Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2026

Προς γαρ το τελευταίον εκβάν, έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται

(Τα γεγονότα δεν κρίνονται οριστικά στην πορεία τους, αλλά υπό το φως της τελικής τους έκβασης) 


Αυτό δεν αναιρεί το δικαίωμα της κρίσης και της κριτικής, η χρήση της όμως, έχει ως αποστολή τη «γνώση του τι εστί αληθές». 

Για άλλη μια φορά βρίσκεται ο τόπος μας και οι άνθρωποί του, στο επίκεντρο και μάλιστα αρνητικά, του πλέον διεφθαρμένου συστήματος, αυτό που αποκαλούμε «δημοσιογραφική ενημέρωση», επίσημη, ανεπίσημη, διαδικτυακή. 

Η είδηση που δόθηκε «η FBI ή ελληνική εξάρθρωσε μεγάλο κύκλωμα φοροδιαφυγής, απάτης, παράνομων δράσεων στη Ρόδο, στην Μύκονο και αλλού». 

Μετά την εξάρθρωση του παράνομου κυκλώματος της PIZZA FAN πολύ γρήγορα ήρθε η εξάρθρωση του κυκλώματος «ΦΟΥΡΝΟΙ ΑΤΤΙΚΗΣ- ΧΩΡΙΑΤΙΚΟ». 

Εμείς εδώ οι παρακοιμώμενοι σε αυτό το νησί, έμμεσα ή άμεσα μυρίζαμε χωρίς τη γνώση ιδιαίτερων στοιχείων, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και την μπόχα που ανέδιδε, για τις μαφιόζικες διαδικασίες για την παραχώρηση της χρήσης εμβληματικών κτιρίων του νησιού, αρχικά, των παραλιών μετά. 

Συμμέτοχοι σε αυτές τις διαδικασίες Θεσμοί, Υπηρεσίες, δημόσια Διοίκηση, Αυτοδιοίκηση, Δικαιοσύνη, Εφορία, Αστυνομία κλπ», χωρίς τη δική τους άνομη σιωπή δεν θα ήταν δυνατόν να συμβούν όσα συνέβησαν. 

Πρώτος συμμέτοχος και ενεργός αυτουργός, όλων των παράνομων συμβάσεων είναι η ΕΤΑΔ, η ΑΕ που έχει στον απόλυτο έλεγχό της, όλη τη Δημόσια Περιουσία και η οποία ΑΕ ελέγχεται μόνο και εκτελεί τις εντολές της ΑΓΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ. 

Δημοπρατεί κατά το δοκούν, κτίρια και εκτάσεις όπου γης χωρίς καμία συνεννόηση με τους κατά τόπους φορείς και μάλιστα δεν έχει την υποχρέωση δημοσιοποίησης των συμβάσεων που υπογράφει. 

Το κύκλωμα που εξαρθρώθηκε κατά την έκφραση της FBI εκτός από τις χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα που ενοικίασε, έχει συμβάσεις και με εμβληματικά κτίρια του νησιού μας. 

Οι συμβάσεις για τις παραλίες δεν έχουν κοινοποιηθεί μέχρι στιγμής στις υπηρεσίες του Δήμου, τις ζήτησα προσωπικά και μου απάντησαν ότι δεν τις έχουν, πιστεύω ότι δεν μου απάντησαν ψευδώς. 

Υπάρχει μια γενική κατευθυντήρια γραμμή από τους Κυβερνώντες, τα πάντα υπό τον έλεγχο της κεντρικής διοίκησης και διαχειριστές οι δικοί τους άνθρωποι. 

Οι παραλίες είναι κοινόχρηστοι χώροι, με διάφορα νομικά τερτίπια τις ονομάζουν δημόσιες εκτάσεις, για να μπορούν να ενοικιάζουν και να πουλούν κατά βούληση, υπηρετώντας γνωστά και άγνωστα συμφέροντα. 

Σίγουρα για όλη αυτή τη βρώμα που μας τυλίγει, έχουν ευθύνες όλοι, οι Αυτοδιοικητικοί, οι Βουλευτές, η Οικονομική ελίτ του τόπου, τα Επιμελητήρια, ο Δικηγορικός Σύλλογος, όλοι αυτοί που μπορούσαν να έχουν άποψη και τήρησαν τη σιωπή του αμνού. 

Δεν έχουν τι να πουν, η ανοχή τους είναι ενοχή, όπως επίσης και η μεγάλη μερίδα αυτών που γλείφουν μονίμως την καραμέλα, για τις επενδύσεις που πρέπει να γίνονται στον τόπο, χωρίς να εξετάζουν το πώς και γιατί και σε τι θα ωφεληθεί ο τόπος. 

Βρίσκονται δημοσιογραφούντες της δεκάρας και εφημερίδες, που εξυμνούν τους επιχειρηματίες που θα μας κάνουν ΜΥΚΟΝΟ, θα ανοίξουν μπιτσόμπαρα, θα αφανίσουν τους μικρούς ντόπιους επιχειρηματίες και με το μαύρο χρήμα τους, θα προσπαθήσουν να ελέγχουν, Δήμαρχους, Βουλευτές και περιφερειάρχες. 

Δημοσιογραφικές πληροφορίες αναφέρουν ότι αυτό το κύκλωμα λειτουργούσε 530 εταιρείες, αν πράγματι γίνει συνολικός έλεγχος και όχι επιλεκτικός, ίσως θα φανερωθούν σημεία και τέρατα. 

Απορίας άξιον, η Εφορία βρίσκει άμεσα το χρέος του ενός ευρώ για τον κάθε ταλαίπωρο ιδιώτη, όλα αυτά τα χρέη του κυκλώματος δεν τα εντόπισαν ποτέ, γιατί ήταν μάλλον σκοτεινά και αόρατα. 

Βέβαιο είναι ότι η Αυτοδιοίκηση στο σύνολό της έχει ευθύνες, όχι στις δημοπρατήσεις και τα συμβόλαια ενοικίασης, αλλά στην ένοχη σιωπή της για αυτά που συνέβαιναν και δεν προστάτεψε τους μικροεπαγγελματίες που νοίκιαζαν τις ομπρέλες και τη δημόσια περιουσία. 

Βεβαίως, θα έπρεπε και αυτοί να λειτουργούν σωστά, την ευθύνη πάλι την είχε ο Δήμος, όχι η σημερινή δημοτική αρχή, αλλά μια σειρά Δημοτικών αρχόντων, Δημάρχων. 

Προ χρόνων πολλών έκανε την εμφάνισή της στον τόπο μας η η συγκεκριμένη ΜΑΦΙΑ, είναι σχεδόν σε όλους γνωστό, πότε έγινε η πρώτη ενοικίαση εμβληματικού κτιρίου της πόλης. 

Φίλοι Δημοτικοί Άρχοντες, δεν απευθύνομαι μόνο προσωπικά στον Δήμαρχο, αλλά στο σώμα του Δημοτικού συμβουλίου, έχετε στα χέρια σας τόσα πλεονεκτήματα, είναι η ώρα της παρέμβασής σας, βροντερή θα πρέπει να είναι η απαίτηση, οι παραλίες και τα εμβληματικά κτίρια του νησιού να παραχωρηθούν στον ΔΗΜΟ, δεν μπορεί να τα διαχειρίζεται ένας αμαρτωλός οργανισμός, η ΕΤΑΔ, η διεκδίκηση να γίνει μέσω της Δικαιοσύνης. 

Θα μετρηθεί το ΜΠΟΪ και των άλλων αρχόντων, αν θα συμπλεύσουν με τα αιτήματα του Δήμου ή όχι, γιατί άραγε τα κόμματα της Αντιπολίτευσης σιωπούν;

Να ζητηθεί η άμεση καταβολή των χρεών της εγκληματικής οργάνωσης, θα κατασχεθούν τα χρήματά τους, όσα κατασχεθούν και ο Δήμος θα μείνει με τα χρέη.

Όλα θα κριθούν με το φως των τελικών αποφάσεων, φοβάμαι ότι θα την πληρώσουν μικρομεσαία στελέχη της οργάνωσης και μετά από δυο τρία χρόνια όλα θα ξεχαστούν, γνωστή η ρήση, ζορίζεσαι ΕΤΑΔ την μπάλα στην εξέδρα. 


Από ΤΟ ΧΑΟΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ, να Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΣΑΣ. 


Πηγή: Γιάννης Παρασκευάς / www.rodiaki.gr 


Πέμπτη, Οκτωβρίου 29, 2026

Οι λαοί λένε την τελευταία λέξη

Από τη Βραζιλία μέχρι τη Σερβία αποδεικνύεται ότι την κρίσιμη στιγμή οι κοινωνίες αποφασίζουν 


Εάν κανείς παρακολουθήσει τη δημόσια συζήτηση στη χώρα θα παρατηρήσει ότι το βασικό άγχος πολλών δημοσιολογούντων είναι με ποιον τρόπο θα εξασφαλιστεί η συνέχιση της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, ακόμη και όταν είναι παραπάνω από σαφές ότι έχει χάσει εδώ και καιρό την ουσιαστική νομιμοποίηση μέσα στην κοινωνία και ότι εάν γίνονταν εκλογές αυτή τη στιγμή, θα έπαιρνε ένα ποσοστό που θα σήμαινε ότι έχει χάσει και την τυπική νομιμοποίηση. 

Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένοι έχουν αρχίσει να υποστηρίζουν στα σοβαρά ότι αφού ο Μητσοτάκης είναι η μόνη πραγματική «πρόταση διακυβέρνησης», τότε θα πρέπει να κυβερνήσει ακόμη και εάν στις εκλογές πάρει 30%, δηλαδή ένα ποσοστό που απέχει από οποιαδήποτε έννοια κυβέρνησης με αυτοδυναμία. 

Όλο αυτό έχει να κάνει με τις νοοτροπίες ανθρώπων που έχουν κολλήσει σε ιδεολογίες (και συμφέροντα) που αναδύθηκαν στη δεκαετία του 1990, οδήγησαν τη χώρα στην υπερχρέωση στο τέλος της δεκαετίας του 2000 και στην περίοδο της κρίσης αντιμετώπισαν με κυνισμό και περιφρόνηση τους ανθρώπους που κατέβηκαν στο δρόμο για να εκφράσουν την αγανάκτησή τους και με ξεχωριστή εχθροπάθεια – ενίοτε με μεγαλύτερο μένος και από τους εκπροσώπους της Τρόικας – τις πολιτικές δυνάμεις που υποστήριξαν ότι τα Μνημόνια φέρνουν την πολιτική και κοινωνική καταστροφή. 

Ανθρώπων που και σήμερα ακόμη όταν γράφουν ή σχολιάζουν στην τηλεόραση δεν απέχουν πολύ από το «ας φάνε παντεσπάνι» όταν το ζήτημα είναι η κρίση κόστους ζωής και που θεωρούν εκ προοιμίου αποτυχημένη οποιαδήποτε διεκδίκηση ενός διαφορετικού δρόμου για τη χώρα. 

Ανθρώπων που απλώς μας θυμίζουν πόσο αντιδημοκρατική και τελικά αριστοκρατική ιδεολογία είναι αυτή του «Ακραίου Κέντρου» και πόσο έτοιμη να νομιμοποιήσει την περιφρόνηση της πραγματικής λαϊκής βούλησης. 

Όμως, ό,τι και να κάνουν υπάρχει ένα όριο. Και αυτό τίθεται όταν εκφράζεται όντως η λαϊκή βούληση. Γιατί ένα πράγμα που ξεχνάνε είναι ότι κάποιες στιγμές έρχεται η ώρα και ο λαός δείχνει τι πραγματικά πιστεύει. Και όταν το κάνει, τότε κανένας σχεδιασμός και καμία «μηντιακή καμπάνια» δεν μπορεί να αντέξει. 

Γι’ αυτό και ήταν πραγματικά ελπιδοφόρα τα μηνύματα από τις εκλογές που έγιναν σε δύο διαφορετικά μέρη του κόσμου, σε δύο χώρες με διαφορετικό μέγεθος και με πολύ διαφορετικές ιστορίες: τη Βραζιλία και τη Σερβία. Όμως, αυτό που τις ενώνει είναι το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις την τελευταία λέξη την είχαν οι λαοί. 

Στη Βραζιλία τα λαϊκά στρώματα βρέθηκαν αντιμέτωπα με το ενδεχόμενο να επιστρέψει στην εξουσία μια αυταρχική ακροδεξιά που υποστήριζε την αναίρεση των όποιων κατακτήσεων εξασφαλίστηκαν από τις κυβερνήσεις του Λούλα. Και κατάφεραν, κόντρα στα προγνωστικά να τον επανεκλέξουν. 

Στη Σερβία μια παρατεταμένη λαϊκή κινητοποίηση για τα δικά τους «Τέμπη» οδήγησε σε μια διαδικασία «από τα κάτω» που κατάφερε να δώσει διέξοδο στην ανάγκη της σερβικής κοινωνίας για αλλαγή από μια διακυβέρνηση που είχε καταλήξει να είναι καθεστώς. 

Και στις δύο περιπτώσεις αυτό που έκανε τη διαφορά ήταν η λαϊκή κινητοποίηση, η ενεργοποίηση της κοινωνίας και η προσπάθεια για αυξημένη συμμετοχή στις εκλογές. Και έχει ιδιαίτερη σημασία ότι και στις δύο περιπτώσεις η συμμετοχή στις εκλογές ήταν αυξημένη. Στη Βραζιλία στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, η συμμετοχή αυξήθηκε και ξεπέρασε το 80% και στη Σερβία υπήρξε μια εντυπωσιακή αύξηση της συμμετοχής κατά 10%. Είναι σαφές ότι και στις δύο περιπτώσεις η αύξηση της συμμετοχής συνέβαλε και αυτή στο τελικό αποτέλεσμα. 

Όλα αυτά δεν πρέπει να τα θεωρούμε μακρινά. Γιατί και στη χώρα μας αυτό που στην πραγματικότητα τίθεται είναι ένα μεγάλο δίλημμα: εάν διατηρηθεί το σημερινό καθεστώς ή όχι, εάν η χώρα θα παραμείνει μέσα σε αυτή τη συνθήκη βαθιάς κοινωνικής κρίσης, εάν θα αποκατασταθεί η ίδια η λειτουργία της δημοκρατίας. 

Η κυβέρνηση είναι σαφές ότι ποντάρει στη μειωμένη συμμετοχή και συνολικότερα σε μια κοινωνία παθητική και αποπροσανατολισμένη. Σε μια τέτοια περίπτωση η κοινωνική μειοψηφία που αυτή τη στιγμή συσπειρώνεται γύρω της και αποτελεί τον σκληρό πυρήνα της εκλογικής της βάσης θα της δώσει τον «αέρα» ότι είναι η μόνη ισχυρή πολιτική δύναμη και σε αυτή τη βάση θα εκβιάσει διάφορους «προθύμους» να τη στηρίξουν, ώστε να αποφευχθεί το «χάος». 

Όμως, αυτό το «σενάριο» δεν είναι καθόλου δεδομένο. Γιατί μπορεί τα πράγματα να εξελιχτούν διαφορετικά. Η κοινωνία να κινητοποιηθεί ακριβώς επειδή οι εκλογές θα κρίνουν το μέλλον της χώρας. Η συμμετοχή στις εκλογές να αυξηθεί. Να προσέλθουν να ψηφίσουν αυτοί που μέχρι τώρα δεν πιστεύουν ότι οι εκλογές μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα, αυτοί που συνήθως δεν συμμετέχουν. 

Και τότε τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας θα είναι, εκ των πραγμάτων πολύ μικρότερα. Και το αφήγημα που θέλει τον Κυριάκο Μητσοτάκη να είναι η μόνη πραγματική λύση διακυβέρνησης θα έχει καταρρεύσει και αντιθέτως θα έχει φανεί ότι στα μάτια της κοινωνίας είναι μια κυβέρνηση ανεπιθύμητη.

