπριακά. Εάν εγώ μιλήσω μαζί σου αρχαγγελίτικα δεν θα καταλάβεις ούτε μια λέξη».

Και συνεχίζει: «Μου λένε πολλοί "τι γλώσσα μιλάτε"; "Εμείς μιλάμε αρχαγγελίτικα" τους απαντάω. Είναι γλώσσα δικιά μας, είναι παραδοσιακή γλώσσα. Εάν μιλάμε με έναν άλλο Ροδίτη στο δίπλα χωριό δεν μας καταλαβαίνει κανένας. Ακόμα και τα μικρά παιδιά που πηγαίνουν σχολείο χρησιμοποιούν τη γλώσσα αυτή. Είναι ξεχωριστή» λέει στο newsbeast.gr ο κ. Αργυρού.

Σύμφωνα με τον κύριο Αργυρού οι κάτοικοι του χωριού μιλούν στην καθημερινότητά τους τη συγκεκριμένη γλώσσα και με αυτόν τον τρόπο περνάει από γενιά σε γενιά. Μέσα από την καθημερινή χρήση της διαρκεί στον χρόνο και κάνει τον τόπο τους να είναι ξεχωριστός. Η νέα γενιά γνωρίζει τα «αρχαγγελίτικα», κάτι που κάνει τη γλώσσα τους να επιβιώνει αιώνες τώρα και ταυτόχρονα να διατηρεί και το μυστήριο γύρω από τη φύση της.

Όσο για την καταγωγή των αρχαγγελίτικων οι ντόπιοι επιμένουν ότι πρόκειται για μια δική τους διάλεκτο εντελώς διαφορετική από όλες τις ντοπιολαλιές της Ρόδου.


«Τα παιδιά ό,τι μιλάνε στο σπίτι μέσα μιλάνε κι έξω. Τους αρέσουν τα αρχαγγελίτικα. Να φανταστείτε οι φοιτητές που πάνε στην Αθήνα, εάν βρεθούν σε μία καφετέρια μιλούν τη γλώσσα μας και δεν τους καταλαβαίνει κανένας» μας λέει ο κ. Αργυρού.

Και συνεχίζει: «Εμείς λέμε "Πώς σε λόσε;" δηλαδή "πώς σε λένε;", λέμε "ρκινούμε" κι όχι "αρχίζουμε" και "χαντέστε" αντί για "πάμε". Το ψωμί το λέμε "λουτριά", τη γωνία "καντούνι", τις κόρες "κοπελούδες", το στρογγυλό ψωμί "λουτριά" και το Πάσχα τρώμε ριφικί δηλαδή "αρνί με γέμιση".

Λατρεύει τον τόπο του και αυτό φαίνεται σε κάθε λέξη που χρησιμοποιεί όταν μιλάει για εκείνον, ακόμα και στον τόνο της φωνής του. «Είναι δυνατόν να μην αγαπάω τον τόπο μου; Όταν πάω στη Αθήνα νομίζω ότι είμαι φυλακή» λέει χαρακτηριστικά.


Πηγή:  newsbeast.gr - May 06, 2017


Περισσότερες φωτο εδώ:>> rodorama.blogspot.gr

Σάββατο, Φεβρουαρίου 25, 2017

Ρόδος: Αρχάγγελος - Το μοναδικό χωριό στην Ελλάδα που οι κάτοικοι μιλούν τη δική τους γλώσσα - Photos

Ο Αρχάγγελος Ρόδου είναι κτισμένος στα κεντρικά ανατολικά παράλια του νησιού, σε υψόμετρο 160 μέτρων. Βρίσκεται σε απόσταση 28χλμ. από την πόλη της Ρόδου και κτίστηκε τα μεσαιωνικά χρόνια σε μακρινή απόσταση από την θάλασσα, για να προστατεύει τους κατοίκους από τις πειρατικές επιδρομές.

Σήμερα με πληθυσμό πάνω από 7.000 κατοίκους είναι το μεγαλύτερο χωριό της Ρόδου. Και το πιο ιδιαίτερο.

Χαρακτηριστικό των κατοίκων του Αρχάγγελου είναι η προσήλωσή τους στις παραδόσεις. Αν και το χωριό είναι ένα από τα πιο σημαντικά  τουριστικά θέρετρα της Ρόδου, οι κάτοικοι διατηρούν ζωντανά τα ήθη και έθιμα των προγόνων τους, χωρίς να επηρεάζονται από το μοντέρνο τρόπο ζωής.

Ένα από αυτά είναι και η γλώσσα. Ο Αρχάγγελος είναι το μοναδικό χωριό της Ελλάδας που έχει αναπτύξει τη δική του γλώσσα!

Μια γλώσσα που παρά την προσπάθεια που κάνουν εδώ και πολλά χρόνια γλωσσολόγοι, φιλόλογοι και πανεπιστημιακοί, ακόμη δεν έχουν καταλήξει ποια ακριβώς είναι η ρίζα της, αφού πρόκειται για ανάμειξη ελληνικών, κυπριακών και τουρκικών λέξεων.

«Δεν είναι ελληνικά, ούτε κυπριακά, ούτε τουρκικά. Είναι μια δική μας γλώσσα που μόνο οι ντόπιοι του χωριού μας μπορούν να καταλάβουν. Ούτε καν οι υπόλοιποι Ροδίτες, γιατί δεν πρόκειται για μια διάλεκτο, αλλά για μια δική μας γλώσσα, τη λεγόμενη αρχαγγελίτικη», λέει ο πρόεδρος της Κοινότητας Αρχαγγέλου Αργύρης Αργυρού.

«Ούτε ένας Ελληνας δεν μπορεί να μας καταλάβει, ούτε ένας Κύπριος, ούτε ένας Τούρκος. Ισως μόνο κάποιες λέξεις. Αν ακούσεις δύο ηλικιωμένους να μιλάνε αρχαγγελίτικα σίγουρα θα τα χάσεις».


Η μοναδική εξήγηση που μπορεί να δοθεί για τα αρχαγγελίτικα είναι ότι οι κάτοικοι του χωριού κατάγονται από την Κύπρο και πιο συγκεκριμένα μάλλον από την Πάφο. Γεγονός που επιβεβαιώνει και ο προστάτης του χωριού που είναι η Παναγία η Τσαμπίκα, της οποίας η εικόνα ήρθε από την Μονή του Κύκκου στη Ρόδο.

