Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2026

Ρόδος: 82χρονη μαθήτρια παρελαύνει και συγκινεί – «Ειρήνη και τίποτε άλλο»

Η κυρία Σοφία ετών 82, μαθήτρια του Εσπερινού ΕΠΑΛ, παρέλασε με υπερηφάνεια 


Μια από τις πιο συγκινητικές εικόνες της φετινής 25ης Μαρτίου έρχεται από τη Ρόδο, όπου η 82χρονη μαθήτρια Σοφία παρέλασε μαζί με τους συμμαθητές της και κέρδισε το θερμό χειροκρότημα του κόσμου, στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα ζωής, αξιοπρέπειας και ελπίδας. 

Η κυρία Σοφία, μαθήτρια της πρώτης Λυκείου στο Εσπερινό ΕΠΑΛ Ρόδου, συμμετείχε κανονικά στην παρέλαση της εθνικής επετείου, πλάι σε εκατοντάδες μαθητές από σχολεία του νησιού. 

«Νιώθω μεγάλη τιμή που λαμβάνω μέρος ως μαθήτρια σε αυτή την παρέλαση», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, εκφράζοντας τη συγκίνησή της για τη συμμετοχή της. Όπως είπε, ευχαρίστησε ιδιαίτερα τον διευθυντή του σχολείου που της έδωσε αυτή τη δυνατότητα, ενώ δεν έκρυψε τη συναισθηματική φόρτιση της ημέρας. 

«Εύχομαι σε όλο τον κόσμο υγεία και ηρεμία. Ειρήνη και τίποτε άλλο. Ειδικά αυτές τις μέρες που βιώνουμε πολέμους», ανέφερε χαρακτηριστικά. 


Η υπερηφάνεια του σχολείου και η τελευταία παρέλαση του διευθυντή 

Ιδιαίτερα συγκινημένος εμφανίστηκε και ο διευθυντής του σχολείου, Νίκος Οικονόμος, τονίζοντας ότι το Εσπερινό ΕΠΑΛ, που αποτελείται από ενήλικες μαθητές, κατάφερε να συμμετάσχει συντεταγμένα στην παρέλαση, κάτι που –όπως είπε– ίσως να συμβαίνει για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια. 

Παράλληλα, σημείωσε ότι πρόκειται για την τελευταία φορά που συνοδεύει το σχολείο σε παρέλαση, καθώς σε λίγους μήνες συνταξιοδοτείται.

«Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους μαθητές που γνώρισα όλα αυτά τα χρόνια – περισσότερους από 8.000 – και να εκφράσω τον θαυμασμό μου για την κυρία Σοφία, που στα 82 της χρόνια συμμετέχει σε αυτή τη σημαντική στιγμή», ανέφερε. 


naftemporiki.gr

1821: “Ολοι μαζί”, ε; Αλήθεια;

«Όσοι το χάλκεον χέρι του φόβου βαρύ αισθάνονται, ζυγόν δουλείας, ας έχουσι. Θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία» (Αντρέας Κάλβος). ΄Η όπως το έλεγε 120 χρόνια μετά την Επανάσταση του ’21 ο ύμνος του ΕΛΑΣ: «Αντάρτης, κλέφτης, παλικάρι, πάντα είναι ο ίδιος ο λαός». 



«Oτι ξέρουμε για το 1821 μοιάζει με αντεστραμμένο είδωλο στον καθρέφτη. Υπάρχουν δύο ’21, αυτό των αρχόντων, των Φαναριωτών και της επίσημης διπλωματίας και αυτό του λαού και των προοδευτικών ανθρώπων όλου του κόσμου…» 

(Δ. Φωτιάδης, από την ιστορική μονογραφία «ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ») 

Πώς γίνεται η Καλαμάτα να έχει απελευθερωθεί από τον τουρκικό ζυγό στις 23 Μάρτη του 1821, αλλά να γιορτάζουμε την έναρξη της Επανάστασης στις 25 Μάρτη; 

Η απάντηση είναι απλή: Έπρεπε ο ξεσηκωμός να εγκιβωτιστεί σε ένα σχήμα που θα εξυπηρετούσε τους επί τουρκοκρατίας εξουσιαστές του λαού που παρέμειναν  τέτοιοι και μετά την Επανάσταση. Ανάμεσά τους οι σεβάσμιοι δεσποτάδες της εποχής. Και δεν μιλάμε για το τμήμα του κλήρου που συμμετείχε με συνέπεια και από την πρώτη στιγμή στον αγώνα, αλλά για κείνους τους “ταλαντευόμενους” της ιεραρχίας που σύρθηκαν να πάρουν μέρος και κυρίως εκείνους που τοποθετήθηκαν με αφοριστικό και αντεπαναστατικό μένος κατά της Επανάστασης. Κι αφού οι τελευταίοι δεν είχαν να επιστρατεύσουν τίποτα άλλο για να οικειοποιηθούν την Επανάσταση, επιστράτευσαν την Παναγία. 