Μόνο που για να υπάρξει η αύξηση της συμμετοχής και η μαζική κινητοποίηση της κοινωνίας χρειάζεται με πολύ πιο συστηματικό, σοβαρό και μαχητικό τρόπο, να υπάρξει εκείνη η πολιτική πρόταση για το αύριο, που να μπορεί να εμπνεύσει την κοινωνία, να την κάνει να πιστέψει ότι υπάρχει πραγματικά εναλλακτική. Και τότε το τοπίο θα είναι διαφορετικό και όλοι αυτοί που πιστεύουν ότι μπορούν να υπαγορεύουν στην κοινωνία τις δικές τους εμμονές ως εθνικό συμφέρον, θα πάρουν επιτέλους την «τιμητική αποστρατεία» τους. 


Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 

Τετάρτη, Οκτωβρίου 28, 2026

Απέναντι στον φασισμό – και τότε και τώρα και πάντα

Η 28η Οκτωβρίου, ημέρα που ξεκίνησε το έπος του '40, και ο αντιφασιστικός αγώνας που ακολούθησε, αποδεικνύουν ότι όταν χρειαστεί, οι λαοί είναι αυτοί που κάνουν τη διαφορά 


Από τις 28 Οκτωβρίου η χώρα μας επί της ουσίας δεν βρέθηκε απλώς να πολεμάει τους Ιταλούς εισβολείς. Βρέθηκε να πολεμάει τον φασισμό και τον ναζισμό, όπως τον εκπροσωπούσαν οι δυνάμεις του Άξονα. Η επίθεση της Ιταλίας δεν ήταν απλώς μια επιθετική ιμπεριαλιστική ενέργεια. Ήταν και τμήμα της προσπάθειας των φασιστικών δυνάμεων να φτιάξουν μια Ευρώπη και έναν κόσμο όπως τον ήθελαν: ολοκληρωτικό, αυταρχικό, ρατσιστικό, κατά των Εβραίων, των Ρομά, όλων των «κατώτερων λαών», αλλά και των κομμουνιστών και όσων ήθελαν δημοκρατία και ελευθερία. Αυτή η ιδεολογία οδηγούσε στην εδαφική επεκτατικότητα, αυτή οδήγησε τον Χίτλερ στο να επιτεθεί στην Πολωνία και να βάλει σε κίνηση τη μηχανή του πολέμου, αυτή έκανε τον Μουσολίνι να επιτεθεί στην Ελλάδα. 

Δεν είναι μόνο ότι ο ελληνικός λαός έβαλε απέναντί του τον φασισμό. Ο ίδιος ο τρόπος που αγωνίστηκε, ο ενθουσιασμός που έδειξε, τα όνειρα που έκανε για το τι θα σήμαινε η νίκη, πήγαιναν πολύ πέρα από τα πεδία των μαχών και αφορούσαν το όραμα μιας χώρας με δημοκρατία και δικαιοσύνη. Γι’ αυτό αγωνίστηκαν και όχι γιατί τους ενέπνευσε η κυβέρνηση Μεταξά, μια στυγνή δικτατορία που στην πραγματικότητα οραματιζόταν μια ελληνική εκδοχή φασισμού. 

Όλα αυτά δεν αφορούν μόνο τον πόλεμο στο αλβανικό μέτωπο, αλλά και όλον τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο συνολικά. Έναν πόλεμο στο οποίο οι φιλελεύθερες δημοκρατίες συμμάχησαν με την κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση και τα κινήματα αντίστασης για να νικήσουν τον φασισμό και τον ναζισμό. Και μπορεί σήμερα, με όλο το κύμα ιστορικού αναθεωρητισμού, πρώτα και κύρια στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, και την εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού, όλα αυτά να γίνεται προσπάθεια να ξεχαστούν, όμως η ιστορία δεν διαγράφεται. Ο πόλεμος εκείνος είχε μια σαφή διαχωριστική γραμμή που από τη μια είχε τον φασισμό και τον ναζισμό και από την άλλη τις αντιφασιστικές δυνάμεις. 

Στις μέρες μας ο φασισμός σηκώνει κεφάλι ξανά. Με διάφορες μορφές αλλά το ίδιο επικίνδυνος, αντιδραστικός και αποκρουστικός. Ακόμη χειρότερα: σε αρκετές περιπτώσεις τον δρόμο για την επιστροφή του τον στρώνουν «συστημικές» ακόμη και «κεντρώες» δυνάμεις. Και μπορεί οι σημερινοί φασίστες να φοράνε κουστούμι και να μην αρέσκονται να περπατάνε με «βήμα χήνας», όμως δεν είναι λιγότερο επικίνδυνοι. 

Και όπως έδειξε το έπος του 1940, αλλά και η εποποιία της Εθνικής Αντίστασης που ακολούθησε, η αποτελεσματικότερη απάντηση στον φασισμό είναι αυτή που έρχεται από τον ίδιο τον λαό, τη δική του κινητοποίηση. Αυτή ήταν που έκανε τη διαφορά στην Αλβανία, απέναντι σε έναν ισχυρό στρατό, αυτή ήταν που στη διάρκεια της Κατοχής έκανε τον λαό να αντέξει στην πείνα και να αντισταθεί πολύμορφα στις δυνάμεις κατοχής και τους ντόπιους συνεργάτες τους. 

Αυτό το πνεύμα της αντίστασης, της συλλογικότητας και της ελπίδας καταγράφηκε ξανά αρκετές φορές: στη «Χαμένη Άνοιξη» των αγώνων της δεκαετίας του 1960, στο Πολυτεχνείο του 1973, στους αγώνες της Μεταπολίτευσης, στην αλληλεγγύη και τη διαμαρτυρία ενάντια στα Μνημόνια. Αρκετές άλλες στιγμές φαινόταν να υποχωρεί, οι άνθρωποι να είναι κουρασμένοι, να κυριαρχεί ο ατομισμός. Όμως, την κρίσιμη στιγμή, εμφανιζόταν ξανά. 

Αυτό ακριβώς το πνεύμα χρειαζόμαστε τώρα ξανά. Όχι μόνο γιατί σε όλη την Ευρώπη ο φασισμός σηκώνει κεφάλι, αλλά και γιατί η χώρα είναι σε μια καμπή. Τα χρόνια μετά το 2019 αποδείχτηκαν χαμένα χρόνια και αυτό εξηγεί τη μεγάλη λαϊκή δυσαρέσκεια. Όμως, υπάρχει ο κίνδυνος αυτή να μετατραπεί σε κυνισμό και απάθεια. Χρειάζεται η δυσαρέσκεια και γίνει μαζική κινητοποίηση και μια νέα ελπίδα ότι η συλλογική προσπάθεια θα βγάλει τη χώρα από τη σημερινή κρίση.

Οι άνθρωποι τότε δεν ήταν υπεράνθρωποι. Την ησυχία τους ήθελαν, τις μικρές απολαύσεις της ζωής, την ασφάλεια και τη σιγουριά έψαχναν. Όμως, έτρεξαν στο μέτωπο όπως και μετά μπήκαν στην αντίσταση και βγήκαν στα βουνά παρά τους θανάσιμους κινδύνους. 

Η πραγματική αντίσταση και οι βαθιές σημαντικές αλλαγές δεν ξεκινούν από «υπεράνθρωπους», αλλά από καθημερινούς  απλούς πολίτες όταν το επιβάλλουν οι συνθήκες και τους μιλά αλλιώς η ιστορία. Γι’ αυτό και σήμερα όταν χρειαστεί, θα αποδείξουν ότι μπορούν να φέρουν την αλλαγή. 


Πηγή:  Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 


Σάββατο, Οκτωβρίου 24, 2026

Βλέπω μπάσκετ και τρώω πίτσα

Πέφτουν από τα σύννεφα κάποιοι, όταν αποκαλύπτονται δόλια αδικήματα ευυπόληπτων 


Ο κοινωνιολόγος Edwin Sutherland εισάγει τον όρο και την έννοια του εγκληματία του «λευκού κολάρου» ήδη το 1940, αλλά «κάθε γενιά ανακαλύπτει το εταιρικό έγκλημα και το έγκλημα του λευκού κολάρου με κάποια αφελή έκπληξη», λόγω της κοινωνικής θέσης των δραστών. 

Πέφτουν από τα σύννεφα κάποιοι, όταν αποκαλύπτονται δόλια αδικήματα ευυπόληπτων. Προφανώς, σεβόμαστε το τεκμήριο της αθωότητας. Σαφώς, η έγνοια είναι για τους περισσότερους από 2.500 εργαζόμενους, επί ξύλου κρεμάμενους. Όμως, «μπορώ να έχω λίγο τον λογαριασμό κι έναν υπεύθυνο που θέλω να ρωτήσω», τι πιο παραδοσιακά ελληνικό από το να μην είσαι VAT (ΦΠΑ) Fan, που από το 1987 έκανε πρεμιέρα με μπαμ, 6% για είδη ευρείας κατανάλωσης, 18% για υπηρεσίες και 36% στα είδη πολυτελείας. Οι πρώτοι που τον πλήρωσαν ήταν όσοι υποδέχτηκαν το νέο έτος στα «πολιτιστικά κέντρα». 

Πρωινού έργα ήταν το παιχνίδι με τις αόρατες ταμειακές, το λογισμικό που εξαφάνιζε πωλήσεις, τα «κεράσματα» και τ’ άλλα τεχνάσματα, που ήρθαν στο φως από καταγγελία στην Οικονομική Εισαγγελία για εργασιακή ατασθαλία. 

Σε αυτήν την ιστορία με τα λιπαρά και το VAT gap, που είχε κλασικά και στοιχεία μπουφόνικα -«τούβλα» από μετρητά και πολυτελή ρολόγια σε κρύπτη πίσω από παπουτσοθήκη, ούτε σε παρακμιακή ταινία προηγούμενης δεκαετίας-, φαίνεται ότι το μόνο υγιές ήταν η καταγγελία. 

Μία αναφορά στις αρχές, επώνυμη ή ανώνυμη, μπορεί να κλέψει το χαμόγελο από τους εξελιγμένους πειρατές, που διατρανώνουν την αγάπη για την πατρίδα, ενώ στήνουν την παρτίδα. Θεωρούν «μεγάλη απρέπεια τη χρησιμοποίηση εθνικών συμβόλων και ιστορικών γεγονότων με ανάρμοστο τρόπο», ενώ πρεπειά τη δομημένη δουλειά. 

Γιατί μήπως αρκετοί δεν είναι fan; Δεν λέγεται just for fun ότι το θέμα δεν είναι να μην παρανομήσεις, αλλά να μην ξέρεις να το κρύψεις. 


Πηγή: Κατερίνα Τζωρτζινάκη / naftemporiki.gr 


 


Παρασκευή, Οκτωβρίου 23, 2026

Εάν έχουμε δημοκρατία, με 25% δεν δικαιούσαι να κυβερνάς

Η κυβέρνηση θεωρεί ότι έχει προοπτική να κερδίσει τις εκλογές ακόμη και όταν στις δημοσκοπήσεις παίρνει 25% 


Κάποια στιγμή πρέπει να θυμηθούμε τι σημαίνει «κυβερνητική παράταξη». Δηλαδή, να θυμηθούμε ότι ανεξαρτήτως του εκλογικού συστήματος, η παράταξη που κυβερνά τη χώρα δεν αρκεί να είναι η σχετικά μεγαλύτερη, αλλά να έχει μια εκλογική απήχηση ικανή  να της εξασφαλίζει ότι εκπροσωπεί ένα μεγάλο, ακόμη και πλειοψηφικό ρεύμα της κοινωνίας. 

Αυτό εξηγεί γιατί έστω άτυπα πάντα θεωρήθηκε δεδομένο ότι ένα κόμμα θα έπρεπε να πάρει πάνω από 40% για να δικαιούται αυτοδύναμα να κυβερνά. Και μάλιστα αυτό κατοχυρώθηκε σε εποχές που η συμμετοχή στις εκλογές ήταν υψηλή, κάτι που σήμαινε ότι το «πάνω από 40%» σήμαινε πραγματικά μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων. 

Όμως, το θέμα δεν είναι μόνο αριθμητικό: μια παράταξη για να μπορεί να πάρει όντως το 40% και πάνω του ενήλικου πληθυσμού, όντως εκπροσωπούσε την κοινωνία σε όλο το φάσμα. Να το πω απλά: δεν παίρνεις ένα τόσο μεγάλο ποσοστό εάν δεν εκπροσωπείς και λαϊκά στρώματα και τη μεσαία τάξη. Και αυτό σήμαινε ότι ασκούσαν πολιτική τέτοιες παρατάξεις με βάση όλο αυτό το φάσμα κοινωνικών δυνάμεων και αξιώσεων. 

Αυτή ήταν μια εκπροσώπηση που τις έκανε αναγκαστικά να λογοδοτούν περισσότερο στην κοινωνία και να είναι, εκ των πραγμάτων, περισσότερο δημοκρατικές. 

Μάλιστα, στις περιόδους έντονου δικομματισμού αυτό ίσχυε όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά και για την αξιωματική αντιπολίτευση που επίσης έτεινε να είναι ιδιαίτερα ισχυρή και αντίστοιχα διαταξική ως προς την εκπροσώπηση.  

Αυτό έφτασε σε ένα όριο ως προς τα κόμματα εξουσίας με τα μνημόνια, που διέλυσαν τις κοινωνικές εκπροσωπήσεις του ΠΑΣΟΚ πρώτα και κύρια και σε σημαντικό βαθμό και της Νέας Δημοκρατίας. 

Η Νέα Δημοκρατία το 2019 και το 2023 κέρδισε καθαρά τις εκλογές και πήρε ένα ποσοστό που της έδινε πραγματικά χαρακτηριστικά «κυβερνητικής παράταξης». Μπορεί η συμμετοχή στις εκλογές να είχε ήδη υποχωρήσει, όμως παρ’ όλα αυτά πήρε 2.251.618 ψήφους το 2019 και 2.115.322 και ποσοστό 40,56% στις δεύτερες εκλογές του 2023. 

Σήμερα, η Νέα Δημοκρατία κινείται δημοσκοπικά στην πρόθεση ψήφου γύρω στο 25%. Οι δημοσκόποι πάντα δίνουν και μια «εκτίμηση ψήφου», που οδηγεί το ποσοστό της στο 30% περίπου, όμως, αυτές οι εκτιμήσεις δεν έχουν την ίδια βαρύτητα με τη μέτρηση. 

Όπως και να το δει κανείς αυτά δεν είναι ποσοστά που καθιστούν μία παράταξη κυβερνητική. Στην καλύτερη των περιπτώσεων μπορούν να θεωρηθούν ποσοστά που κατοχυρώνουν ότι το κόμμα θα είναι αξιωματική αντιπολίτευση. 

Και δεν είναι μόνο η χαμηλή εκλογική δύναμη που αντιπροσωπεύει το 25%, ιδίως εάν πρόκειται να συνεχιστεί η τάση μειωμένης συμμετοχής. Είναι και το ίδιο το γεγονός ότι αυτό το ποσοστό σημαίνει ότι η ΝΔ δεν εκπροσωπεί μια πλατιά κοινωνική συμμαχία όπως οφείλει να κάνει μια κυβερνητική παράταξη. 

Και αυτό δεν συνάγεται μόνο από μια εκτίμηση για το ποσοστό.

Προκύπτει και από τον τρόπο που σήμερα είναι διαιρεμένη η κοινωνία, ανάμεσα σε κοινωνική μειοψηφία και κοινωνική πλειοψηφία. 

Από τη μια υπάρχει, η μειοψηφία που θεωρεί ότι έχει βελτιωθεί η οικονομική της κατάσταση, δίνει θετική βαθμολογία στην κυβέρνηση στις δημοσκοπήσεις, έχει θετική γνώμη για τον πρωθυπουργό, στηρίζει συγκεκριμένες κυβερνητικές πρωτοβουλίες κα συχνά προτιμά να αυτοπροσδιορίζεται στην κεντροδεξιά. 

Αυτό δεν είναι μόνο πολιτική τοποθέτηση. Σε μεγάλο βαθμό αντιπροσωπεύει και στρώματα που ως έναν βαθμό ωφελήθηκαν από την κυβερνητική πολιτική.