Σύμφωνα με τον κύριο Αργυρού και οι 8.000 κάτοικοι του χωριού μιλούν στην καθημερινότητά τους τη συγκεκριμένη γλώσσα, κάτι που περνάει από γενιά σε γενιά, χωρίς να διδάσκεται φυσικά, αλλά μόνο μέσα από την καθημερινή χρήση της διαρκεί στον χρόνο και κάνει τον τόπο τους να ξεχωρίζει. Το αποτέλεσμα είναι και η νέα γενιά να γνωρίζει τα «αρχαγγελίτικα», κάτι που κάνει τη γλώσσα τους να διαρκεί… αιώνες τώρα, αλλά και να παραμένει ένα μεγάλο μυστήριο για τους επισκέπτες του χωριού και όχι μόνο.

Ούτε καν οι υπόλοιποι Ροδίτες δεν μπορούν να καταλάβουν τα αρχαγγελίτικα. Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει προσπάθεια να καταγραφεί η συγκεκριμένη γλώσσα, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που επιστήμονες έχουν καταφθάσει στον Αρχάγγελο Ρόδου προκειμένου να μελετήσουν την περίεργη αυτή «διάλεκτο».


Τα αλογάκια του Αρχαγγέλου

Ζουν εδώ και χιλιάδες χρόνια μόνο στη Ρόδο (οι χωρικοί τα χρησιμοποιούσαν στη δουλειά τους και τα αλογάκια τους έδιναν κύρος) και τώρα βρίσκονται στην λίστα με τα προστατευόμενα είδη.


Σήμερα μόνο έξι αλογάκια έχουν απομείνει και ζουν στον Αρχάγγελο. Αν δεν το ξέρατε, είναι τα πιο κοντά αλογάκια του κόσμου.

Πηγή: travelstyle.gr  - Feb 25, 2017

Παρασκευή, Οκτωβρίου 28, 2016

Τα κρυφά σχολειά της Δωδεκανήσου. Όταν οι Ιταλοί απαγόρευσαν τη διδασκαλία των ελληνικών

Η ταυτότητα ενός λαού είναι άρρητα συνδεδεμένη με τη γλώσσα. «Είμαστε οι μόνοι σ' ολόκληρη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο να λέμε τον ουρανό "ουρανό" και τη θάλασσα "θάλασσα" όπως την έλεγαν ο Όμηρος και ο Πλάτωνας πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Δεν είναι λίγο αυτό. Η γλώσσα δεν είναι μόνον ένα μέσον επικοινωνίας. Κουβαλάει την ψυχή του λαού μας κι όλη του την ιστορία και όλη του την ευγένεια» λέει ο Ελύτης.

Ο λαός μας πάλεψε και μάτωσε για να την κρατήσει γλώσσα και υπόσταση. Οι ιστορίες πολλές, η μνήμη όμως ρηχή. Σε αυτό ίσως και να συμβάλλουν και επίσημοι φορείς όταν υποστηρίζουν πως η γλώσσα μαθαίνεται με τη χρήση της και όχι με τη γνώση της ιστορίας της...

Και όμως η γνώση της ιστορίας είναι αυτή που όχι μόνο μπορεί να σώσει τη γλώσσα αλλά και να μας οδηγήσει σε νέα πνευματικά μονοπάτια, σε αναγέννηση και στην ανάταση – ανάσταση που όλοι προσδοκούμε.

«Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου...». Αυτό το ήξερε ο απλός λαός, το ήξεραν και οι Δωδεκανήσιοι που επί τουλάχιστον 630 χρόνια βρίσκονταν υπό κατοχή σε διάφορους κατακτητές. Αποκορύφωση της αντίστασής τους η ανάγκη της διάσωσης της ελληνικής γλώσσας και η ίδρυση κρυφών σχολειών, μόλις το 1937, όταν οι Ιταλοί κατακτητές αποφάσισαν να απαγορεύσουν τα ελληνικά και τη διδασκαλία τους στα σχολεία.
«Οι κατακτητές των νησιών συνειδητοποίησαν τον σημαντικό ρόλο της εκπαίδευσης στη χάραξη εθνικής συνείδησης και ότι μέσω της εκπαίδευσης παρέχεται η δυνατότητα να χειραγωγούνται οι Έλληνες κάτοικοι των νησιών και για αυτό το λόγο εφάρμοσαν συγκεκριμένες εκπαιδευτικές πολιτικές που στόχευαν στην αποδυνάμωση της ελληνικής παιδείας και ταυτόχρονα στην εγκαθίδρυση δικών τους εκπαιδευτικών μηχανισμών που θα εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα τους» μας λέει ο κ. Σταύρος Παπαδόπουλος, διευθυντής του 1ου Δημοτικού Σχολείου Ιαλυσού στη Ρόδο, διδάκτωρ στον τομέα της Ιστορίας της Εκπαίδευσης και συγγραφέας του βιβλίου «Τα Κατηχητικά Σχολεία στη Ρόδο την περίοδο της Ιταλοκρατίας 1937 – 1945.
Η Ιστορία


«Οι κατακτητές των νησιών συνειδητοποίησαν τον σημαντικό ρόλο της εκπαίδευσης στη χάραξη εθνικής συνείδησης και ότι μέσω της εκπαίδευσης παρέχεται η δυνατότητα να χειραγωγούνται οι Έλληνες κάτοικοι των νησιών και για αυτό το λόγο εφάρμοσαν συγκεκριμένες εκπαιδευτικές πολιτικές που στόχευαν στην αποδυνάμωση της ελληνικής παιδείας και ταυτόχρονα στην εγκαθίδρυση δικών τους εκπαιδευτικών μηχανισμών που θα εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα τους»

Τα νησιά της Δωδεκανήσου μετά από την μακραίωνη περίοδο Τουρκοκρατίας περιέρχονται πλέον υπό ιταλική κατοχή.Το 1912 ο Ιταλός αντιστράτηγος Giovanni Ameglio κατέλαβε τη Ρόδο και ορίστηκε διοικητής των νησιών. Για περισσότερο από 30 χρόνια οι Ιταλοί επίμονα και οργανωμένα σχεδίαζαν όχι μόνο την πολιτιστική αλλοτρίωση, αλλά τον αφελληνισμό και τον εξιταλισμό των νησιών.