Όμως, απέναντι σε αυτό υπάρχει μια κοινωνική πλειοψηφία, πάνω από τα δύο τρίτα, που αποδοκιμάζει στις δημοσκοπήσεις την κυβέρνηση, θεωρεί ότι τα πράγματα δεν πάνε προς τη σωστή κατεύθυνση στη χώρα, σε σημαντικό βαθμό θεωρεί ότι έχει επιδεινωθεί η οικονομική της κατάσταση, και διεκδικεί την πολιτική αλλαγή.

Είναι σαφές ότι όλος αυτός ο ωκεανός δυσαρέσκειας μπορεί να έχει διαφορετικές ιδεολογικές ή πολιτικές αναφορές, αλλά σίγουρα περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των λαϊκών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης.

Όλα αυτά εξηγούν γιατί αυτή τη στιγμή δεν μπορεί με τίποτε να θεωρηθεί η Νέα Δημοκρατία ως μια δυνάμει κυβερνητική παράταξη. Αντιθέτως, όλα τα δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν ότι πρόκειται για μια παράταξη στην οποία η κοινωνία γυρνάει την πλάτη και αναζητά μια εναλλακτική.

Γνωρίζω καλά τον αντίλογο: ότι αυτή τη στιγμή είναι η πιο συμπαγής εκλογική δύναμη και διατηρεί τη δημοσκοπική πρωτιά. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιούται να κυβερνά, αλλά ότι δεν έχει διαμορφωθεί ακόμη ο συσχετισμός δύναμης που θα οδηγήσει σε μια εναλλακτική διακυβέρνηση. Κάτι που με τη σειρά του αναδεικνύει και την ευθύνη όσων αναφέρονται στην ανάγκη εναλλακτικής, να την κάνουν σχέδιο και πολιτική πρόταση που θα συσπειρώνει γύρω του μια εκλογική δυναμική όντως «κυβερνητικής παράταξης».

Γνωρίζω, επίσης, αυτό το οποίο επί της ουσίας λέει η κυβέρνηση: εφόσον είμαστε η πιο ισχυρή και συμπαγής παράταξη, το μόνο που χρειαζόμαστε είναι να υπάρξουν οι απαραίτητοι «πρόθυμοι» σύμμαχοι, είτε αυτό αφορά κόμματα, είτε μεμονωμένους βουλευτές σε επαρκή αριθμό. Μόνο που αυτό θα είναι μια παραχάραξη του εκλογικού αποτελέσματος και της λαϊκής βούλησης. Ακόμη περισσότερο, θα βάλει και τη χώρα μας στον φαύλο κύκλο της συγκρότησης κυβερνήσεων «συνεργασίας» ή, ακόμη χειρότερα, «εθνικής σωτηρίας» που θα επιμένουν να εφαρμόζουν μετά τις εκλογές τις πολιτικές που οι πολίτες θα έχουν συντριπτικά απορρίψει στις εκλογές. Μετά θα γίνουμε όντως Γαλλία…

Ότι η κυβέρνηση σκέφτεται με έναν δομικά αντιδημοκρατικό τρόπο δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Σε αυτό τουλάχιστον είναι συνεπής. Αυτό, όμως, που χρειάζεται είναι να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της διαμόρφωσης πειστικής εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης με τη σοβαρότητα που του αναλογεί: δηλαδή ως ζήτημα δημοκρατίας και όχι απλώς «πολιτικού παιχνιδιού». 


Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 


Τρίτη, Οκτωβρίου 20, 2026

Οι κοινωνίες δεν χρειάζονται «τάξη». Βαθιά αλλαγή έχουν ανάγκη

Στον απόηχο του ξεσηκωμού στη Γαλλία – και όχι μόνο – όλοι αυτοί που δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα, μιλούν τη γλώσσα της «τάξης» 


Την ώρα που η Γαλλία δεν έχει ακόμη συνέλθει από τον πρωτοφανή παλλαϊκό -και όχι μόνο νεανικό- ξεσηκωμό του περασμένου Σαββάτου, στην Ελλάδα βγήκαν κιόλας οι καλοθελητές που σπεύδουν να διεκτραγωδήσουν τις «καταστροφές» και τους «βανδαλισμούς» και να υπογραμμίσουν με νόημα ότι για αυτόν τον λόγο και οι πολίτες, αντανακλαστικά, θα προτιμήσουν τη «σταθερότητα». 

Ορισμένοι, μάλιστα το λένε πιο ωμά: «τέτοιες καταστάσεις διευκολύνουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη», γιατί του επιτρέπουν να πει ότι εάν δεν επανεκλεγεί, για να διαχειριστεί όπως υποτίθεται αυτός ξέρει, τις μεγάλες προκλήσεις του επόμενου διαστήματος, κινδυνεύει και η δική μας χώρα να ζήσει στιγμές ανάλογες με αυτές της Γαλλίας. 

Άλλοι, πάλι πάνε να κάνουν «ανάλυση» τύπου «βγάζω φλας αριστερά, για να στρίψω δεξιά». «Καλά όλα αυτά, αλλά τέτοιες εξεγέρσεις ξυπνούν τη “σιωπηλή πλειοψηφία”, με αποτέλεσμα τελικά να είναι η Δεξιά αυτή που κερδίζει». «Δείτε και τον Ντε Γκώλ, πώς κέρδισε τις εκλογές αμέσως μετά τον Μάη του 1968 στη Γαλλία», σπεύδουν να προσθέσουν. Και εδώ το συμπέρασμα πάλι καταλήγει να είναι το ίδιο: κάθε άλλη επιλογή εκτός από τη συνέχεια της σημερινής διακυβέρνησης, που παρουσιάζεται ως συνώνυμη της «σταθερότητας», είναι καταστροφική και δεν έχει καν νόημα να πιστέψουμε ότι η λαϊκή κινητοποίηση μπορεί να οδηγήσει στο να πάνε τα πράγματα σε πιο αριστερή, δημοκρατική και προοδευτική κατεύθυνση. 

Βεβαίως, όπως συμβαίνει συχνά με τέτοιες εύκολες «γενικεύσεις», η ιστορική εμπειρία είναι πολύ διαφορετική. Στον 20ο αιώνα ήταν οι μεγάλοι κύκλοι μαζικής κινητοποίησης – μαζί με τον φόβο επανάληψης μιας επανάστασης όπως στη Ρωσία – που οδήγησε στις μεγάλες κοινωνικές κατακτήσεις, από την κοινωνική ασφάλιση, τη δωρεάν δημόσια υγεία και παιδεία έως τις συλλογικές συμβάσεις και την αναδιανομή εισοδήματος. 

Γιατί μπορεί ο Ντε Γκωλ όντως να κέρδισε τις εκλογές αμέσως μετά τον Μάη του 1968, αλλά οι παραχωρήσεις που έκανε η γαλλική Κεντροδεξιά, ήταν μεγάλες, ξεκινώντας από τις μεγάλες μισθολογικές αυξήσεις που οδήγησαν στον τερματισμό των απεργιών του Μάη. 

Αλλά, και στη χώρα μας, εάν δεν είχαμε όλους τους μεγάλους αγώνες και κινητοποιήσεις της μεταπολίτευσης, δεν θα είχαμε την ολοένα και μεγαλύτερη στροφή της ελληνικής κοινωνίας σε πιο προοδευτική κατεύθυνση με αποκορύφωμα την «Αλλαγή» του 1981 και ίσως το μεγαλύτερο κύμα προοδευτικών δημοκρατικών αλλαγών της μεταπολεμικής περιόδου. 

Και βέβαια στην περίοδο της μεγάλης κρίσης στη χώρα μας, ήταν οι μεγάλες, εκρηκτικές συχνά, κινητοποιήσεις του αντιμνημονιακού κινήματος που έθεσαν επί τάπητος το ερώτημα εάν μπορεί να υπάρξει μια διακυβέρνηση που να μην εκπροσωπεί τους «Βάστα Σόιμπλε» και τη λογική «και εάν δεν υπήρχαν τα μνημόνια, θα έπρεπε να τα είχαμε εφεύρει».

Επομένως, όλοι αυτοί που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για το «χάος» και τις «ταραχές» και εξυμνούν τη σταθερότητα, στην πραγματικότητα αυτό που δεν θέλουν είναι να διατυπωθεί μια εναλλακτική κυβερνητική πρόταση, ικανή να κάνει πράξη μια ριζική αλλαγή πολιτικής προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων. Την πολιτική αλλαγή φοβούνται, όχι το «χάος».

Γιατί πρέπει να αναλογιστούμε τι σημαίνει σήμερα «σταθερότητα». Σημαίνει ότι θα συνεχιστεί μια πολιτική που συνεπάγεται ότι τα λαϊκά στρώματα, και ιδίως η νεολαία» παραδίδονται απροστάτευτα στην ακρίβεια και τη στεγαστική κρίση. Ότι θα οξυνθούν ακόμη περισσότερο οι κοινωνικές ανισότητες. Ότι θα ενταθεί η υπονόμευση και τελικά ιδιωτικοποίηση της δημόσιας υγείας και παιδείας. Ότι οι υποδομές δεν θα αναβαθμιστούν, καθώς δημόσιοι και ευρωπαϊκοί πόροι θα συνεχίσουν να μοιράζονται σε «ημετέρους». Ότι θα χειραγωγηθούν πλήρως οι θεσμοί του κράτους δικαίου και θα ενταθεί η αστυνομική καταστολή απέναντι σε όποιον διαφωνεί και διεκδικεί. Ότι θα συνεχιστεί η προετοιμασία του εδάφους για την ολική επαναφορά της Ακροδεξιάς στο πολιτικό προσκήνιο. 

Και εδώ να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Προφανώς και οι άνθρωποι φοβούνται τις περιόδους μεγάλης αναταραχής. Είναι φυσικό. Αυτό δεν σημαίνει ότι φοβούνται γενικά τις λαϊκές κινητοποιήσεις. Ιδίως όταν τα αιτήματά τους είναι δίκαια και βγαίνουν μέσα από πραγματικές κοινωνικές ανάγκες. Και η ιστορία δείχνει πως όταν το μαχαίρι φτάσει στο κόκκαλο, τότε και οι «νοικοκυραίοι κατεβαίνουν στον δρόμοι και οι «φιλήσυχοι πολίτες».

Αυτοί που μισούν, εξαρχής, τις μαζικές κινητοποιήσεις και τους αγώνες, είναι αυτοί που μεταφράζουν σε ιδεολογία το στενό τους συμφέρον, δηλαδή η κοινωνική μειοψηφία που ωφελείται από τις σημερινές πολιτικές και κατεξοχήν στρατεύεται πίσω από κυβερνήσεις όπως η σημερινή, και όσοι πιστεύουν ότι η λύση για όλα τα προβλήματα είναι το «στιβαρό χέρι» ενός αυταρχικού κράτους, δηλαδή η Ακροδεξιά και οι νοσταλγοί του φασισμού.

Γι’ αυτόν τον λόγο και το πραγματικό συμπέρασμα που βγαίνει από τον κύκλο μεγάλων κινητοποιήσεων στον οποίο φαίνεται ότι μπαίνουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, αντιμέτωπες με τον εκρηκτικό συνδυασμό ανάμεσα στα οξυμένα κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν και την κυνική απροθυμία των πολιτικών συστημάτων και των κυβερνήσεων να δώσουν λύσεις και πειστικές απαντήσεις, δεν είναι πώς θα εξασφαλιστεί η «σταθερότητα» στα ίδια αδιέξοδα, αλλά πώς θα υπάρξουν οι αναγκαίες βαθιές αλλαγές πολιτικής που απαιτούνται για να μειωθεί η πραγματική ανασφάλεια των πολιτών, μια ανασφάλεια που δεν προκαλείται από τους διαδηλωτές, αλλά από όλους εκείνους που μιλούν μόνο τη γλώσσα των αριθμών και όχι των ανθρώπινων αναγκών. 


Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 


Δευτέρα, Οκτωβρίου 19, 2026

Μέρες ξεσηκωμού

Σε όλη την Ευρώπη οι νέοι – και όχι μόνο – ξεσηκώνονται απέναντι στην πρωτοφανή αδυναμία του πολιτικού συστήματος να απαντήσει σε στοιχειώδεις ανάγκες 


Όποιος νομίζει ότι όσα συνέβησαν στη Γαλλία, με τις πρωτοφανούς μαζικότητας διαδηλώσεις και τις συγκρούσεις με την αστυνομία είναι απλώς κάποια γαλλική ιδιαιτερότητα απλώς δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς συμβαίνει στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. 

Το ίδιο ισχύει, προφανώς, και για όσους αυτή τη στιγμή σπεύδουν κυρίως να δώσουν έμφαση στις καταστροφές ή τους βανδαλισμούς, για να υποστηρίξουν ότι αυτό που συμβαίνει είναι απλώς μια έκρηξη παραβατικότητας, την ώρα βέβαια που δεν έχουν να πουν λέξη για την ωμή αστυνομική βία που ρίχνει λάδι στη φωτιά. 

Γιατί αυτό που συμβαίνει στη Γαλλία είναι έκφραση ενός πανευρωπαϊκού προβλήματος. Άλλωστε, δεν συμβαίνει μόνο στη Γαλλία: είχαμε μεγάλες κινητοποιήσεις στην Ισπανία γύρω από τη στεγαστική κρίση και η γειτονική Αλβανία συγκλονίζεται από μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις. 

Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλες αυτές τις κινητοποιήσεις πρωταγωνιστεί η νεολαία. Είναι η κοινωνική κατηγορία που αυτή τη στιγμή είναι στο στόχαστρο και πληρώνει το μεγαλύτερο τίμημα από όλες τις άλλες κοινωνικές κατηγορίες. 

Σε όλη την Ευρώπη η δημόσια εκπαίδευση, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, είναι υποχρηματοδοτημένη, καθώς εφαρμόζονται πολιτικές λιτότητας στο όνομα της «δημοσιονομικής πειθαρχίας», με αποτέλεσμα προβλήματα όπως η έλλειψη εκπαιδευτικών, οι υπερβολικά μεγάλες τάξεις, και οι σοβάδες που πέφτουν. Η πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση δεν σημαίνει υποχρεωτικά και κοινωνική άνοδο, όπως ίσχυε στο παρελθόν, και ακόμη και οι πτυχιούχοι καταλήγουν σε κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας που σήμερα υποτίθεται ότι κρατούν χαμηλά την ανεργία. Οι νέες και οι νέοι είναι αυτοί που σήμερα αναγκάζονται να μένουν με τους γονείς τους, θύματα της στεγαστικής κρίσης που κάνει τα σπίτια απλησίαστα, ενώ ακριβώς επειδή αναλαμβάνουν τις πιο κακοπληρωμένες εργασίες υφίστανται πολύ πιο άμεσα τις επιπτώσεις της συνολικότερης κρίσης κόστους ζωής. 

Όμως, δεν είναι μόνο οι νέοι. Αυτή τη στιγμή σε όλη την Ευρώπη, εάν κανείς κοιτάξει τι υπόσχονται οι «συστημικές» πολιτικές δυνάμεις, αυτό που θα δει είναι ακόμη περισσότερη λιτότητα, ακόμη περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις, ακόμη μεγαλύτερο περιορισμό των καλύψεων που προσφέρουν τα δημόσια συστήματα υγείας, ακόμη πιο ελαστικές σχέσεις εργασίας. Το κοινωνικό κράτος βάλλεται από παντού και κατακτήσεις όπως οι συλλογικές συμβάσεις αφορούν ολοένα και μικρότερο τμήμα του εργατικού δυναμικού. Την ίδια στιγμή αναγκαίες πολιτικές, όπως αυτές που αφορούν την πράσινη μετάβαση, κατά βάση θα χρηματοδοτηθούν με το να μεταφερθεί το κόστος στις πλάτες των νοικοκυριών. 

Όλα αυτά πλέον παρουσιάζονται ως αυτονόητα. Πρωθυπουργοί και υπουργοί μιλούν μόνο τη γλώσσα των αριθμών και οποτεδήποτε πρέπει να απαντήσουν για πραγματικές κοινωνικές ανάγκες το μόνο που έχουν να πουν είναι ότι «δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος». Την ίδια ώρα, προσπαθούν να πείσουν τις κοινωνίες ότι τα πραγματικά τους προβλήματα είναι μόνο αυτά που αφορούν την ασφάλεια, υποδεικνύοντας ως «εχθρούς» τους μετανάστες, τους πρόσφυγες και τους Ρομά και «προσφέροντας» αντί για καλύτερη δημόσια εκπαίδευση και υγεία απλώς περισσότερη αστυνομία.

Σε αυτό το φόντο είναι που η Ευρώπη αυτή τη στιγμή επενδύει στους αμυντικούς εξοπλισμούς και σκοπεύει να μεταφέρει πόρους από το κοινωνικό κράτος στην άμυνα. Κάτι που απλώς θα δημιουργήσει ακόμη περισσότερα κοινωνικά προβλήματα και που συνεπάγεται μεγάλους κινδύνους. 

Την ώρα που οι δείκτες δυσαρέσκειας και απονομιμοποίησης των κυβερνήσεων και των πολιτικών τους είναι σε δυσθεώρητα ύψη, το πολιτικό σύστημα, οι δημοσιογράφοι, οι κάθε λογής «ειδικοί» προσπαθούν να πείσουν τους ανθρώπους, ότι δεν υπάρχει καμία άλλη εναλλακτική από τη σημερινή κατάσταση και πως οτιδήποτε άλλο θα ισοδυναμούσε με κάθοδο στο χάος. 

Αυτή τη στιγμή οι κυβερνήσεις είναι τελείως αμήχανες απέναντι σε αυτή την κατάσταση, πρωτίστως γιατί δεν περνάει καν από το μυαλό τους μια διαφορετική πολιτική που θα απαντάει σε υπαρκτά προβλήματα και κοινωνικές ανάγκες και θα μειώσει την κοινωνική ανασφάλεια που αυτή τη στιγμή κυριαρχεί στις κοινωνίες. 

Γι’ αυτό τον λόγο και αντί να μιλήσουν πραγματικά με τις κοινωνίες, δηλαδή να ανταποκριθούν στα αιτήματά τους, αυτό που κάνουν είναι να προσπαθούν να μιλήσουν για «υποκινητές» ή να στοχοποιήσουν όσους πολιτικούς χώρους αμφισβητούν τις τρέχουσες καταστροφικές πολιτικές. 

Όλα αυτά επιτείνονται από τον τρόπο που μέσα στα κόμματα, στα κάθε λογής think tanks, στα πανεπιστήμια, στα ΜΜΕ, διαμορφώθηκε ένα διανοητικό κλίμα που μετέτρεψε τον νεοφιλελευθερισμό σχεδόν σε θρησκευτικό δόγμα και έφτιαξε μια ολόκληρη γενιά πολιτικών, «αναλυτών», δημοσιογράφων που δεν μπορεί να σκεφτεί έξω από αυτό το πλαίσιο, ακόμη και όταν αυτό εμφανώς έχει αποτύχει και να φέρει την ανάπτυξη – η Ευρώπη είναι σε στασιμότητα εδώ και καιρό – και να απαντήσει στις απαιτήσεις της κοινωνίας για μια αξιοπρεπή ζωή. 

Για αυτό τον λόγο και όλο αυτό το σύστημα όχι μόνο δεν μπορεί να σκεφτεί ότι μπορούν να υπάρξουν εναλλακτικές, αλλά και επιδίδεται στη συκοφάντηση εκείνων των ρευμάτων και των πολιτικών που σήμερα επιμένουν ότι όχι μόνο μπορεί να υπάρξει μια εναλλακτική πολιτική, αλλά μπορεί να είναι και εφικτή και να συνδυάζει την ανάπτυξη με την κοινωνική δικαιοσύνη. 

Όμως, φαίνεται ότι οι κοινωνίες, η καθεμιά με το δικό της τρόπο, αρχίζουν να αρνούνται το «δεν υπάρχει καμία εναλλακτική» και για αυτό κατεβαίνουν στο δρόμο. Όμως, αυτό που πραγματικά θα τους δώσει διέξοδο – και όχι απλώς εκτόνωση της οργής – θα είναι να υπάρξουν πολιτικές προτάσεις που να δείχνουν το δρόμο μιας εναλλακτικής διακυβέρνησης. Αυτή είναι σήμερα η ιστορική ευθύνη των δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων στην Ευρώπη. 


Πηγή:  Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 

Τρίτη, Οκτωβρίου 13, 2026

Το ερώτημα δεν είναι γιατί εξεγείρονται οι νέοι, αλλά γιατί δεν εξεγείρονται πιο συχνά

Το μόνο που προσφέρουμε στη νεολαία αυτή τη στιγμή είναι πλήθος λόγων για να εξεγερθεί 


Αξίζει τον κόπο να αναλογιστούμε τι σημαίνει να είσαι σήμερα νέα ή νέος, να είσαι 15-25 ετών, να είσαι στο σχολείο ή στο Πανεπιστήμιο ή σε κάποιο ΙΕΚ, ή ακόμη και να έχεις ήδη βγει στην εργασία. 

Να καλείσαι να αντιμετωπίσεις ένα σχολείο σε βαθιά κρίση, υποστελεχωμένο, συχνά αποκομμένο από την πραγματικότητα και αμήχανο ως προς την ικανότητά του να σε προετοιμάσει για έναν κόσμο όλο και πιο περίπλοκο και ανασφαλή. 

Να βρίσκεσαι σε ένα δημόσιο πανεπιστήμιο υποχρηματοδοτημένο και στοχοποιημένο, που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ικανότητά του να παράγει γνώση, έρευνα και εξειδίκευση και στις παθογένειες μιας κοινωνίας και οικονομίας που συχνά ανταμείβουν περισσότερο την αρπαχτή παρά τη δημιουργικότητα. 

Να σκέφτεσαι ότι η βασική προοπτική που σου προσφέρεται, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, δεν είναι να βρεις μια δουλειά ανάλογη με τις γνώσεις και δεξιότητές σου, αλλά στην καλύτερη περίπτωση μια δουλειά στον ευρύτερο χώρο των «υπηρεσιών», ή, για να το πούμε απλά, να κάνεις «σεζόν». 

Να βλέπεις ολοένα και περισσότερο να μην αντιμετωπίζεσαι ως το μέλλον ή η ελπίδα της κοινωνίας, αλλά ως πρόβλημα, και επιπλέον «έξοδο», να σε θεωρούν εξ ορισμού «παραβατικό», να σε στραβοκοιτάνε τα «όργανα της τάξης» και άμα κάνεις το λάθος να διαμαρτυρηθείς και να διεκδικήσεις να αντιμετωπίζεις κλομπ και δακρυγόνα. 

Να είσαι 16 ή 20 χρονών και να ξέρεις ότι όταν φτάσεις τα 45 έτη μεγάλες περιοχές του πλανήτη θα είναι κυριολεκτικά αβίωτες, γιατί παρά τις υποκριτικές διακηρύξεις, τίποτα δεν γίνεται για να ανακοπεί η κλιματική καταστροφή. 

Να βλέπεις πολιτικές ελίτ και «παγκόσμιες ηγεσίες» να σου φτιάχνουν έναν κόσμο όλο και πιο διαιρεμένο, όλο και πιο βίαιο, όλο και πιο επικίνδυνο, έναν κόσμο όπου είναι πολύ πιθανό να σου ζητήσουν να πολεμήσεις σε πολέμους που κανένας δεν σε ρώτησε εάν συμφωνείς. 

Να αντιμετωπίζεις μια κοινωνία που γερνάει με δραματικό τρόπο και αντί, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, να επενδύει στη νεολαία, να κάνει το ακριβώς αντίθετο: να την αντιμετωπίζει ως βάρος, ως κόστος, ως μπελά, ως ενόχληση. 

Αν τα σκεφτούμε όλο αυτά, αντιλήψεις και καταστάσεις που ισχύουν για όλη την Ευρώπη, και όχι μόνο για τη Γαλλία, τότε μπορούμε να καταλάβουμε ότι το θέμα δεν είναι γιατί εξεγείρεται η νεολαία, αλλά γιατί δεν εξεγείρεται ακόμη περισσότερο, ακόμη πιο έντονα, ακόμη πιο μαζικά, ακόμη πιο εκρηκτικά. 

Κατανοούμε γιατί σήμερα παίρνουν σκυτάλη οι φοιτητικοί σύλλογοι της Αθήνας, ενώ και στην Ισπανία οι νέοι βγήκαν ήδη στους δρόμους γιατί είδαν τους ανθρώπους που πετάνε στο δρόμο, τα funds και οι εφαρμοζόμενες πολιτικές. 

Ολοένα και περισσότερο φτιάχνουμε κοινωνίες που δεν προσφέρουν μέλλον στη νεολαία, αλλά κατά βάθος της λένε: «κάτσε καλά, γιατί χάρη σου κάνουμε». Κοινωνίες που στο όνομα μιας «ανάπτυξης» που στην πραγματικότητα είναι απλώς συνώνυμη της έκρηξης των κοινωνικών ανισοτήτων, της αναξιοκρατίας και του κυνισμού του μεγάλου πλούτου, δεν προσφέρουν πια ελπίδα, αλλά – στην καλύτερη των περιπτώσεων – πιθανότητες επιβίωσης, και αυτές ως ατομική πρόκληση και όχι ως εγγυημένο κοινωνικό δικαίωμα. Κοινωνίες όπου η διαρκής συναλλαγή, επιχειρηματική, πολιτική, πολιτικοεπιχειρηματική, υποκαθιστά κάθε έννοια λογοδοσίας στην κοινωνία, κάνοντας τη δημοκρατία πουκάμισο αδειανό. 

Ποτέ δεν κάνουμε τον κόπο να ακούσουμε τι θέλουν οι νέοι, αυτοί που εύκολα τους απαξιώνουμε λέγοντας ότι «δεν διαβάζουν» ή ότι «είναι κολλημένοι στις οθόνες», όταν στην πραγματικότητα αυτοί που κατεξοχήν ζουν βουτηγμένοι στην εικονική πραγματικότητα των μέσων κοινωνική δικτύωσης είναι όσοι γκρινιάζουν για τα προβλήματα της νεολαίας. 

Γιατί εάν τους ακούγαμε, τότε θα βλέπαμε ότι προβληματίζονται και αγωνιούν οι νέες και οι νέοι, θα βλέπαμε ότι έχουν αξίες και ιδανικά, ότι ιεραρχούν την ποιότητα της ζωής πάνω από την απλή αύξηση του εισοδήματος, ότι θέλουν πραγματική κοινωνικότητα, ελεύθερο χρόνο, δυνατότητα να ζήσουν πραγματικά, αντί διαρκώς να πρέπει να αποδεικνύουν ότι είναι επαρκείς, αξιοκρατία και δικαιοσύνη. Θα δούμε την αγωνία τους όταν συνειδητοποιούν ότι θα δουλεύουν μια ζωή για να ζουν τελικά με δανεικά και χειρότερα από τους γονείς τους, ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τον κυνισμό του εργοδότη και του σπιτονοικοκύρη, ότι θα στοχοποιούνται με το παραμικρό.  

Οι νέοι, που κατεβαίνουν στους δρόμους, που κάνουν καταλήψεις, που συγκρούονται με την αστυνομία δεν είναι παραβατικοί. Πραγματικά παραβατική είναι μια κοινωνία που προσπαθεί, καθημερινά, να τους κάνει τη ζωή πιο δύσκολη και το μέλλον χειρότερο. Μια κοινωνία που έχουν κάθε λόγο να θέλουν να αλλάξουν. 


Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 

==================================

Στους δρόμους… 

Το σκίτσο του Γιάννη Δερμεντζόγλου από το Tvxs 



Δευτέρα, Οκτωβρίου 12, 2026

Ο κόσμος «καίγεται» και εμείς το… 25%

Είναι σαφές ότι οι δρόμοι της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών αποκλίνουν ολοένα και περισσότερο 


Ο Τραμπ καταλήγει σε συμφωνία με τον Πούτιν, για να πάρει αμέσως εκατοντάδες χιλιάδες τόνους ρωσικού ντίζελ, μήπως και μειώσει τις τιμές στα αμερικανικά πρατήρια, εν όψει των εκλογών για το Κογκρέσο. 

Σε αντάλλαγμα, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοινώνει το πολιτικό τέλος του Ζελένσκι, τον οποίο έχει «χρυσώσει» η Ευρώπη, για να αυξήσει την πίεση στη Ρωσία. 

Είναι σαφές ότι οι δρόμοι της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών αποκλίνουν ολοένα και περισσότερο. 

Βρισκόμαστε εν μέσω μιας καταιγίδας: πόλεμος, τιμές της ενέργειας και πληθωρισμός στα ύψη και σχεδόν απαγορευτικό κόστος δανεισμού. 

Στην ίδια την Ε.Ε., η διαμάχη για τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό 2028-2034 κλιμακώνεται, με τη Γερμανία να πιέζει για περικοπές εκατοντάδων δισ. ευρώ για τη συνοχή και την αγροτική οικονομία. Και αυξήσεις κυρίως στις αμυντικές δαπάνες για πόλεμο με τη… Ρωσία! 

Και η περιβόητη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης να παραμένει μια οφθαλμαπάτη, όσο οι Βρυξέλλες και η Γερμανία συνεχίζουν να συγχέουν τους αυξημένους αμυντικούς προϋπολογισμούς με πραγματική πολιτική ανεξαρτησία. 

Μέσα σε όλα αυτά, ηχεί τουλάχιστον παράξενη η διαβεβαίωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ότι η Ελλάδα -ειδικά μετά και την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο- «εδραιώνει τη θέση της ως πυλώνα σταθερότητας σε μια ασταθή περιοχή και ως αξιόπιστου εταίρου, αλλά και ως γέφυρα συνεργασίας ανάμεσα στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες»! 

Πώς άραγε γεφυρώνουμε το χάσμα ανάμεσα στον Τραμπ και την Ε.Ε.; Με ποιες πρωτοβουλίες; Δίνοντας απλά το βήμα της Πνύκας στον Μάρκο Ρούμπιο, να επιτεθεί στην Ευρώπη; Όταν, όμως, τα βρίσκει ο Τραμπ με τον Πούτιν, η ελληνική κυβέρνηση με ποια πλευρά είναι; Για να είμαστε δίκαιοι, βέβαια, όχι ότι είχε άδικο ο επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στις επικρίσεις του για την Ευρώπη. Αλλά δεν το λες αυτό και επιτυχία για μια χώρα-μέλος της Ε.Ε.! 

Όταν μάλιστα ο πρωθυπουργός θεωρεί «επιτυχία» τον στόχο να εξασφαλίσει η Ν.Δ. ποσοστό 25% στις επικείμενες εκλογές! 

Γιατί άραγε ο πρωθυπουργός άνοιξε μια συζήτηση, την οποία μέχρι τώρα απέφευγε κατηγορηματικά, μιλώντας μόνο για αυτοδυναμία; Μια συζήτηση που δείχνει πόσο ολισθηρό είναι το διάστημα που απομένει μέχρι τις εκλογές, προκαλώντας περισσότερο φόβο, παρά αισιοδοξία; Φαίνεται ότι ο επερχόμενος χειμώνας δεν θα είναι δύσκολος μόνο για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Αλλά και για την ίδια την κυβέρνηση… 


Πηγή: Μιχάλης Ψύλος / naftemporiki.gr 

Σάββατο, Οκτωβρίου 10, 2026

Η κοινωνική κρίση δεν είναι ενδεχόμενο, αλλά πραγματικότητα.