Από τα τέλη του 1912 και κατά τη διάρκεια του 1913 έχουμε απελάσεις καθηγητών και δασκάλων. Προσπαθούν οι Ιταλοί να αποδυναμώσουν θεσμούς όπως η δημογεροντία και η εκκλησία, θεσμοί που είχαν υπό τη δικαιοδοσία τους την παιδεία των Ελλήνων. Το 1915 απαγορεύουν οι Ιταλοί την αποβίβαση εκπαιδευτικών από την Ελλάδα, αναφέρει ο κ. Σταύρος Παπαδόπουλος.

Ενδεικτικό είναι το υπόμνημα του Ameglio τον Απρίλιο του 1913, στο οποίο μεταξύ άλλων ανέφερε: «Στην περίπτωση που η πολιτική επιρροή μας σταθεροποιηθεί στη Ρόδο, πρέπει να ενδιαφερθούμε αμέσως για την ίδρυση ιταλικών σχολείων...Οπωσδήποτε τα ζητήματα του σχολείου και του κλήρου θα πρέπει να λυθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να απεξαρτηθούν από την κοινότητα...».

Πρόκειται για την πολιτική διαθήκη του Ameglio γράφει κ. Ζαχαρίας Τσιρπανλής στο βιβλίο του «Η εκπαιδευτική πολιτική των Ιταλών στα Δωδεκάνησα (1912 - 1943), University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2007».
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, από την έκθεση του στρατιωτικού διοικητή Vittorio Elia μαθαίνουμε ότι το 1915 ιδρύθηκε στη Ρόδο εσπερινό σχολείο διδασκαλίας της ιταλικής, ότι το 1916 συστάθηκε το «Γραφείο Επιθεώρησης της Δημόσιας Εκπαίδευσης» και ότι από το 1917-18 άρχισαν την κανονική λειτουργία τους δύο ημερήσια ιταλικά δημοτικά σχολεία. Και το σπουδαιότερο, ότι μέχρι το 1919 είχε υιοθετηθεί στα δημοτικά σχολεία της Πόλης της Ρόδου (ελληνικά, εβραϊκά και μουσουλμανικά) η διδασκαλία της ιταλικής γλώσσας.

«Πρέπει να σκεφτούμε ότι τα ιδιωτικά σχολεία είναι ελληνόφωνα. Θα γίνουν δίγλωσσα, αλλά δεν θα πάψουν να είναι ελληνικά. Δεν απεθνικοποιείται ένας λαός όπως αυτός σε λίγα χρόνια. Είναι μια φυλή ευφυής, που έχει συνείδηση του χιλιετούς πολιτισμού της και έχει την υποστήριξη ενός ανεξάρτητου κράτους επτά εκατομμυρίων πληθυσμού. Εξαναγκασμός με τη βία δεν θα χρησίμευε. Αντίθετα θα ήταν χρήσιμο για μας να διαθέσουμε στη δεύτερη γενιά έναν πυρήνα Ιταλών – Ελλήνων του Αιγαίου για την εξάπλωση μας στην ανατολή....πρώτο μέτρο να κοπεί ο δεσμός ανάμεσα στην εκκλησία και στο σχολείο»

Διπλωματούχοι δάσκαλοι που είχαν έρθει από την Ιταλία αλλά και αξιωματικοί και υπαξιωματικοί του ιταλικού στρατού ανέλαβαν το διδακτικό έργο. Να σημειωθεί ότι στα ελληνικά σχολεία η διδασκαλία της ιταλικής επιβλήθηκε δια της βίας, αφού οι μαθητές που δεν έπαιρναν τουλάχιστον έξι στα ιταλικά, θεωρούνταν στάσιμοι, ασχέτως αν είχαν προβιβάσιμους βαθμούς στα άλλα μαθήματα. Σε κάθε νησί διορίστηκε γενικός διευθυντής των σχολείων Ιταλός αξιωματικός, για να προβαίνει στους σχετικούς ελέγχους.



Η πιο αποφασιστική και πιο επικίνδυνη φάση για το μέλλον της ελληνικής σχολικής παιδείας στα Δωδεκάνησα ξεκίνησε το Φεβρουάριο του 1923 όταν έφτασε στη Ρόδο ο Mario Lago ως ο πρώτος κυβερνήτης των νησιών.

Μεταξύ άλλων με βασιλικό διάταγμα του 1925, οι κάτοικοι θεωρούνταν πλέον Ιταλοί πολίτες (απαλλασσόμενοι από τη στρατιωτική θητεία), όποιος δεχόταν να υπηρετήσει έπαιρνε τη μεγάλη ιταλική υπηκοότητα, ενώ το 1926 ορίστηκε σχολικός κανονισμός βάσει του οποίου η διδασκαλία της ιταλικής γλώσσας ήταν υποχρεωτική, ιδρύθηκε δε Διδασκαλείο για την εκπαίδευση των δασκάλων. Από το 1929 για την άσκηση ενός επαγγέλματος που απαιτούσε πανεπιστημιακές σπουδές, έγινε υποχρεωτική η φοίτηση ή τουλάχιστον η μετεκπαίδευση στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, με παράλληλη παροχή υποτροφιών στους νησιώτες σπουδαστές.
Τα σχολεία χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες:Τα Βασιλικά Κρατικά Σχολεία (scuole regie), που συντηρούσε η Ιταλική Διοίκηση και τα οποία εφάρμοζαν το πρόγραμμα του Υπουργείου Παιδείας της Ιταλίας. Τα ελληνικά σχολεία που χρηματοδοτούσαν οι κοινότητες υποβαθμίζονταν , ονομαζόμενα Ιδιωτικά Σχολεία (scuole private),  που επιχορηγούσαν εξ' ολοκλήρου οι Κοινότητες κι εφάρμοζαν το πρόγραμμα του Ελληνικού Υπουργείου Παιδείας. Όσα από αυτά δεν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά, μπορούσαν να ζητήσουν τη βοήθεια της κυβέρνησης. Έτσι γίνονταν Επιχορηγούμενα (scuole sussidiate) με τίμημα τον πλήρη έλεγχο από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο και τελικά τον πλήρη εξιταλισμό τους ή το οριστικό κλείσιμό τους. 
Ο Lago ήταν έμπειρος διπλωμάτης και στα 14 χρόνια που ήταν διοικητής στο νησί πορεύθηκε με διπλωματία και μεθοδικά, ενδεικτικό του πόσο ρεαλιστής ήταν, γράφει ο κ. Σταύρος Παπαδόπουλος, αλλά και το πως χειρίστηκε το θέμα της αλλοτρίωσης της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων είναι ένα έγγραφο το ίδιου που απέστειλε στις 8.10.1933 προς το υπουργείο Εξωτερικών της Ιταλίας.
«Πρέπει να σκεφτούμε ότι τα ιδιωτικά σχολεία είναι ελληνόφωνα. Θα γίνουν δίγλωσσα, αλλά δεν θα πάψουν να είναι ελληνικά. Δεν απεθνικοποιείται ένας λαός όπως αυτός σε λίγα χρόνια. Είναι μια φυλή ευφυής, που έχει συνείδηση του χιλιετούς πολιτισμού της και έχει την υποστήριξη ενός ανεξάρτητου κράτους επτά εκατομμυρίων πληθυσμού. Εξαναγκασμός με τη βία δεν θα χρησίμευε. Αντίθετα θα ήταν χρήσιμο για μας να διαθέσουμε στη δεύτερη γενιά έναν πυρήνα Ιταλών – Ελλήνων του Αιγαίου για την εξάπλωση μας στην ανατολή. Για το σκοπό αυτό διδάσκονται τα ελληνικά και τα τούρκικα στα βασιλικά σχολεία...πρώτο μέτρο να κοπεί ο δεσμός ανάμεσα στην εκκλησία και στο σχολείο» γράφει και μας παραθέτει το απόσπασμα μεταφρασμένο από τα ιταλικά ο κ. Ζαχαρίας Τσιρπανλής (Η Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα 1912 – 1943).
Όμως κάποιοι Ιταλοί αξιωματούχοι θεώρησαν ότι τα αποτελέσματα δεν ήταν ικανοποιητικά και απαίτησαν ταχύτερους ρυθμούς εξιταλισμού.