Τα στοιχεία για τον πληθωρισμό δείχνουν ότι η χώρα μας ήδη μπαίνει σε μια κοινωνική κρίση 



Με 5% «έτρεχε» ο πληθωρισμός στη χώρα μας τον Σεπτέμβριο (ο εναρμονισμένος με τα ευρωπαϊκά πρότυπα δείκτης τιμών καταναλωτή έτρεχε με 5,1%). Πιο πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που εκτιμάται ότι τον Σεπτέμβριο θα είναι 3,8% και πολύ πιο πάνω από την εκτίμηση της κυβέρνησης στο προσχέδιο του προϋπολογισμού πέρσι που προέβλεπε ότι ο μέσος πληθωρισμός για το 2026 θα υποχωρούσε  στο 2,2%, αλλά και από την εκτίμηση που περιλαμβάνει το προσχέδιο προϋπολογισμού φέτος που μιλούσε για πληθωρισμό 3,8%. 

Η ίδια η ανάλυση του πώς διαμορφώνεται, σε ετήσια βάση ο πληθωρισμός δείχνει και τον πυρήνα του προβλήματος. Σε ετήσια βάση η ομάδα «Στέγαση» (ενοίκια κατοικιών, επισκευή και συντήρηση κατοικίας, διάφορες υπηρεσίες που σχετίζονται με το σπίτι, ηλεκτρισμό, φυσικό αέριο, πετρέλαιο θέρμανσης, στερεά καύσιμα) είχε αύξηση 14,7%, ενώ 11,3% ήταν η αύξηση στην ομάδα «Μεταφορές» (πετρέλαιο κίνησης, καύσιμα αυτοκινήτου (βενζίνη), συντήρηση και επισκευή εξοπλισμού προσωπικής μεταφοράς, άλλες υπηρεσίες σχετικές με την προσωπική μεταφορά, εισιτήρια μεταφοράς επιβατών με αεροπλάνο). 

Αν πάμε να δούμε πιο συγκεκριμένα στοιχεία, θα δούμε ότι το φυσικό αέριο αυξήθηκε μέσα σε έναν χρόνο 55,2%, το πετρέλαιο θέρμανσης 53,2%, το πετρέλαιο κίνησης 38,8%, η βενζίνη 22,5% και το ηλεκτρικό ρεύμα 15%. Προσθέστε και την αύξηση 12,3% στο μοσχάρι και 9,7% στο αρνί, 22% στα αεροπορικά εισιτήρια και 29,8% στα σε ξενοδοχεία-μοτέλ-πανδοχεία. 

Όπως γίνεται σαφές στον πυρήνα του προβλήματος αυτή τη στιγμή βρίσκεται η μεγάλη αύξηση στο ενεργειακό κόστος, που αφετηρία έχει γεωπολιτικές εξελίξεις. Μόνο που μια τέτοια αύξηση δεν θα μείνει εκεί, αλλά θα μετακυλιστεί και στις τιμές των προϊόντων που παράγονται και μεταφέρονται, ενισχύοντας τις πληθωριστικές τάσεις, την ώρα που δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι σύντομα θα επιλυθούν οι γεωπολιτικοί λόγοι που αυξάνουν τις τιμές της ενέργειας ιδίως στην Ευρώπη. 

Επιπλέον, η παγκόσμια αυξητική τάση στις αποδόσεις των ομολόγων, που σε μεγάλο βαθμό προεξοφλεί σταθερά υψηλότερο πληθωρισμό, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα μετατραπεί και σε άνοδο των επιτοκίων και άρα και σε άνοδο του κόστους δανεισμού για τις επιχειρήσεις, κάτι που με τη σειρά του ως ένα βαθμό θα μεταφερθεί και στις πλάτες των καταναλωτών. 

Όμως, όταν μιλάμε για αύξηση του πληθωρισμού δεν παρατηρούμε απλώς μια στατιστική παράμετρο. Αυτή τη στιγμή ο αυξημένος πληθωρισμός κάνει τους ανθρώπους φτωχότερους, μειώνει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, και κάνει ακόμη χειρότερο το πρόβλημα που περιγράφουμε όταν λέμε ότι ο μισθός τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας. 

Ακόμη χειρότερα, έχει μεγάλη σημασία ότι αυτή τη στιγμή οι πολύ μεγάλες αυξήσεις που τροφοδοτούν τον πληθωρισμό δεν είναι τόσο στα καταναλωτικά αγαθά, όσο στο κόστος στέγασης. 

Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα αυτή τη στιγμή δεν είναι ότι οι πολίτες θα αναγκαστούν να περιορίσουν κάποιες αγορές ή ότι θα κάνουν λιγότερες εξόδους για διασκέδαση, αλλά ότι θα βρεθούν να μην μπορούν να πληρώσουν το αυξημένο ενοίκιο που θα τους ζητήσουν ή θα αποφασίζουν να μην κάνουν χρήση κεντρικής θέρμανσης τον χειμώνα γιατί δεν έχουν να πληρώσουν. 

Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση απλώς παρακολουθεί τις εξελίξεις, όταν ανακοινώνει ημίμετρα που απλώς δεν αποδίδουν. Και ο λόγος είναι, όπως έχουμε ξαναπεί, ότι αρνείται πεισματικά να πάρει μέτρα που πραγματικά θα αποδίδουν, μέτρα που να αφορούν την προσωρινή μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης και ευρύτερα των έμμεσων φόρων, αλλά και μέτρα που να βάζουν πλαφόν στο ποσοστό κέρδους των διυλιστηρίων ώστε να συγκρατηθούν αποφασιστικά οι τιμές της ενέργειας. Και βέβαια, ούτε περνάει από το μυαλό των κυβερνητικών υπευθύνων ότι με τον πληθωρισμό τόσο ψηλά απαιτεί και ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση των εισοδημάτων των εργαζομένων μέσα από την αύξηση ακόμη περισσότερο του κατώτατου μισθού και των μισθών στο δημόσιο. 

Αυτές είναι κινήσεις που δεν θα προκαλούσαν κάποιο δημοσιονομικό εκτροχιασμό και θα ανακούφιζαν πραγματικά την κοινωνία αποτρέποντας το ενδεχόμενο να οξυνθεί η κοινωνική κρίση. Όμως, είναι έξω από τον πολιτικό ορίζοντα μιας κυβέρνησης που ως επιτεύγματα διαφημίζει τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, δηλαδή τη λιτότητα, και ότι είναι η πιο φιλική προς την κερδοφορία (ενίοτε και κερδοσκοπία) συγκεκριμένων κλάδων και που θεωρεί ότι όλα μπορούν να λυθούν με «συμφωνίες κυρίων», ακριβώς επειδή είναι έξω από τη λογική της η αποφασιστική παρέμβαση του κράτους στο όνομα ενός ευρύτερου κοινωνικού συμφέροντος. 

Μόνο που όλα αυτά απλώς σημαίνουν ότι αυτή τη στιγμή η κοινωνία καλείται να αντιμετωπίσει χωρίς κανένα μηχανισμό προστασίας μια παρατεταμένη κρίση κόστους ζωής και σε περιοχές όπως η Αθήνα και μια στεγαστική κρίση. Και όσο προχωράμε και θα έρθει ο χειμώνας και θα αυξηθούν οι ανάγκες για θέρμανση και κατανάλωση ενέργειας, τα πράγματα θα γίνονται χειρότερα. 

Εάν κανείς θέλει να δει γιατί μπορούν να ξεσπάσουν κοινωνικές εκρήξεις στη χώρα μας, ας κοιτάξει ακριβώς την εξέλιξη του κόστους ζωής. Όχι γιατί δεν υπάρχουν πολλοί άλλοι λόγοι που μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες για έντονες αντιδράσεις και διεκδικήσεις – αρκεί να σκεφτούμε τα προβλήματα με το εκπαιδευτικό σύστημα ή το σύστημα υγείας – αλλά γιατί η κρίση κόστους ζωής είναι αυτή που ενοποιεί πολύ ευρύτερα κοινωνικά στρώματα ακριβώς γιατί αυτή διαμορφώνει μια συνολικότερη πάγια συνθήκη οικονομικής ανασφάλειας. 

Η κυβέρνηση ελπίζει ότι για άλλη μια φορά θα πείσει την κοινωνία ότι όλα αυτά είναι αναπόφευκτα, ότι η ίδια έκανε ό,τι μπορούσε, αλλά απέναντι σε μια παγκόσμια εξέλιξη δεν υπήρχαν πολλά για να αποτρέψουν την αύξηση του πληθωρισμού και προσπαθήσει να περάσει την εικόνα ότι εάν δεν ήταν αυτή, τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα και θα ζούσαμε ένα νέο «2015».  

Όμως, η αλήθεια βρίσκεται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από την κυβερνητική ρητορική. Τα πράγματα είναι σήμερα χειρότερα – και θα γίνουν ακόμη χειρότερα – ακριβώς επειδή αυτή η κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία και εφαρμόζει μια πολύ συγκεκριμένη οικονομική πολιτική που δεν βάζει την κοινωνική συνοχή ως πρώτη προτεραιότητα. Δικό της έργο και αποτέλεσμα των δικών της προτεραιοτήτων όλα τα προηγούμενα χρόνια και της δική της αντίληψης ότι τα κέρδη είναι πάνω από τις κοινωνικές ανάγκες, είναι η σημερινή κατάσταση και όχι αναπόφευκτο γεγονός εξαιτίας απρόβλεπτων εξελίξεων. 

Πράγμα που σημαίνει – πάλι σε πείσμα της κυβερνητικής ρητορικής – ότι μπορούν να υπάρξουν και εναλλακτικές πολιτικές απέναντι στην ακρίβεια. Ότι υπάρχουν μέτρα και πρωτοβουλίες που μπορούν να μειώσουν το κοινωνικό κόστος. Ότι δεν είναι νομοτελειακό να πληρώσει η κοινωνία το κόστος. Και αυτές τις εναλλακτικές θα αναζητήσουν και οι πολίτες στις εκλογές που έρχονται και όχι τη «σταθερότητα» σε μια πορεία κοινωνικής καταστροφής. 


Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 30, 2026

Κυβέρνηση στο εδώλιο.

Η παραπομπή Τριαντόπουλου στο Ειδικό Δικαστήριο σημαίνει ότι η κυβέρνηση είναι και τυπικά υπόδικη για τα Τέμπη 


Οι παραπομπές πολιτικών προσώπων που άσκησαν υπουργικά καθήκοντα στο Ειδικό Δικαστήριο είναι πολύ λίγες στην ελληνική ιστορία. Και πάντα τυχόν καταδικαστική απόφαση σε αυτό το δικαστήριο αντιμετωπίζεται ως βαρύ στίγμα για μια κυβέρνηση. Σκεφτείτε πόσο συχνά η Νέα Δημοκρατία αναφέρεται στις καταδίκες του Νίκου Παππά και του Δημήτρη Παπαγγελόπουλου. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε υποστηρίξει μιλώντας στη Βουλή και αναφερόμενος στον Νίκο Παππά «δεν αναγνωρίζω ως εκπρόσωπο της αξιωματικής αντιπολίτευσης έναν πολιτικό καταδικασμένο με 13-0 στο Ειδικό Δικαστήριο». 

Τώρα ο κύριος Μητσοτάκης είναι πολύ πιθανό να βρεθεί στη δύσκολη θέση να πει κάτι ανάλογο για ένα στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας, τον Χρήστο Τριαντόπουλο, πρώην υφυπουργό Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, που παραπέμπεται να δικαστεί στο Ειδικό Δικαστήριο για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος σε σχέση με το «μπάζωμα» του χώρου της τραγωδίας των Τεμπών, ενέργεια που είχε ως επίπτωση να γίνει πολύ δυσχερέστερη η διερεύνηση του δυστυχήματος άρα και της απόδοσης ευθυνών για αυτό. 

Πλέον η κυβέρνηση έχει τον δικό της υπόδικο. Τον δικό της υπόδικο για αδίκημα που σχετίζεται με την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων του. Και στην πολιτική το «τεκμήριο αθωότητας» λειτουργεί διαφορετικά. Το να φτάσει μια κυβέρνηση να έχει υπουργό στο εδώλιο του κατηγορουμένου στο Ειδικό Δικαστήριο, είναι ούτως ή άλλως στίγμα πολιτικό. 

Την ίδια στιγμή η παραπομπή Τριαντόπουλου καθιστά θεσμικά απαράδεκτη την παραμονή του Γιώργου Φλωρίδη στη θέση του υπουργού Δικαιοσύνης. Γιατί ο πολιτικός που είπε ότι είναι «για τα μπάζα» όσοι μιλούν για μπάζωμα, παρότι και επισήμως το Δικαστικό Συμβούλιο αποφάνθηκε ότι έγινε μπάζωμα που δεν έπρεπε να γίνει, δεν μπορεί να προΐσταται του υπουργείου Δικαιοσύνης. 

Και βέβαια η εξέλιξη αυτή έχει και τον βαθύ συμβολισμό ότι γύρω από την τραγωδία στα Τέμπη υπάρχουν κυβερνητικές ευθύνες. 

Κυβερνητικές ευθύνες που δεν αφορούν μόνο την εγκληματική καθυστέρηση να γίνουν τα απαραίτητα έργα που θα εξασφάλιζαν ότι δύο τρένα δεν θα κινούνταν στα τυφλά στην ίδια γραμμή και σε αντίθετη κατεύθυνση, αλλά και την προσπάθεια να συγκαλυφθούν αυτές οι ευθύνες και όλα τα ερωτήματα για την τραγωδία να απαντηθούν με την αποκλειστική απόδοση όλων των ευθυνών στο «ανθρώπινο λάθος». 

Και όλα αυτά την ώρα που αναμένουμε τι θα πει το Δικαστικό Συμβούλιο και για την περίπτωση του Κώστα Καραμανλή που επίσης έχει παραπεμφθεί. 

Την ίδια στιγμή η επιμονή της κυβέρνησης να λέει, επί της ουσίας, ότι στα μάτια της είναι αθώοι, απλώς δείχνει την πραγματική και προκλητική απροθυμία της να αναλάβει την ευθύνη που της αναλογεί. Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ για τα Τέμπη δέχτηκε, υπό το βάρος μιας πρωτοφανούς λαϊκής κατακραυγής, να συναινέσει στην παραπομπή δύο υπουργών, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις που τέθηκε θέμα ποινικής ευθύνης υπουργών, όπως στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, επέλεξε να μετατρέψει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε ασπίδα ασυλίας για τους εμπλεκόμενους υπουργούς. Για να μην αναφερθούμε στην προκλητική άρνησή της να αναγνωρίσει ότι υπάρχει άμεση εμπλοκή της κυβέρνησης και του Μεγάρου Μαξίμου στο σκάνδαλο των υποκλοπών.

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι πλέον κυβέρνηση υποδίκων και στο επίπεδο του Ειδικού Δικαστηρίου. Αποδεικνύοντας ότι η «κανονικότητα» που κάποτε υποσχέθηκε, γρήγορα μετατράπηκε σε μια διαρκή θεσμική παραβατικότητα, και ότι το «επιτελικό κράτος» είχε να κάνει λιγότερο με την αναβάθμιση της ικανότητας του κράτους να προσφέρει στους πολίτες και περισσότερο με τον συντονισμό της διασπάθισης δημόσιων και ιδιωτικών πόρων για κομματικούς σκοπούς.

Αυτό δεν είναι θέμα «εικόνας». Το πρόβλημα δεν είναι ότι η κυβέρνηση δεν κατορθώνει να έχει σωστή «επικοινωνία». Το πρόβλημα είναι ότι αυτή  η κυβέρνηση όντως λειτούργησε με ένα τρόπο που υπονομεύει τους θεσμούς και αυτό πια το έχει καταλάβει και η κοινωνία.

Ούτε πρέπει να πιστέψει κανείς ότι δεν έγινε τελικά και τίποτα και λίγο επικοινωνιακό damage control θα λύσει το πρόβλημα, αφού η κοινωνία κυρίως ασχολείται με την κρίση κόστους ζωής με την οποία είναι αντιμέτωπη η χώρα και οι πολίτες αντιμετωπίζουν, καιρό τώρα, την πολιτική και τους πολιτικούς με κυνισμό. Γιατί τα ζητήματα των θεσμών και της θεσμικής λειτουργίας μιας κυβέρνησης δεν αποτελούν ούτε κάποιου είδους «πολυτέλεια», ούτε το «παντεσπάνι» σε αντιδιαστολή με το απαραίτητο ψωμί.