Νέος διοικητής Δωδεκανήσων ο «ολετήρας», ο άνθρωπος που οργάνωσε τον τορπιλισμό της «Ελλής»


Έτσι το 1936 ο Μάριο Λάγκο αντικαταστάθηκε και τη θέση του ως κυβερνήτης των νησιών πήρε ο στρατάρχης Τσεζάρε Μαρία Ντε Βέκκι  (Cesare Maria De Vecchi), ο οποίος ήταν ένας από τους τετράρχες του φασιστικού κόμματος, ο ολετήρας, όπως τον αποκαλεί ο κ. Τσιρπανλής.

Μιλώντας στη HuffPost Greece τόσο ο κ. Παπαδόπουλος, όσο και ο κ. Τσιρπανλής, υπογραμμίζουν τη σκληρότητα του De Vecchi. Η φασιστική αυστηρότητα και η απρόβλεπτη συμπεριφορά του δημιούργησαν κλίμα φόβου και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που ο Lago φάνηκε στα μάτια του πληθυσμού σαν ευεργέτης.

Ο νέος διοικητής αν και υπήρξε τετράρχης του φασισμού δεν διατηρούσε πάντα καλές σχέσεις με τον Μουσολίνι και δεν είναι τυχαίο ότι ο Μουσολίνι του ανέθεσε τα Δωδεκάνησα προκειμένου να είναι μακρυά από τη Ρώμη.

Ο De Vecchi, μας πληροφορεί ο κ. Παπαδόπουλος, ήταν ο οργανωτής του τορπιλισμού της «Έλλης» στο λιμάνι της Τήνου ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο του 1940. «Με δική του εντολή αναχώρησε το ιταλικό υποβρύχιο «Delfino» από τη Λέρο για να χτυπήσει την «Έλλη»

Τον Ιούλιο του 1937 εξέδωσε το διάταγμα 149 το οποίο αποτέλεσε ταφόπλακα για την ελληνική εκπαίδευση.
«Τα ελληνόπουλα είχαν δύο επιλογές: είτε θα έμεναν εκτός εκπαίδευσης επειδή οι γονείς τους δεν τα έστελναν στα ιταλικά σχολεία, είτε θα φοιτούσαν στα ιταλικά σχολεία διδασκόμενοι όλα τα μαθήματα στην ιταλική γλώσσα. Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα θα ήταν η γενιά αυτή των Ροδίων που βρίσκονταν στη σχολική ηλικία να στερηθεί την ελληνική παιδεία και να προέκυπτε μια γενιά Δωδεκανησίων που δεν θα ήταν ικανοί να γράψουν και να διαβάσουν την ελληνική γλώσσα» αναφέρει ο κ. Σταύρος Παπαδόπουλος.
Η «linqua locale» δηλαδή η ελληνική γλώσσα έγινε μάθημα προαιρετικό, χωρίς βιβλία έως την τρίτη τάξη του δημοτικού σχολείου. Οι Έλληνες δάσκαλοι υποχρεούνταν να μιλούν και να διδάσκουν μόνο ιταλικά διαφορετικά τους περίμενε η απόλυση. Η φοίτηση των παιδιών από 6 έως 11 ετών ήταν υποχρεωτική, σε περιβάλλον όπου απαγορευόταν, με βαριά πρόστιμα και άλλες ποινές, η χρήση της ελληνικής. Σταδιακά όλα τα σχολεία μετατράπηκαν σε ιταλικά με Ιταλούς δασκάλους.

Επίσης συνεχείς ήταν οι προσπάθειες για να πείσουν τα παιδιά του δημοτικού σχολείου να γράφουν στην balilla, δηλαδή στην κατώτερη βαθμίδα του φασισμού. Τα δελέαζαν και αυτά και τους γονείς με υλικές απολαβές και άλλα προνόμια.

Τα κρυφά σχολειά


Όμως τα σχέδια των Ιταλών ναυάγησαν χάρη στα Κατηχητικά σχολεία. Τα Κατηχητικά σχολεία μετατράπηκαν ουσιαστικά σε κρυφά ελληνικά σχολεία και παρείχαν κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες μόρφωση στα παιδιά των καταπιεσμένων Ελλήνων.
Ο Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος, μας λέει ο κ. Σταύρος Παπαδόπουλος, ήταν ο εμπνευστής και ιθύνων νους των Κατηχητικών Σχολείων. Ο Μητροπολίτης Απόστολος με διπλωματικές ενέργειες και αποφασιστικές κινήσεις εξασφάλισε την άδεια λειτουργίας των Κατηχητικών σχολείων από τον ίδιο τον De Vecchi και αμέσως έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιό του μετατρέποντας τα Κατηχητικά σχολεία σε πλήρη δημοτικά ελληνικά σχολεία.

Οι μαρτυρίες των πρωταγωνιστών



«Το 1937, ήμουν έξι ετών έπρεπε να πάω για στο σχολείο, όμως οι Έλληνες καθηγητές αντικαταστάθηκαν από Ιταλούς με αποτέλεσμα εγώ να πάω για πρώτη φορά σχολείο σε ιταλικό. Ο πατέρας μου, όπως και οι περισσότεροι γονείς εκείνοι την εποχή αντιδρούσαν αλλά εάν δεν είχαν επιλογές, αφού η φοίτηση ήταν υποχρεωτική και οι ποινές σε όποιον δεν υπάκουε ήταν αυστηρές με χρηματικά πρόστιμα ακόμη και φυλάκιση» αφηγείται στη HuffPost Greece o κ. Χρήστος Παπαδόπουλος συνταξιούχος εκπαιδευτικός πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης σήμερα,ο οποίος μεγάλωσε στη Λέρο.

«Ο πατέρας μας ήταν ο δάσκαλός μας κάθε βράδυ που ερχόταν κατάκοπος από το μεροκάματο άπλωνε στο τραπέζι ένα κομμάτι στράτσο χαρτί, χαρτί του μπακάλη δηλαδή, αφού το τετράδιο ήταν απλησίαστη πολυτέλεια και με ένα μικροσκοπικό από τα πολλά ξυσίματα μολυβάκι, κάτω από το φως της λάμπας πετρελαίου μας έμαθε, εμένα και τον αδελφό μου, τα πρώτα γράμματα. Μας έμαθε να διαβάζουμε και να γράφουμε το ελληνικό αλφάβητο. Μας έβαζε και αντιγραφή από ένα παλιό σχολικό βιβλίο, κατάλοιπο από προηγούμενα χρόνια, απομεινάρι από τα μαθητικά χρόνια κάποιου θείου μου από τότε που λειτουργούσαν τα ελληνικά σχολεία. Όμως δεν μπορούσαμε να μείνουμε στο συλλαβισμό και επειδή οι γνώσεις του πατέρα μου, άλλωστε είχε πάει μόνο μέχρι την τρίτη δημοτικού, ανέλαβε την μόρφωσή μας η θεία μου που είχε τελειώσει ελληνικό δημοτικό σχολείο και εθεωρείτο η πιο μορφωμένη της οικογένειας» θυμάται ο ίδιος σαν να ήταν μόλις χθες.
Η αφήγηση συνεχίζεται, το κλίμα που μας περιγράφει είναι ζοφερό, δύσκολο να το συλλάβει κάποιος που δεν το έχει ζήσει.
«Όσο το κρυφό σχολειό ήταν στο σπίτι τα πράγματα ήταν εύκολα και ακίνδυνα. Όμως για να πάμε στη θεία μου έπρεπε υποχρεωτικά να περάσουμε από το κτήριο της ιταλικής αστυνομίας. Ποιος τολμούσε να έχει μαζί του βιβλία και τετράδια...Τότε λοιπόν μαθητική μας τσάντα έγινε το καλάθι. Στον πάτο η μητέρα μας τοποθετούσε τυλιγμένα σε παλιόχαρτα τα ελληνικά βιβλία και τα γραπτά μας και το απογέμιζε με φρούτα και άλλα είδη της εποχής. Στο γυρισμό η θεία έβαζε από επάνω άλλα είδη» μας λέει.
Το ταξίδι πίσω στο χρόνο συνεχίζεται και ο κ. Παπαδόπουλος θυμάται τότε που η θεία του του έδινε παλιά τεύχη του περιοδικού «Ναυτική Ελλάς», που είχε τότε συνεργάτες σπουδαίους συγγραφείς και «θαλασσογράφους» όπως τον Λυκούδη, τον Καρκαβίτσα, τον Ποταμιάνο, και διαβάζοντάς τα εξασκούσαν την ελληνική γλώσσα.

Στη συνέχεια ήρθαν τα κατηχητικά, το κρυφό σχολειό.

Στο κατηχητικό, μας λέει, τα μαθήματα δεν ήταν καθημερινά, αλλά δύο με τρεις φορές την εβδομάδα. Εκεί διδάσκονταν γλώσσα, ιστορία και άλλα μαθήματα. Ωστόσο επισημαίνει αυτό που τον εξοικείωσε, όπως και πολλούς άλλους, στα αρχαία κείμενα ήταν η φοίτησή μας στο ψαλτήρι, δίπλα στον ψάλτη.

«Θυμάμαι ήταν ένας ψάλτης, ο Εμμανουήλ Καζαβούλης, που αργότερα έγινε ιερέας στη Ψέριμο. Κάθε Κυριακή πηγαίναμε στο σπίτι του και μας προετοίμαζε για τα τροπάρια της επόμενης Κυριακής και μαθαίναμε αρχαίες λέξεις που μπορεί να μην τις καταλαβαίναμε τότε αλλά τις λέγαμε και τις αποδίδαμε σωστά.

Ανάλογη εικόνα και στη Ρόδο, όπου ο Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος, ήταν ο εμπνευστής και ιθύνων νους των Κατηχητικών Σχολείων. Στην προσπάθεια αυτή δεν ήταν μόνος. Είχε μια ομάδα εκλεκτών συνεργατών, καταξιωμένων εκπαιδευτικών και αγνών πατριωτών, λέει ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας του βιβλίου «Τα Κατηχητικά Σχολεία στη Ρόδο την περίοδο της Ιταλοκρατίας 1937 – 1945» και αναφέρει τον αρχιδιάκονο και μετέπειτα πρωτοσύγκελο Απόστολος, τον Εμμανουήλ Μπακίρη, τον Κανάρη Πουζουκάκη, τον Ηλία Κουντούρη, άνθρωποι που αποτέλεσαν τον πυρήνα των κατηχητών –θεολόγων, ο οποίοι ήταν οι στυλοβάτες του όλου εγχειρήματος. Η ομάδα αυτή των τεσσάρων είχε τη δικαιοδοσία και την ευθύνη όλων των Κατηχητικών του νησιού. Με συνεχείς επισκέψεις και περιοδείες, με επιμόρφωση και φροντιστήρια σε ιερείς, με συνεργασία με τον Μητροπολίτη έλυναν όλα τα προβλήματα και ενίσχυαν την προσφορά των Κατηχητικών.

Φυσικά οι έλεγχοι από την ιταλική αστυνομία ήταν συνεχείς και ο φόβος μεγάλος, όμως ο ζήλος μεγαλύτερος.