Γιατί πολύ απλά όταν μια κυβέρνηση συμπεριφέρεται με τρόπο παραβατικό ως προς τη θεσμική διάσταση δεν θα ολοκληρώσει έγκαιρα τα έργα που πρέπει και θα έχουμε δυστυχήματα και θα θρηνούμε ζωές, δεν θα προασπίσει την πρόσβαση των αγροτών και των κτηνοτρόφων σε επιδοτήσεις και αποζημιώσεις, αλλά αντίθετα θα βάλει τη χώρα στο στόχαστρο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διακυβεύοντας αυτές τις επιδοτήσεις και αποζημιώσεις, και θα ασχοληθεί περισσότερο με το να βρει τρόπο να φέρει και να αξιοποιήσει ένα παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό, γιατί αυτό θα βοηθήσει στον έλεγχο των «αρμών του κράτους», παρά με την αναζήτηση μέτρων για την ακρίβεια.

Ειδικά μάλιστα για τα Τέμπη δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με προβλήματα στη θεσμική λειτουργία μιας κυβέρνησης. Είχαμε να κάνουμε με ότι μία κυβέρνηση επέδειξε εγκληματική αμέλεια στο να προσφέρει στους πολίτες την εγγύηση ότι εάν το παιδί τους ανέβει σε ένα τρένο, στο τέλος της διαδρομής θα κατέβει ζωντανό. Και σαν μην έφτανε αυτό προσπάθησε να συγκαλύψει τις ευθύνες της. Οι πολίτες αυτό δεν το ξέχασαν και δεν το συγχώρησαν ποτέ. Και γι’ αυτό εξακολουθούν να αναζητούν απεγνωσμένα το οξυγόνο της πραγματικής δικαιοσύνης. Για τις ζωές που χάθηκαν τότε, μα και για τις ζωές που δεν πρέπει να χαθούν ποτέ ξανά έτσι στο μέλλον. 


Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 29, 2026

Παραμένουμε τελικά προτεκτοράτο;

Το εάν μια χώρα παραμένει προτεκτοράτο εξαρτάται από το πώς βλέπει η κυβέρνησή της τη θέση της στον κόσμο 


Με αφορμή το δημοσίευμα της Wall Street Journal για τα όσα φέρεται να είπε η πρέσβης των ΗΠΑ ξεκίνησε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για το ποια είναι η πραγματική θέση της χώρας. 

Η δημοκρατική αντιπολίτευση έδειξε γρήγορα αντανακλαστικά και ζήτησε από την κυβέρνηση να απαντήσει εάν η χώρα μας ασκεί την εξωτερική πολιτική υπό το πρίσμα ενός διαρκούς εκβιασμού ως εάν να μην είναι πραγματικά κυρίαρχη. 

Η κυβέρνηση απάντησε ότι δεν τέθηκε θέμα απειλών σε βάρος της χώρας και δεν σχολίασε περαιτέρω το δημοσίευμα. 

Ωστόσο, το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν η χώρα μας έχει, για τον οποιοδήποτε λόγο, να επιστρέψει σε μια συμπεριφορά που αναλογεί σε ένα προτεκτοράτο. 

Και το σημείο αυτό έχει μια ιδιαίτερη σημασία, γιατί όντως η χώρα μας σε διάφορες στιγμές βρέθηκε κοντά σε μια τέτοια συνθήκη. Αυτό συνέβη καταρχάς στη μετεμφυλιακή περίοδο, όταν η καθοριστική συμβολή της στήριξης από τις ΗΠΑ στον Εμφύλιο, που έγειρε τον συσχετισμό σε βάρος του Δημοκρατικού Στρατού, μεταφράστηκε σε μια ιδιαίτερη ισχύ του «αμερικανικού παράγοντα», που θα συνεχιστεί για καιρό. 

Θα χρειαστεί η Μεταπολίτευση και η αποφασιστική στάση τόσο του Κωνσταντίνου Καραμανλή όσο και του Ανδρέα Παπανδρέου για να αποσαφηνιστεί ότι η χώρα μας είναι μεν τμήμα της Δύσης, αλλά έχει και τη δυνατότητα να αποφασίζει η ίδια για την τύχη και το μέλλον της. 

Στην περίοδο των Μνημονίων τα πράγματα θα επιδεινωθούν ξανά, κυρίως σε σχέση με την ΕΕ και τους δανειστές γιατί η χώρα θα βρεθεί αντικειμενικά σε μια συνθήκη μειωμένης κυριαρχίας.

Τα πράγματα φάνηκε να αποκαθίστανται κάπως μετά την έξοδο από τα Μνημόνια το 2018, όταν η χώρα φάνηκε να ανακτά ένα σημαντικό βαθμό κυριαρχίας. Επιπλέον, με τη συμφωνία των Πρεσπών φάνηκε ότι μπορούσα να λύνει μόνη της προβλήματα δεκαετιών.

Όμως, με τη διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη τα πράγματα είναι διαφορετικά. Φαινομενικά, εάν κανείς ακούσει τη ρητορική της κυβέρνησης η χώρα μας είναι μια όλο και πιο ισχυρή δύναμη στην περιοχή, ιδίως ως προς την ενίσχυση της αμυντικής της ικανότητας και τα εξοπλιστικά προγράμματα.

Όμως, την ίδια στιγμή, εάν κανείς κοιτάξει τον τρόπο που ξεδιπλώνεται η ελληνική εξωτερική πολιτική θα διαπιστώσει ότι η βασική έγνοια είναι να φαίνεται ότι είναι με τη «σωστή πλευρά της ιστορίας». Αυτό συνδυάστηκε με μια αντίληψη ότι για τα εθνικά θέματα και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις το βασικό είναι να εξασφαλίσουμε ότι κάποιος άλλος θα «καθαρίσει» για εμάς, μια «συνεργασία» που σφραγίζεται κυρίως μέσα από μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα.

Σε σχέση με τις ΗΠΑ αυτό επικαθορίστηκε και από το ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσπάθησε να εξασφαλίσει ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα προσπερνούσε διάφορες «αντιτραμπικές» δηλώσεις του ίδιου του πρωθυπουργού στο παρελθόν. Αυτό οδήγησε σε μια λογική με κάθε κόστος να εξασφαλιστεί μια «εύνοια» της αμερικανικής κυβέρνησης, προσπάθεια όχι απόλυτα επιτυχημένη εάν παρατηρήσουμε τις καλές σχέσεις ανάμεσα στην αμερικανική κυβέρνηση και τον Ερντογάν.

Αντίστοιχα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη θεώρησε ότι εν μέσω μιας παγκόσμιας κατακραυγής κατά του Νετανιάχου ήταν «ευκαιρία» να μετατρέψει την όποια αμυντική συνεργασία προϋπήρχε (και που ήταν τμήμα μιας πιο πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής) σε μια ανοιχτή υποστήριξη, με όρους που όχι μόνο προσφέρουν νομιμοποίηση σε παράνομες πρακτικές, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις – ας σκεφτούμε εδώ την υπόθεση των υποκλοπών και τη χρήση ισραηλινού παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού.

Όλα αυτά μας φέρνουν στο πραγματικό πρόβλημα σήμερα. Η χώρα μας δεν είναι προτεκτοράτο. Τουλάχιστον όχι με την τυπική έννοια του όρου. Έχει πραγματικές δεσμεύσεις, ως μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, αλλά μπορεί και να ασκεί πολιτική με βάση τα εθνικά συμφέροντά, όπως αυτά ορίζονται κάθε στιγμή.

Όμως, η χώρα είναι σε πραγματικό κίνδυνο να συμπεριφερθεί ως να είναι προτεκτοράτο. Ως μια χώρα δηλαδή που το μόνο κριτήριό της είναι να εξυπηρετεί τον έναν ή τον άλλο σύμμαχο, με την ελπίδα ότι θα υπάρξει γενναιοδωρία από τη μεριά του. Μια τέτοια στρατηγική είναι στην πραγματικότητα συνταγή καταστροφής και μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε εθνικές τραγωδίες.

Αυτό εξηγεί γιατί η χώρα χρειάζεται αυτή τη στιγμή μια άλλη εξωτερική πολιτική. Που να μην την οδηγεί στον κατήφορο που θα τη μετέτρεπε – οικειοθελώς! – σε προτεκτοράτο, αλλά να την κατοχυρώνει ως μια ισότιμη δύναμη στο διεθνές γίγνεσθαι. Μια πολιτική που να αναγνωρίζει ότι η χώρα ανήκει και στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, στη «Δύση» εάν προτιμάτε, αλλά ταυτόχρονα κατανοεί ότι ο κόσμος είναι πολύ πιο σύνθετος και σίγουρα όχι μονοπολικός και κατά συνέπεια χρειάζεται μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ξεδίπλωμα μιας πολιτικής όντως πολυδιάστατης. Μια πολιτική που θα επανεκτιμά συμμαχίες και συνεργασίες με κριτήριο τα εθνικά συμφέροντα, που θα αποφεύγει να ταυτίζει τη χώρα με πολιτικές και πολιτικούς που παραβιάζουν κάθε έννοια διεθνούς δικαίου, που θα στηρίζεται σε μια πραγματική αναπτυξιακή δυναμική, και που δεν θα εξαρτιέται από τον έναν ή τον άλλο σύμμαχο, αλλά θα τον αντιμετωπίζει ισότιμα. Ακριβώς, επειδή η χώρα μας δεν είναι ένα προτεκτοράτο, ούτε και πρέπει να γίνει. 

Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 28, 2026

Ένας πρωθυπουργός σε ρόλο «τροχονόμου» για τα καρτέλ

Στην Ελλάδα του Μητσοτάκη δεν υπάρχουν κανόνες. Δεν υπάρχουν εποπτικές αρχές. Όλα αποφασίζονται στο παλάτι του Μαξίμου. 


Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΔΝΤ από την αξιολόγηση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας του περασμένου Μαΐου για την Ελλάδα, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες δανείζουν κατά συντριπτικό ποσοστό μόνο (!) μεγάλες εταιρείες. Και μάλιστα από τα δάνεια αυτά των «μεγάλων» το μεγαλύτερο μέρος, περίπου 66%, διοχετεύεται σε μόλις δέκα ομίλους. Επιπλέον εντοπίστηκε ελλιπής έλεγχος στη διαχείριση 2,9 εκατ. «κόκκινων» δανείων από τις εταιρείες διαχείρισης, ενώ η υπερτίμηση ακινήτων δημιουργεί σοβαρές παρενέργειες αυξάνοντας το ποσοστό ιδιοκτητών με ληξιπρόθεσμες οφειλές. 

Και από τότε τίποτα δεν άλλαξε. Απλώς τα προνόμια των λίγων και αρεστών στη φαμίλια Μητσοτάκη επιχειρήσεων προκάλεσαν αντιδράσεις από ανταγωνιστές που βρήκαν πρόσβαση στα ΜΜΕ και το θέμα ύστερα από τέσσερις μήνες πήρε διαστάσεις. Οι τράπεζες, έχοντας συγκροτήσει το σκληρότερο καρτέλ της αγοράς υπό την προστασία του Μητσοτάκη, θησαυρίζουν εκμεταλλευόμενες τα χρήματα των καταθετών, προσφέροντας τα χαμηλότερα επιτόκια καταθέσεων και τα υψηλότερα δανείων! Οι τράπεζες σήμερα δεν είναι αναπτυξιακοί μοχλοί. Οι ξένοι θεσμικοί επενδυτές ελέγχουν πλέον το 85% του μετοχικού (!) κεφαλαίου των συστημικών ελληνικών τραπεζών, που δεν είναι πλέον ελληνικές, αντιπροσωπεύοντας χαρτοφυλάκια αξίας περίπου 40 δισ. ευρώ. 

Και εδώ στην αποικία όποιοι έχουν «κονέ» με τη φαμίλια αποκτούν προνομιακές σχέσεις, χωρίς κανείς να αναλογίζεται τους κινδύνους που προκύπτουν από την απληστία των εγχώριων ελίτ. Στην έκθεση του ΔΝΤ αναφερόταν ότι το 81% των κεφαλαίων ασφαλείας των τραπεζών αντιστοιχεί στην έκθεσή τους στους δέκα μεγαλύτερους εταιρικούς οφειλέτες. Κι αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο αν προκύψει αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων. 

Οι περισσότερες αναφορές που ακολούθησαν από τα πρόσφατα ρεπορτάζ συνέδεσαν τόσο την έκθεση του ΔΝΤ όσο και τα σχετικά δημοσιεύματα με τον όμιλο ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ καθώς τα δάνεια του ομίλου ξεπερνούν τα 6 δισ. ευρώ. Αν προστεθούν σε αυτά ο δανεισμός για την απόκτηση του Βόρειου Οδικού Αξονα Κρήτης (ΒΟΑΚ) και οι εγγυητικές επιστολές των έργων, η συνολική έκθεση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ αγγίζει τα 9,5 δισ. ευρώ, ποσό σχεδόν διπλάσιο της κεφαλαιοποίησης της εταιρείας, η οποία ανέρχεται περίπου στα 5 δισ. ευρώ. Και η μεταχείριση αυτή έχει εξοργίσει άλλους ομίλους στον τομέα των κατασκευών και κυρίως τον Ομιλο Aktor εμπλέκοντας στον πόλεμο και εκδοτικούς ομίλους. 

Στο μεταξύ η έλλειψη χρηματοδότησης «πνίγει» τους μικρομεσαίους, οι οποίοι υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να αναπτυχθούν ώστε να συντηρηθεί ένας βιώσιμος γι’ αυτούς κύκλος. Κι όλα αυτά φτάνουν μέχρι τα νοικοκυριά και τους νέους που οι συνθήκες δανεισμού για απόκτηση κατοικίας είναι σχεδόν αδύνατη. 

Πλην όμως στην Ελλάδα του Μητσοτάκη δεν υπάρχουν κανόνες. Δεν υπάρχουν εποπτικές αρχές. Ολα αποφασίζονται στο παλάτι του Μαξίμου. «Μια επικίνδυνη μάχη διαπλεκόμενων συμφερόντων βρίσκεται σε εξέλιξη, με αποκαλύψεις για τον υπερδανεισμό συγκεκριμένων ομίλων» σχολίασε σε ανάρτησή του ο πρώην ευρωβουλευτής της ΝΔ Γιώργος Κύρτσος και πρόσθεσε: «Η μητσοτακική διαπλεκόμενη κερδοσκοπική φούσκα πρόκειται να σκάσει. Αυτό μας λέει ο πόλεμος συμφερόντων που βρίσκεται σε εξέλιξη. Η ΝΔ μας χρεοκόπησε μία φορά μέσω του δημοσίου, τώρα το επιχειρεί ξανά με Μητσοτάκη μέσω των καρτέλ και των ολιγαρχών». 

Για να γίνει αντιληπτό πώς δουλεύει το σύστημα Μητσοτάκη, προϊσταμένη στο νομικό τμήμα της ΡΑΑΕΥ που ελέγχει τις αδειοδοτήσεις και επεκτάσεις των ανεμογεννητριών είναι η σύζυγος Γεραπετρίτη, κόρη μεγαλομέτοχου της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ που δραστηριοποιείται και σε αυτόν τον κλάδο, ενώ και η αδελφή του Αλεξάνδρα Μητσοτάκη έχει αναλάβει μέσω ινστιτούτου και φόρουμ την άμβλυνση των αντιδράσεων τοπικών κοινωνιών στη δημιουργία αιολικών πάρκων. Και ο υπουργός Οικονομίας Κυριάκος Πιερρακάκης αρκέστηκε σε σύσταση στις τράπεζες «να κάνουν περισσότερα για την οικονομία και την κοινωνία». Φοβερή δήλωση. Τρομοκρατήθηκαν οι τραπεζίτες! 