«Θυμάμαι ότι στην τετάρτη δημοτικού είχαμε έναν φανατικό δάσκαλο, ακόμη θυμάμαι το όνομά του, Βίτο Μαστρονάρτι, αξέχαστος! Κρατούσε συνέχεια μια βέργα από λυγαριά και μας χτυπούσε στα πόδια, τότε εμείς, όλα τα παιδάκια, φορούσαμε κοντά παντελόνιακαι επιστρέφαμε στο σπίτι με τις μελανιές στα πόδια από τα χτυπήματα. Γιατί; λόγω του ότι μιλούσαμε ελληνικά. Πάντοτε φορούσε μαύρα. Μαύρο κουστούμι, μαύρο ρεπούμπλικο, μαύρο μουστάκι... ήταν ο χαρακτηριστικός τύπος ανθρώπου που ως προς την περιβολή και ως προς την ψυχή ήταν μαύρος»

Ο κ. Χρήστος Παπαδόπουλος που ακόμη και σήμερα μιλά άπταιστα ιταλικά το 1952 έγινε δάσκαλος και αυτός με τη σειρά του δίδαξε, ελεύθερα πλέον τα ελληνικά στα παιδιά του δημοτικού.

Θυμάται ότι πριν από λίγα χρόνια ένα δημοσίευμα σε αθηναΐκη εφημερίδα κάποιοι είπαν ότι επί Ιταλών υπήρχε άνεση, ευμάρεια στο νησί της Λέρου. Αμέσως αντέδρασε.

«Στο δικό μας το νησί, τη Λέρο, πράγματι υπήρχαν δουλειές, αλλά αυτές κυρίως ήτανοχυρωματικές δουλειές, βάσεις κτλ το υποβρύχιο που χτύπησε την Έλλη μη ξεχνάτε ξεκίνησε από τη Λέρο. Οι Ιταλοί μας θεωρούσαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Για παράδειγμα ο πατέρας μου ήταν ναυπηγός και εργαζόταν παράλληλα με έναν Ιταλό. Αν και ο πατέρας μου έκανε καλύτερη δουλειά και την έβγαζε πιο γρήγορα πληρωνόταν τα μισά λεφτά συγκριτικά με τον Ιταλό. Έτσι μια μέρα ο πατέρας μου απευθύνθηκε στο Ιταλό εργοδότη του και το είπε: “Μα το βλέπετε ότι εγώ βγάζω καλύτερη δουλειά και σε συντομότερο χρόνο, δεν είναι άδικο να πληρώνομαι λιγότερα χρήματα;”».

«Πάρε και εσύ τη μεγάλη Ιταλική υπηκοότητα και θα παίρνεις και τα ίδια χρήματα» ήταν η απάντηση του Ιταλού όπως μας αφηγείται ο κ. Χρήστος Παπαδόπουλος.

Η δεύτερη εξαίρεση, συνεχίζει, ήταν στα σχολεία ότι οι Ιταλοί δάσκαλοι είχαν οδηγίες να μας εξιταλίσουν, να μας γυρίσουν στον καθολικισμό. «Απαγορευόταν να μιλάμε ελληνικά όχι μόνο στην τάξη αλλά και στο διάλειμμα. Εμείς σαν παιδιά παίζαμε στο προαύλιο και όπως ήταν φυσικό μιλούσαμε τη γλώσσα μας. Όμως όταν μας άκουγε ο δάσκαλος μάς φώναζε και μας επέβαλε τιμωρία.
Καλύμματα τετραδίων που είχε τυπώσει ο Μουσολίνι
«Θυμάμαι ότι στην τετάρτη δημοτικού είχαμε έναν φανατικό δάσκαλο, ακόμη θυμάμαι το όνομά του, Βίτο Μαστρονάρτι, αξέχαστος! Κρατούσε συνέχεια μια βέργα από λυγαριά και μας χτυπούσε στα πόδια, τότε εμείς, όλα τα παιδάκια, φορούσαμε κοντά παντελόνιακαι επιστρέφαμε στο σπίτι με τις μελανιές στα πόδια από τα χτυπήματα. Γιατί; Όχι επειδή υστερούσαμε στα μαθήματα ή επειδή κάναμε κάποια αταξία, αλλά λόγω του ότι μιλούσαμε ελληνικά. Αυτός ήταν σαδιστής, μιλάμε για το 1940, φανατισμένος από τις ήττες των Ιταλών στην Αλβανία ξεσπούσε σ΄εμάς. Πάντοτε φορούσε μαύρα. Μαύρο κουστούμι, μαύρο ρεπούμπλικο, μαύρο μουστάκι... ήταν ο χαρακτηριστικός τύπος ανθρώπου που ως προς την περιβολή και ως προς την ψυχή ήταν μαύρος» αφηγείται με ένταση.

xristos papadopoulos
Κάτω δεξιά ο κ. Χρήστος Παπαδόπουλος. Πάνω στ΄ αριστερά, ο νεαρός με το πηλήκιο, είναι ο Νίκος Κωσταντάρας έπεσε στο Ρίμινι μαχόμενος με την 1η Ορεινή Ταξιαρχία στην οποία πήγε εθελοντής
Όμως θυμάται και κάτι καλό.

«Στην τελευταία τάξη είχα δασκάλα μια καλόγρια, Ιταλίδα, αυτή ήταν άλλη περίπτωση. Εξαιρετική εκπαιδευτικός και καλός άνθρωπος. Μας πρόσεχε και εμένα ειδικά γιατί ήμουν από τους καλούς μαθητές. Μέσα στην τάξη ήμασταν 5 ελληνόπουλα και 20 Ιταλοί, παιδιά αξιωματικών ή πολιτικών μηχανικών, αρχιτεκτόνων, έτσι ώστε να είναι πιο εύκολη η αφομοίωση μας».
Οι Ιταλοί χρησιμοποιούσαν διάφορες μεθόδους προκειμένου να «προσηλυτίσουν» τον ελληνικό πληθυσμό της Δωδεκανήσου.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που βιώνουν έναν διχασμό, για τους καλούς και τους κακούς Ιταλούς.

«Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί κατακτητές»


«Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί κατακτητές» μας λέει ο κ. Ζαχαρίας Τσιρπανλής και όπως γράφει και στο βιβλίο του επί Lago δημιουργήθηκε ο μύθος μια χρυσής εποχής, ενός καλού και ευγενικού διοικητή και «είναι αυτονόητο ότι ο De Vecchi με την ωμότητα και την ανελαστικότητά του, συνέβαλε αθέλητα στην ωραιοποίηση του Lago.