Και φτάσαμε στο σήμα κινδύνου για τις επιπτώσεις μιας νέας εκτίναξης του ενεργειακού κόστους, ειδικά στην εξαρτημένη ΕΕ, που εκπέμπουν 16 φορείς της ελληνικής βιομηχανίας ζητώντας την άμεση λήψη μέτρων για την προστασία περισσότερων από 700 ενεργοβόρων μεταποιητικών επιχειρήσεων. Οι περισσότερες από αυτές, που έχουν καθοριστική συμβολή στην παραγωγή, στις εξαγωγές και στην απασχόληση, εξακολουθούν να βρίσκονται εκτεθειμένες στις μεγάλες διακυμάνσεις των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Την ίδια ώρα επιχειρήσεις σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες επωφελούνται ήδη από μέτρα προστασίας, γεγονός που δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού για την εγχώρια παραγωγή. Χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Βουλγαρία, η Σλοβενία, η Αυστρία και η Ιρλανδία έχουν ήδη αρχίσει να αξιοποιούν τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία, προστατεύοντας τη βιομηχανική τους βάση απέναντι στις αναταράξεις της ενεργειακής αγοράς. Και ενώ άλλες χώρες προχώρησαν σε μειώσεις, εδώ ο Κυρ. Μητσοτάκης είπε στους ιθαγενείς ότι «θα μειώσει τις τιμές σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Ενωση επιτρέψει (!) έκτακτες εθνικές παρεμβάσεις…» Δεν γνωρίζει ότι η ΕΕ τις επιτρέπει. Εξάλλου τι να την κάνουμε τη βιομηχανία; Εχουμε τον τουρισμό και τα 80.000 (!) σημεία πώλησης καφέ! 


Πηγή: Δημήτρης Χρήστου / documentonews.gr 

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 25, 2026

Άδωνις Γεωργιάδης: ο γελωτοποιός του βασιλιά

Ο Άδωνις Γεωργιάδης πιστεύει ότι είναι δελφίνος. Όμως, δεν είναι τίποτα παραπάνω από γελωτοποιός σε μια Αυλή, που τον ανέχεται γιατί την εξυπηρετεί 


Οι μεσαιωνικές Αυλές των βασιλιάδων και των αρχόντων περιλάμβαναν και τη φιγούρα του γελωτοποιού. Αντίστοιχους ρόλους μπορούμε να δούμε και σε παλαιότερες εποχές. Στο Βυζάντιο τους έλεγαν τζουτζέδες. 

Ο γελωτοποιός είχε ως καθήκον να διασκεδάζει χοροπηδώντας, λέγοντας αστεία και κυρίως λέγοντας αυτά που η ευπρέπεια δεν επέτρεπε στους άρχοντες να πουν, αλλά χαίρονταν να τα λέει κάποιος άλλος, που, σε τελική ανάλυση, εάν έλεγε και καμιά κουβέντα παραπάνω μπορούσαν να του ρίξουν και ένα γερό μπερντάκι ξύλο. 

Η χώρα μας τυπικά δεν έχει Αυλή – και επισήμως μετά το δημοψήφισμα του 1974 για το Πολιτειακό – αλλά υπουργικό συμβούλιο. Παρ’ όλα αυτά έχει τον επίσημο γελωτοποιό του βασιλιά: τον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη. 

Αρκεί κανείς να κοιτάξει τα αλλεπάλληλα ποσταρίσματά του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που πάντα περιλαμβάνουν όλες τις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές παρουσίες, όλες τις δημόσιες εμφανίσεις του και πολύ συχνό σχολιασμό της επικαιρότητας, όταν φυσικά δεν αναμεταδίδει επιμελώς ό,τι ποστάρει η «Ομάδα Αλήθειας» και όλος ο εσμός των κομματικών τρολ της Νέας Δημοκρατίας. 

Δεν πρόκειται γενικά για πολιτική επικοινωνία, έστω και με ερασιτεχνικό τρόπο. Ούτε για προσπάθεια να μην χάσει την επαφή με το ακροατήριό του. Είναι μια προσπάθεια να παίξει με συνέπεια τον ρόλο του γελωτοποιού: Να είναι αυτός που θα πει τις πιο μεγάλες αντικομμουνιστικές χοντράδες, που υποτίθεται ότι λόγοι σεβασμού στην άλλη άποψη δεν επέτρεπαν μέχρι τώρα, γιατί για αυτόν δεν υπάρχει κανένας περιορισμός και θα βγει να πει καλά σας κάναμε και σας βασανίζαμε, σας εξορίζαμε, σας εκτελέσαμε και μακάρι να σας κάνουμε και χειρότερα. Να είναι αυτός που θα βγει και θα πει – μαζί με τον συνάδελφό του Θάνο Πλευρή – ότι εάν θέλετε ακροδεξιά πολιτική, ωμό ρατσισμό και πογκρόμ κατά μεταναστών μην κοιτάζετε προς τα ρετάλια της Ακροδεξιάς, εμείς είμαστε η αυθεντική Ακροδεξιά. Να είναι αυτός που θα βγει και θα καθυβρίσει δημοσιογράφους που τόλμησαν να κάνουν κριτική στην κυβέρνηση, κατηγορώντας τους ότι πίνουν μπάφους. Να είναι αυτός που θα πει ανοιχτά ότι όλα είναι για πούλημα και δουλειά ενός υπουργού Υγείας είναι να διαφημίζει κομπογιαννίτες και μάλιστα να το θεωρεί και τμήμα της προώθησης του ιατρικού τουρισμού. Να είναι αυτός που βγαίνει και υποστηρίζει ότι ένας τέως πρωθυπουργός, για τον οποία καμία υπόνοια διαφθοράς δεν υπήρξε ποτέ, «ήταν ο πιο διεφθαρμένος πρωθυπουργός». 

Και όλα αυτά με το ακαταλόγιστο του γελωτοποιού και το θράσος του τζουτζέ. Πουλώντας μαζί και όλη τη σχετική εικόνα, που ξέρει ότι τα μέσα θα αναπαράγουν γιατί κάνει θόρυβο, βγάζει σύντομα βίντεο που γίνονται reel εύκολα. Με την κρυφή ελπίδα ότι έτσι αποκτά προβολή, που όταν έρθει η ώρα και ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποχωρήσει από την ηγεσία της ΝΔ, αυτός να είναι εκεί ως δελφίνος με αξιώσεις. 

Και τα κάνει όλα αυτά ο Άδωνις Γεωργιάδης, την ώρα που παράλληλα είναι υπουργός της κυβέρνησης και μάλιστα σε ένα υπουργείο που είναι για τους πολίτες συνώνυμο με τις ελλείψεις, την υποστελέχωση και την ταλαιπωρία. Που μισεί κάθετι δημόσιο και είναι πάντα έτοιμος να διαφημίσει τον κάθε ιδιώτη «επενδυτή», υπενθυμίζοντας στην πράξη ότι είναι αυτός που κάποτε εξυμνούσε τα διαβόητα νανογιλέκα – αυτά που ακόμη και σήμερα υπογραμμίζει ότι ήταν καλής ποιότητας. Που μέσα στο κόμμα του εκπροσωπεί την πιο κυνική εκδοχή Ακροδεξιάς. Για να μην αναφερθούμε στον τρόπο που ανοιχτά και ανενδοίαστα υποστηρίζει το Ισραήλ και τη γενοκτονική βία σε βάρος των Παλαιστινίων, ίσως γιατί θέλει να απαλλαγεί από την κηλίδα ότι κάποτε από το κανάλι του προωθούνταν αντισημιτικά βιβλία αρνητών του Ολοκαυτώματος. 

Όμως, το πρόβλημα με τον γελωτοποιό του βασιλιά στο τέλος της ημέρας δεν είναι ο γελωτοποιός. Σε τελική ανάλυση αυτός αναλώσιμος είναι και εύκολα θα μπορούσε να αρχίσει να μετατρέπεται σε αποδιοπομπαίο τράγο εάν η κυβέρνηση συνεχίσει να έχει δημοσκοπικά κεσάτια. Το πρόβλημα είναι με αυτούς που όχι απλώς ανέχονται τον γελωτοποιό να χοροπηδάει λέγοντάς τις ακρότητες, αλλά στην πραγματικότητα χαίρονται με αυτές και τις ενστερνίζονται, απλώς βολεύονται να τον αφήνουν να τα λέει αυτός πρώτα. 

Γιατί η αλήθεια είναι ότι η δημοφιλία του Άδωνι Γεωργιάδη μέσα στη ΝΔ δεν είναι επειδή είναι διασκεδαστικός, αλλά επειδή αυτά που λέει τα πιστεύει το κυβερνητικό επιτελείο και τα ενστερνίζεται ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, που διαφορετικά εύκολα θα τον είχε ξαποστείλει. 

Γιατί ο Άδωνις Γεωργιάδης δεν είναι μόνο ο γελωτοποιός του βασιλιά. Είναι και η φωνή του βασιλιά, η φωνή που λέει αυτά που ο βασιλιάς πιστεύει, αλλά για λόγους εικόνας δεν θέλει να τα πει με αυτή την ωμότητα. Γιατί και βαθιά αντικομμουνιστής είναι ο πρωθυπουργός της «σωστής πλευράς της ιστορίας» και την ακροδεξιά στροφή των ευρωπαϊκών πολιτικών για το άσυλο και τη μετανάστευση ακολουθεί, και με τους ιδιώτες ενάντια σε κάθε δημόσιο τάσσεται, και να κάνει πολεμική ενάντια στην αντιπολίτευση με συκοφαντίες και μυθεύματα θέλει, και μια χαρά πήγε να βγάλει χαμογελαστός φωτογραφία με τον Νετανιάχου παρά την παγκόσμια κατακραυγή σε βάρος του. 

Σε τελική ανάλυση όπως οι βασιλιάδες κρίνονταν και από τους γελωτοποιούς που διάλεγαν, έτσι και οι πρωθυπουργοί κρίνονται και από τους υπουργούς που αφήνουν ξεκαπίστρωτους να λένε ό,τι τους κατέβει. Κοινώς: Πες μου τον γελωτοποιό σου, να σου πω ποιος είσαι. 


Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 21, 2026

«Νησίδα σταθερότητας» για ποιον;

Ο πρωθυπουργός πανηγύρισε, τονίζοντας ότι επιβεβαιώνεται η εικόνα της Ελλάδας ως «νησίδας πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας». 


Κατ’ αρχάς τα καλά νέα: Δύο οίκοι αξιολόγησης -Scope Ratings και Moody’s- ήρθαν να επιβεβαιώσουν τις μακροοικονομικές θετικές εξελίξεις για την ελληνική οικονομία. 

Ο πρωθυπουργός πανηγύρισε, τονίζοντας ότι επιβεβαιώνεται η εικόνα της Ελλάδας ως «νησίδας πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας». 

Πώς μεταφράζεται αυτό στη ζωή των νοικοκυριών και στη δραστηριότητα των επιχειρήσεων; Γιατί υπάρχουν οικονομικά στοιχεία που «απογειώνονται» σε γραφήματα και εκθέσεις, αλλά είναι κι εκείνα τα «πεισματάρικα» που οι Έλληνες γνωρίζουν στο «πετσί» τους, χωρίς να χρειάζεται να συμβουλευτούν τους ξένους οίκους. 

Απλώς πηγαίνουν στο σούπερ μάρκετ, πληρώνουν το πανάκριβο ενοίκιο ή το στεγαστικό δάνειο, βάζουν βενζίνη σε δυσθεώρητα ύψη και προθερμαίνονται να… παγώσουν τον χειμώνα, με το πετρέλαιο θέρμανσης κοντά στο 1,75 ευρώ το λίτρο και το φυσικό αέριο πάνω από 80 ευρώ τη μεγαβατώρα στην ευρωπαϊκή αγορά. 

Πόσα νοικοκυριά άραγε θα αντέξουν να βάλουν πετρέλαιο ή αέριο με αυτές τις τιμές; Και πώς θα αντεπεξέλθει η ελληνική βιομηχανία με τόσο υψηλό ενεργειακό κόστος; Ο πρωθυπουργός άνοιξε, βέβαια, ένα παράθυρο για μείωση του φόρου στα καύσιμα, μόνο όμως «σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέψει έκτακτες εθνικές παρεμβάσεις, χωρίς αυτές να προσμετρώνται στα όρια δαπανών». 

Αλλά γιατί να περιμένουμε τη μονίμως καθυστερημένη Κομισιόν να αντιμετωπίσει το πρόβλημα; Τι κάνει όμως η «νησίδα οικονομικής σταθερότητας»; Γιατί η κυβέρνηση επιμένει στην επιδότηση της ακρίβειας αντί να παρεμβαίνει στις τιμές και τους φόρους; Ποιος μπορεί να απαγορεύσει στην κυβέρνηση να μειώσει τον φόρο στα καύσιμα, όσο διαρκούν οι επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή; Όταν μάλιστα η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν περιορίζεται σε γενικολογίες για το ενεργειακό; Βλέπουμε άλλωστε πως κάθε χώρα της Ε.Ε. παίρνει από μόνη της μέτρα. 

Η αναμονή για δράση από την Κομισιόν θυμίζει τη γνωστή παροιμία: Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, πέντε μέρες κοσκινίζει. 

Κακά τα ψέματα: Στην κατάσταση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων μετρούνται το πραγματικό κόστος ζωής και η «νησίδα σταθερότητας». 

Αναμφίβολα, η κυβέρνηση δεν καθορίζει τις τιμές του πετρελαίου και δεν μπορεί να απομονώσει την οικονομία από τις διεθνείς πιέσεις. 

Αλλά ελέγχει ένα πράγμα: τις επιλογές που κάνει εσωτερικά: Ποιο μέρος των πρόσθετων εσόδων που φέρνει ο ΦΠΑ από τις αυξήσεις των τιμών θα παραμένει στα κρατικά ταμεία ή θα επιστρέφει στην πραγματική οικονομία και τα νοικοκυριά. 


Πηγή: Μιχάλης Ψύλος / naftemporiki.gr 

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 19, 2026

«Πάμε πόλεμο;»

Τα εθνικά για μία ακόμα φορά στο τραπέζι της προεκλογικής αντιπαράθεσης - Ο εκβιασμός Φλωρίδη με αιχμή τα ελληνοτουρκικά και οι προεκτάσεις του. 



«Πάμε πόλεμο;» 

Πόσο αθώα ήταν τελικά η δήλωση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδη, στην οποία έθεσε επί της ουσίας το δίλημμα Μητσοτάκης ή ντου από την Τουρκία; 

Πόσο ανώδυνη και εν τέλει πόσο αποκαλυπτική ήταν αυτή η δήλωση σε μία περίοδο που συγκεκριμένα ΜΜΕ και κυβερνητικά στελέχη δείχνουν να ανεβάζουν και μάλιστα το θέμα της κινδυνολογίας που συνδέεται με την τουρκική επιθετικότητα και αναζητούν τρόπους να αξιοποιήσουν και την παραμικρή δήλωση της Άγκυρας; 

Και αν ήταν μόνο ο Φλωρίδης ίσως το θέμα να μην ήταν τόσο σοβαρό.   

Ωστόσο η ΝΔ ενόψει εκλογών δείχνει έτοιμη να αξιοποιήσει έως και να εκμεταλλευθεί τα ελληνοτουρκικά παίζοντας επί της ουσίας με την εθνική ασφάλεια. 

Αλήθεια μπορεί το αφήγημα περί εξωτερικού κινδύνου και ο χορός δισεκατομμυρίων γύρω από τα εξοπλιστικά, για τα οποία οι αποφάσεις φέρουν την σφραγίδα του Μαξίμου να καλύψει όλα τα άλλα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική οικογένεια στην καθημερινότητα της πίσω από μία άκρατη κινδυνολογία που καταλήγει στο «Μητσοτάκης ή χάος»… 

Άμοιρη ευθυνών δεν είναι και η αντιπολίτευση και κυρίως στα δεξιά της ΝΔ που χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί τα εθνικά εδώ και αρκετό καιρό καταγγέλλοντας την όποια προσπάθεια του Υπουργείου Εξωτερικών για διάλογο ως κατευνασμό και υποχωρητικότητα, δίνοντας χώρο σε κινδυνολόγους και ακραίες φωνές που πρεσβεύουν πως η απραξία είναι το πλέον ασφαλές καταφύγιο. Κυρίως για μία δεξιά κυβέρνηση. 

Και μπορεί η ΝΔ να θέλει να ξεχάσει ωστόσο όλοι οι υπόλοιποι θυμούνται τις αντιδράσεις και την προεκλογική εκστρατεία με τη Συμφωνία των Πρεσπών το 2019, αλλά και την προσπάθεια να βαφτιστούν συγκεκριμένοι μουσουλμάνοι υποψήφιοι βουλευτές το 2023 ως «απειλή» για τη χώρα και ενώ τα «ήρεμα νερά» είχαν αρχίσει να διαφαίνονται στον ορίζοντα με αφορμή την αλληλεγγύη των λαών Ελλάδας και Τουρκίας στους καταστροφικούς σεισμούς στη γείτονα. 

Η ρητορική του Μαξίμου περί διάθεσης για λύσεις αποδεικνύεται ανειλικρινής, αφού η ένταση πουλάει.

Το ίδιο ισχύει και για την Τουρκία, που με την πρώτη ευκαιρία αναζωπυρώνει την ένταση και βάζει τέλος στην ηρεμία επαναφέροντας σταδιακά την πολιτική των navtex, των παραβιάσεων και από την Παρασκευή και των υπερπτήσεων, με δύο τουρκικά F-16 οπλισμένα να πετάνε πάνω από τη Ρω και ένα UAV πάνω από τη Ζουράφα. 

Ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει η Ελλάδα είναι υπαρκτός, ωστόσο αυτός ο κίνδυνος του τουρκικού δεν μπορεί να χρησιμοποιείται κατά το δοκούν και να γίνεται προεκλογικό παιχνίδι στα χέρια οποιασδήποτε πολιτικής δύναμης. 

Και μάλιστα ενώ τα «ήρεμα νερά» πέρασαν ανεκμετάλλευτα και η κυβέρνηση δεν δείχνει διάθεση να βάλει τα πράγματα στη θέση τους πχ στην ΕΕ, ζητώντας κυρώσεις. 

Δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για αφηγήματα τύπου «Μητσοτάκης ή χάος», ή για χαρακτηρισμούς περί προδοσίας που έχουν αποδοθεί κατά καιρούς στον Γεραπετρίτη, από τα δεξιά της ΝΔ όταν επιχειρούσε το διάλογο. 

Και μάλιστα σε ένα περιβάλλον σφοδρών συγκρούσεων και τεκτονικών γεωπολιτικών αλλαγών, με κάποιους να αναγνωρίζουν στην περίοδο που διανύουμε τις απαρχές ενός ενδεχόμενου Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου. 

Με τις σταθερές να καταρρέουν το διεθνές δίκαιο να αποδομείται και να μην ισχύει πλέον ούτε ως δίκαιο του ισχυρού, την πολυμέρεια να μετατρέπεται σε στοίχημα και τις απειλές να μεγιστοποιούνται, η εκμετάλλευση των εθνικών θεμάτων προς άγραν ψήφων δεν είναι απλώς επικίνδυνη αλλά μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική. 

Οι υπερβολές στη χρήση των εθνικών θεμάτων δίνουν τροφή και στην ακροδεξιά με τις δηλώσεις Φλωρίδη αλλά και τη φημολογία περί πρωτοβουλιών στα εθνικά με προεκλογικό χαρακτήρα να καταδικάζονται τόσο από το ΠΑΣΟΚ όσο και από την ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ. 

Ενώ γίνεται απόλυτα σαφές ότι τα εθνικά θέματα δεν μπορούν να μπαίνουν στο τραπέζι της προεκλογικής αντιπαράθεσης ως δίλημμα που παραπέμπει σε εκβιασμό, ούτε επιτρέπονται αντιφάσεις… 

Με την ευθύνη να βαραίνει τόσο τους πολιτικούς και τους δημοσιολογούντες, όσο και τα ΜΜΕ… 


Πηγή: Αλεξάνδρα Φωτάκη / in.gr


Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 17, 2026

Η ΝΔ κάνει μπούλινγκ, το ΠΑΣΟΚ τρέμει και αποδοκιμάζει το αυτονόητο….

Στο ΠΑΣΟΚ εξακολουθούν να μην καταλαβαίνουν ότι, συνεχίζοντας τις επιλογές που έχουν αποδοκιμαστεί σε δέκα εκλογικές αναμετρήσεις μετά το 2009, δεν πρόκειται να δουν θεού πρόσωπο το 2027. 


Πρώτα το γεγονός, που μπορεί να μην το έχουν πληροφορηθεί όλοι, αφού ο πολιτικός μας μικρόκοσμος έχει τόσα και τόσα. 

Ένας βουλευτής του ΠΑΣΟΚ έκανε μια αυτονόητη δήλωση. Ότι το κόμμα του, αν χρειαστεί,  θα συνεργαστεί με την ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα, για να σχηματιστεί κυβέρνηση. 

Ο βουλευτής Απόστολος Πάνας είπε συγκεκριμένα (στο κανάλι της Ναυτεμπορικής ) ότι η ΕΛ.Α.Σ. «είναι ένα κόμμα που κινείται στον άξονα της σοσιαλδημοκρατίας». Και πρόσθεσε «που είναι το κακό;», όταν ρωτήθηκε για το ενδεχόμενο συνεργασίας με το δικό του κόμμα. 

Το μπούλινγκ άρχισε επιτόπου από τον συμμετέχοντα στο πάνελ της συζήτησης, βουλευτή της ΝΔ Δ. Καιρίδη. Και μετά πήρε τη σκυτάλη ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, για να πει τα γνωστά και τετριμμένα. Μέχρι τώρα έλεγε ότι το ΠΑΣΟΚ είναι «πράσινος ΣΥΡΙΖΑ», χτες είπε ότι έγινε «κόμμα -δορυφόρος του κ. Τσίπρα». Το ΠΑΣΟΚ απάντησε 

Ας επισημάνουμε τα εξής: 

Πρώτον, ο βουλευτής είπε κάτι αυτονόητο. Ποιο είναι αυτό; Ότι είναι φυσιολογικό να συνεργαστούν, για να σχηματισθεί κυβέρνηση, δύο συγγενικά κόμματα, το ΠΑΣΟΚ και η ΕΛ.Α.Σ. Κινούνται στον κεντροαριστερό-αριστερό πολιτικό χώρο και είναι εν δυνάμει αυριανοί συνεταίροι, εφόσον το εκλογικό σώμα δώσει τέτοια εντολή. 

Δεύτερον, το ΠΑΣΟΚ τρέμει το μπούλινγκ που του κάνει η ΝΔ και αποδοκίμασε, έστω ήπια, το βουλευτή του («άστοχες προσωπικές απόψεις»), αντί να τις χαρακτηρίσει αυτονόητες ή έστω να μην πει τίποτα. 

Τρίτον, το 2011 το ΠΑΣΟΚ συμμετείχε στην κυβέρνηση Παπαδήμου μαζί με τη ΝΔ του Αντώνη Σαμαρά και το ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη. Και το 2012 συγκυβέρνησε με τη ΝΔ (κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου), στην οποία υπουργός ήταν ο νυν πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. 

Τέταρτον, αυτές οι συγκυβερνήσεις μπορούν να χαρακτηριστούν «ανάγκης», αλλά ήταν «παρά φύσιν», με βάση την ιστορία και τις πολιτικές καταβολές του ΠΑΣΟΚ (το ίδιο ισχύει και για τη μετέπειτα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ: «ανάγκης» μεν, «παρά φύσιν» δε). 

Τέταρτον, αυτές οι συγκυβερνήσεις μπορούν να χαρακτηριστούν «ανάγκης», αλλά ήταν «παρά φύσιν», με βάση την ιστορία και τις πολιτικές καταβολές του ΠΑΣΟΚ (το ίδιο ισχύει και για τη μετέπειτα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ: «ανάγκης» μεν, «παρά φύσιν» δε). 

Πέμπτον, αν οι προσεχείς εκλογές αναδείξουν πρώτο κόμμα την ΕΛ.Α.Σ. του Τσίπρα ή το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη, δεν θα είναι ομαλό, φυσιολογικό και αυτονόητο ότι θα συνεργαστούν για να σχηματιστεί κυβέρνηση; 

Έκτον, αν αυτό επιτάσσει η πολιτική λογική, γιατί το ΠΑΣΟΚ αποδοκίμασε το βουλευτή του, που είπε το αυτονόητο; Φαίνεται ότι η απάντηση βρίσκεται σε αυτό που κάνει το ΠΑΣΟΚ εδώ και 15 χρόνια: αντί να κάνει άνοιγμα προς τους δικούς τους ψηφοφόρους, που το 2012 τού έφυγαν προς τ’ αριστερά, συνεχίζει να φοβάται το μπούλινγκ της ΝΔ και τις αντιδράσεις των δικών του, λίγων,  δεξιόστροφων στελεχών, που καλοβλέπουν ξανά εκλογική συνεργασία με τη ΝΔ. 

Στο ΠΑΣΟΚ εξακολουθούν να μην καταλαβαίνουν ότι, συνεχίζοντας τις επιλογές που έχουν αποδοκιμαστεί σε δέκα εκλογικές μετά το 2009, δεν πρόκειται να δουν θεού πρόσωπο το 2027. 

Δεν ξέρουμε αν υπάρχει άλλη εξήγηση από αυτό που λέει η γνωστή αρχαία ρήση: «Μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι»… 


Πηγή: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΕΛΙΑΣ /news247.gr



Κυριακή, Σεπτεμβρίου 13, 2026

Μην πυροβολείτε τον Παύλο Μαρινάκη. Του ξέφυγε η «αλήθεια»

Ο Παύλος Μαρινάκης καμιά «προσωπική άποψη» δεν εξέφρασε για την αντιμετώπιση των ανέργων. Αυτή είναι η στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη 


Η αντίληψη ότι για την ανεργία δεν ευθύνεται η κατάσταση και τα δομικά προβλήματα της οικονομίας γενικά ή της αγοράς εργασίας ειδικότερα, αλλά το γεγονός ότι οι άνεργοι είναι τεμπέληδες και δεν επιθυμούν να αναζητήσουν εργασία είναι μία από τις βασικές θέσεις όχι απλώς του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και συνολικά όλων όσων διαχρονικά υποστήριξαν ότι κανένα εμπόδιο δεν πρέπει να μπαίνει στις «δυνάμεις της αγοράς». 

Σύμφωνα με αυτό το σχήμα οι άνθρωποι μένουν άνεργοι είτε γιατί δεν «επένδυσαν» στο να είναι ειδικευμένοι με τρόπο που να μπορούν να προσαρμόζονται στις αλλαγές της οικονομίας, είτε γιατί δεν δέχονται να εργαστούν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και με οποιαδήποτε αμοιβή, ακόμη και πολύ χαμηλή. 

Γι’ αυτό τον λόγο και πολύ νωρίς, ήδη από τη δεκαετία του 1980, με πρωτοπόρα την κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ, οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις υποστήριξαν ότι τα επιδόματα ανεργίας, που αποτέλεσαν βασικό αρμό του κράτους πρόνοιας, στην πραγματικότητα αποτελούν αντικίνητρα για εργασία και κάνουν τους ανέργους να «τεμπελιάζουν». Αυτό, συχνά συνδυαζόταν με δηλώσεις του τύπου, «να πάτε να βρείτε δουλειά». Μάλιστα, ένας υπουργός της Θάτσερ, ο Νόρμαν Τέμπιτ, είχε υποστηρίξει το 1981, ότι αρκούσε ο άνεργος να πάρει το ποδήλατό του και να ψάξει και θα έβρισκε δουλειά. 

Είναι προφανές ότι μια τέτοια αντίληψη συνειδητά εθελοτυφλεί απέναντι σε όλα αυτά που προκαλούν την ανεργία: τα μεγάλα κύματα αναδιαρθρώσεων και αποβιομηχάνισης, τη μαζική «έξοδο» μεταποιητικών δραστηριοτήτων εκτός εθνικών συνόρων, τις οικονομικές κρίσεις όταν επιχειρήσεις κλείνουν μαζικά. 

Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη από τότε υπάρχουν στην Ευρώπη αλλεπάλληλα σχέδια ώστε οι άνεργοι να «ωθούνται» στην εργασία, συμπεριλαμβανομένων και αλλαγών στον τρόπο χορήγησης των επιδομάτων ανεργίας. 

Η Νέα Δημοκρατία σε αυτό το ρεύμα και σε αυτή τη λογική εντάσσεται, εδώ και πολλά χρόνια. Αυτή είναι η ιδεολογία της και αυτή είναι η πολιτική κουλτούρα των στελεχών της. Αυτά πιστεύουν και αυτά συζητούν όταν μιλούν μεταξύ τους. 

Γι’ αυτόν τον λόγο και όσα είπε ο Παύλος Μαρινάκης, μόνο προσωπικές απόψεις δεν ήταν. 

Ο Παύλος Μαρινάκης μίλησε ως ένας νεοδημοκράτης της εποχής του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αυτό που είπε είναι η πεποίθηση της κυβέρνησης του 13ωρου, των επισφαλών θέσεων εργασίας, των ποινών στους άνεργους, της διάλυσης του ΣΕΠΕ. Αυτή είναι η στρατηγική της. 

Προφανώς και καμία κυβέρνηση που δεν έχει τάσεις πολιτικής αυτοκτονίας δεν θα άνοιγε θέμα μείωσης της περιόδου επιδότησης ανεργίας παραμονές εκλογών, ιδίως όταν είναι σαφές ότι μία από τις επιδιώξεις του πρωθυπουργού είναι να πείσει ότι έχει «κοινωνικό πρόσωπο» και είναι έτοιμος να κάνει ακόμη και λελογισμένες κοινωνικές παροχές. 

Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί έσπευσαν όλοι αμέσως να αποκηρύξουν τις δηλώσεις Μαρινάκη, σε μια προσπάθεια να μη χαλάσουν την εικόνα της κυβέρνησης προεκλογικά. 

Όμως, αυτό δεν αναιρεί την ουσία. Με τη δήλωσή του ο Παύλος Μαρινάκης, ένας άνθρωπος που βρίσκεται στον πυρήνα του πολιτικού σχεδιασμού του κυβερνητικού κόμματος και που έχει πρόσβαση προφανώς και στις σκέψεις για τις κυβερνητικές προτεραιότητες σε περίπτωση επανεκλογής, δεν αποκάλυψε μόνο τις προσωπικές του ιδεολογικές του τοποθετήσεις, αλλά και τον ίδιο τον προεκλογικό σχεδιασμό. Που προφανώς και περιλαμβάνει σχέδια για «αναδιάρθρωση» του καθεστώτος γύρω από την επιδότηση ανεργίας, πιθανώς και στην προοπτική πόροι από εκεί να μεταφερθούν αλλού.

Όλα αυτά δείχνουν ότι όσο και εάν η κυβέρνηση προσπαθεί να επικεντρώσει στην εικόνα που προσπαθεί να παρουσιάσει ενόψει εκλογών, έναν συνδυασμό ανάμεσα στη «εικονική πραγματικότητα» μιας οικονομίας στην οποία όλοι ευημερούν, ακόμη και εάν δεν το καταλαβαίνουν, και την υπόμνηση ότι «έρχονται και παροχές», στην πραγματικότητα η βαθύτερη λογική της κυβερνητικής στρατηγικής πάντα θα βρίσκει τρόπους να επανέρχεται στο προσκήνιο, ακόμη και μέσα από «παραπατήματα» και «προσωπικές απόψεις» υπουργών. Είναι και αυτός ένας τρόπος να γίνει επιτέλους η πραγματική προεκλογική συζήτηση και να ξέρουν οι ψηφοφόροι όντως ποιες επιλογές έχουν. 

Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr


Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More