«Ίσως είναι σουρεαλιστικό να ισχυριστεί κανείς, ότι ο De Vecchi με τη δια ροπάλου επιβολή της ιταλικής, προσέφερε και θετικές υπηρεσίες» συνεχίζει ο κ. Τσιρπανλής και εξηγεί πως με τη συμπεριφορά του πρόβαλε χωρίς προσωπεία και μάσκες τις πραγματικές προθέσεις της Ιταλίας και αφύπνισε τα αισθήματα των Δωδεκανησίων.


O De Vecchi

Ο καθηγητής κ Τσιρπανλής Τσιρπανλής για τη συγγραφή του βιβλίου του ερεύνησε στο κρατικό αρχείο της Ρώμης και στα αρχεία του ιταλικού υπουργείου Εξωτερικών. Ωστόσο μεγαλωμένος στη Κω έχει έντονα στη μνήμη του εκείνα τα χρόνια.
Όπως μας λέει ήταν τριών – τεσσάρων ετών όταν πήγε στο ιταλικό νηπιαγωγείο της Κω, του οποίου υπεύθυνες ήταν η «Ζηλώτριες Αδελφές της Καλής Καρδιάς» (Suore Zelatrici del Sacro Cuore).

«Αν και οι αδελφές ήταν καλές, υπομονετικές και μας έδιναν φαγητό, εμείς από μικρά παιδιά είχαμε την κατεύθυνση από το σπίτι να το σκάμε. Δεν ήθελαν οι γονείς μας να μάθουμε τη γλώσσα» μας λέει.

Όταν το σκάγαμε από το αζίλο, το δημοτικό που είναι στο λιμάνι της Κω ερχόταν ο χωροφύλακας και υποχρέωνε τους γονείς μας να πληρώσουν πρόστιμο, λέει και υπενθυμίζει ότι η πολιτική των Ιταλών ήταν να μην χειροτονούν νέους παπάδες, ενώ παράλληλα έφερναν καθολικούς και πολλές οικογένειες για λόγους οικονομικούς ασπάστηκαν τον καθολικισμό για να έχουν να φάνε.

Όσον αφορά τα κρυφά σχολειά, μας επισημαίνει ότι επρόκειτο για κατηχητικά και η ποιότητα των μαθημάτων και της μεταδιδόμενης γνώσης είχε να κάνει με την ικανότητα και το μορφωτικό επίπεδο των κατηχητών.

«Οι απολυθέντες, από τους Ιταλούς, δάσκαλοι δεν μπορούσαν να κάνουν εύκολα κύκλους μαθημάτων γιατί καταδίδονταν και ή τους εξόριζαν ή τους φυλάκιζαν ή τους οδηγούσαν σε οικονομική καταστροφή. Μία μόνο περίπτωση που είχε δεχθεί και ο σκληρότατος De Vecchi ήταν η δημιουργία δημιουργία κατηχητικών σχολείων και μέσα από εκεί μπορούσαν οι κατηχητές να περάσουν μηνύματα για το ιστορικό πολιτισμό της Ελλάδας αλλά με πολλές δυσκολίες» σημειώνει.

Εν τω μεταξύ η πολιτική των Ιταλών ήταν να μην χειροτονούν νέους παπάδες, ενώ παράλληλα έφερναν καθολικούς και πολλές οικογένειες για λόγους οικονομικούς ασπάστηκαν τον καθολικισμό προκειμένου να έχουν να φάνε.


«Τους καταλαβαίνω, αν και ανήκω σε μια οικογένεια που ο πατέρας μου μας άφησε και πήγε στη Μέση Ανατολή για να πολεμήσει. Μας είχε αφήσει ορφανά. Η μητέρα μου μάλιστα το έκανε κόλλυβα αφού νόμιζε πως ήταν νεκρός, πολλές γυναίκες ζούσαν αυτό το δράμα καθώς δεν ήξεραν που ήταν οι άντρες τους. Εγώ το θυμάμαι αυτό, ήμουν μικρό παιδί όταν τελικά εμφανίσθηκε ο πατέρας μου και μας βρήκε στη Νίσυρο όπου είχαμε πάει».

«Η πολιτική του λίθου»



Πράγματι λοιπόν υπάρχει ένας θαυμασμός και δημιουργείται η εντύπωση ότι προσέφεραν μεγάλο έργο. Όμως όλα αυτά χτίστηκαν από ένα εργατικό δυναμικό, από ανθρώπους οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα χωράφια τους και να δουλέψουν για ένα πιάτο μακαρόνια και ένα μισθό ελάχιστων λιρετών κάτω από τη διεύθυνση βέβαια ικανότατων Ιταλών αρχιτεκτόνων, αλλά ποιος πραγματικά βλέπει πίσω από όλα αυτά»

Για την καλοσύνη και το διχασμό περί καλών και κακών Ιταλών ο κ. Τσιρπανλής εξηγεί στη HuffPost την «πολιτική του λίθου» που εφάρμοζαν οι Ιταλοί.

«Κάθε κατακτητής προσπαθεί να αφήσει τα ίχνη του. Ο διοικητής Mario Lago ήταν διπλωμάτης και ευέλικτος, είχε δε ικανούς αρχιτέκτονες που δούλεψαν στα Δωδεκάνησα και τα έργα τους είναι αξιόλογα. Την Κω για παράδειγμα την ξαναέχτισαν μετά το σεισμό, όπως και τη Λέρο και το Λακί. Όλοι οι κατακτητές, όπως είπαμε προσπαθούν να αφήσουν μνημεία, αλλά οι Ιταλοί περισσότερο ενδιαφέρονταν να φτιάξουν χτίσματα που τους ήταν απόλυτα χρήσιμα, όπως σχολεία για παράδειγμα προκειμένου να φτιάξουν τη νέα γενιά με όλα τα στοιχεία του ιταλικού πολιτισμού. Έκτισαν εκκλησίες (καθολικές) και ιδίως στο κάθε νησί έφτιαξαν την καζέρμα, το διοικητήριο δηλαδή του κάθε νησιού όπου διέμεναν οι Ιταλοί αστυνομικοί. Πράγματι έφτιαξαν έναν δομημένο αστικό δομημένο χώρο, γι΄αυτό η Κως είναι σαν μια ευρωπαϊκή πόλη του μεσοπολέμου που ακόμη εντυπωσιάζει, άλλωστε ο Μουσολίνι εισήγαγε εντυπωσιακά μεγαλοπρεπή κτήρια. Ακόμη και το μουσείο του νησιού είναι “μουσολινικό”. Στο Λακί εφαρμόστηκε ο εκλεκτικός αρχιτεκτονικός ρυθμός, όπου συνδύασαν ανατολίτικη και μεσαιωνική αρχιτεκτονική και αυτός ο αχταρμάς τελικά εντυπωσιάζει. Πράγματι λοιπόν υπάρχει ένας θαυμασμός και δημιουργείται η εντύπωση ότι προσέφεραν μεγάλο έργο. Όμως όλα αυτά χτίστηκαν από ένα εργατικό δυναμικό, από ανθρώπους οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα χωράφια τους και να δουλέψουν για ένα πιάτο μακαρόνια και ένα μισθό ελάχιστων λιρετών κάτω από τη διεύθυνση βέβαια ικανότατων Ιταλών αρχιτεκτόνων, αλλά ποιος πραγματικά βλέπει πίσω από όλα αυτά» διερωτάται ο κ. Τσιρπανλής.

Ο κόσμος, συνεχίζει, μπορεί να γνώρισε μια οικονομική ακμή επί Lago, αλλά ο στόχος του Ιταλού διοικητή ήταν η δημιουργία ενός ελληνοϊταλικού πολιτισμού όπου σε βάθος χρόνου θα οδηγούσε σε αφελληνισμό. Σύμφωνα με τον ίδιο Lago και De Vecchi είναι το ίδιο νόμισμα.

Μην ξεχνάμε ότι ο De Vecchi, ο οποίος σε δημοσιεύματα της εποχής ονομάζεται και Νέρων ή Ηρώδης της Δωδεκανήσου, κατηγόρησε τον προκάτοχό του, τον Lago, ότι δεν κατάφερε να εξιταλίσει και εκφασίσει τον πληθυσμό.

Η περιπέτεια με την απαγόρευση της ελληνικής γλώσσας λήγει όταν κατεβαίνει η ιταλική σημαία από τα Δωδεκάνησα και αναρτάται η γερμανική.

Το 1944 τα ελληνικά σχολεία με εντολή της γερμανικής διοίκησης ανοίγουν και πάλι, όχι όμως χωρίς τις έντονες διαμαρτυρίες των Ιταλών.

«Μπορεί να επέτρεψαν και πάλι τη λειτουργία τους, όμως κατέκλεψαν τα πάντα, κατέστρεψαν την οικονομία και άρπαζαν για δικούς τους λόγους την αγροτική παραγωγή. Υπήρξαν θάνατοι από την πείνα κυρίως στα αστικά κέντρα των νησιών, όπου οι κάτοικοι είχαν αποκοπεί από την καλλιέργεια της γης και δεινοπάθησαν» λέει ο κ. Τσιρπανλής.

Για την ιταλική κατοχή και την απαγόρευση της ελληνικής γλώσσας καταλήγει λέγοντας: «Ήταν μια μορφή γενοκτονίας, επρόκειτο για εκρίζωση ελληνικού φρονήματος και βίαιη ένταξη στον ιταλικό πολιτισμό. Δεν επέτρεπαν την αντικατάσταση των Δημογερόντων και την αντικατάσταση των θανόντων κληρικών, δεν ήθελαν ανανέωση του κλήρου και συνέχεια έρχονταν Λατίνοι κληρικοί και όποιος δεν είχε πρόσβαση σε αυτούς δεν είχε μέλλον. Δεν επέτρεπαν τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και τα οι γνώσεις που έπαιρνε κανείς στα κατηχητικά εξαρτώταν από την ικανότητα του κατηχητή. Το κρυφό σχολειό επί Οθωμανών λειτουργούσε γιατί οι Τούρκοι το ανέχονταν. Οι δυσκολίες που επέβαλαν οι Οθωμανοί ήταν αυτές που οδήγησε στα κρυφά σχολειά, αφού για να λειτουργήσει ένα κανονικό σχολείο έπρεπε να λαδωθούν πάρα πολλοί άνθρωποι. Επί ιταλικής κατοχής μπορούσε ένα παιδί να προοδεύσει ακόμη και να πάρει υποτροφία για να σπουδάσει σε ιταλικό πανεπιστήμιο, όμως έπρεπε να μιλά μόνο ιταλικά και όταν πήγαινε στο εξωτερικό υπήρχαν οι επιτηρητές που έστελναν αναφορές στον Ιταλό διοικητή του νησιού. Το κατεξοχήν ενδιαφέρον είναι ότι χάρη στους Ιταλούς και στους Γερμανούς που βρέθηκαν στο στρατόπεδο των ηττημένων σωθήκαμε διαφορετικά θα είχαμε τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτά της Κύπρου. Πρέπει να αισθανόμαστε μεγάλη ευγνωμοσύνη σε όσους θυσιάστηκαν στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το τίμημα ήταν φοβερό αλλά στο τέλος τουλάχιστον γνωρίσαμε την απελευθέρωση και τα Δωδεκάνησα ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα. Τώρα μπορεί να πει κάποιος είμαστε υπό την επιτροπεία της ΕΕ, ωστόσο δεν ξέρω τι θα γινόταν αν τα πράγματα τότε είχαν πάρει άλλη τροπή».

Μετά τους Γερμανούς ήρθαν οι Άγγλοι δεν πείραξαν τη γλώσσα και τη θρησκεία μόνο έδερναν όποιον φώναζε για «Ένωση».
Σήμερα η διατήρηση της γλώσσας, η γνώση της ιστορίας μας είναι επιτακτική, είναι αντίσταση.

«Όπου και αν είστε, στο βουνό, στο χωράφι, νύχτα και μέρα μαθαίνετε στα παιδιά σας το “πάτερ ημών” και το “πιστεύω” και μαθαίνετέ τα να γράφουν στο χώμα τη λέξη Ελλάδα» φώναζε ο Πρωτοσύγκελος της Ρόδου όταν παρότρυνε τους κατοίκους του Αρχαγγέλου στη Ρόδο να στείλουν τα παιδιά τους στο κατηχητικό (Μια από τις πολλές μαρτυρίες που εμπεριέχονται στο βιβλίου του κ. Σταύρου Παπαδόπουλου «Τα Κατηχητικά στη Ρόδο την περίοδο της Ιταλοκρατίας 1937 – 1945 εκδόσεις Τέχνη Ρόδος».
<
Δημοσθένης Γκαβέας   
demosthenes.gaveas@huffingtonpost.gr
Από το huffingtonpost.gr, Oct 28, 2016

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More