Ήταν 17 ολόκληρα χρόνια μετά την Επανάσταση, με διάταγμα του 1838, που ως εθνική γιορτή ορίστηκε η μέρα του Ευαγγελισμού ώστε το ιερατείο να καμώνεται ότι ευλόγησε τον ξεσηκωμό… 

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ελαφρώς διαφορετική: Η σημαία της επανάστασης στην Πελοπόννησο σηκώθηκε στα Καλάβρυτα στις 21 Μάρτη και την ίδια μέρα στην Πάτρα από το λαογέννητο ηγέτη και δολοφονημένο αργότερα από τους προκρίτους, Παναγιώτη Καρατζά. Όσο για τον και “φιλικό” Παλαιών Πατρών Γερμανό, που όπως επιβεβαιώνουν τα απομνημονεύματά του απλώς… απουσίαζε, η πειραγμένη “ιστοριογραφία” θυμήθηκε να τον βάζει να «ευλογεί» τα όπλα – αφότου η Επανάσταση είχε ξεσπάσει και επιβληθεί – στην Αγία Λαύρα, μόνο που το συγκεκριμένο “γεγονός” ουδέποτε συνέβη…. 

Αντίθετα, εκείνο που συνέβη ήταν ότι οι ξεσηκωμένοι (ανάμεσά του και ο λαϊκός κλήρος) δεν άκουσαν τις «νουθεσίες» του ραγιαδισμού ούτε τις φοβέρες των φορέων του. Αυτοί, οι δεύτεροι, αντί του «Ελευθερία ή θάνατος» είχαν άλλη αντίληψη: 

«Ας αφήσουμε τα παιδιά του Μωάμεθ να αποτελειώσουν τα παιδιά του Ροβεσπιέρου», έλεγαν (“Ο Κοινωνικός χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821”, ΚΟΜΕΠ, τεύχος 2, 2011)… 

Ας δούμε τι έλεγαν τα «παιδιά του Ροβεσπιέρου» και γιατί δεν άρεσαν στο αρχοντολόι: 


«Σ’ Ανατολή και Δύση και Νότον και Βοριά

για την πατρίδα όλοι να ‘χωμεν μία καρδιά

στην πίστη του καθένας ελεύθερος να ζει

στη δόξαν του πολέμου να τρέξωμεν μαζί.


Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,

αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή,

για την Ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί

πως είμαστ’ αντρειωμένοι παντού να ξακουστεί.


Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί

Αράπηδες και άσπροι με μια κοινήν ορμή,

για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί


Να σφάξουμε τους λύκους που το ζυγόν βαστούν

και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν».


Αυτά έγραφε τότε ο Ρήγας Φεραίος. Έγραφε κι αυτά:

«Όταν η Διοίκησις βιάζη, αθετή, καταφρονή τα δίκαια του λαού και δεν εισακούη τα παράπονά του, το να κάμη τότε ο λαός ή κάθε μέρος του λαού επανάστασιν, να αρπάζη τα άρματα και να τιμωρήση τους τυράννους του, είναι (το) πλέον ιερόν από όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητον από όλα τα χρέη του.

Αν ευρίσκωνται όμως εις τόπον, όπου είναι περισσότεροι τύραννοι, οι πλέον ανδρείοι πατριώται και φιλελεύθεροι πρέπει να πιάσουν τα περάσματα των δρόμων και τα ύψη των βουνών, εν όσω ν’ ανταμωθούν πολλοί, να πληθύνη ο αριθμός των, και τότε να αρχίσουν την επιδρομήν κατά των τυράννων (…)».

Κι επειδή έγραφε κι έλεγε αυτά, γι’ αυτό και ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ και οι αυλικοί του είχαν αποφανθεί ότι ο Ρήγας ήταν ένας «διεφθαρμένος τη φρένα»…

Όταν, δε, ο Ρήγας και οι σύντροφοί του δολοφονήθηκαν, οι …άνθρωποι του Θεού και …προστάτες του Γένους, αγαλλίασαν! Όπως έγραφε ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων, ο Ρήγας και οι σύντροφοί του «εσκόπευον να κάμουν επανάστασιν κατά του κραταιωτάτου Σουλτάνου αλλ’ ο μεγαλοδύναμος Θεός τους επαίδευσε κατά τας πράξεις των με τον θάνατον όπου τους έπρεπε (…)».

Έχουν κάποιο νόημα όλα αυτά ή μήπως να τα αγνοήσουμε και να το ρίξουμε στο τσάμικο αυτής της περίφημης… «εθνικής ομοψυχίας» και του «όλοι μαζί» που διακινούν αιώνες τώρα οι «από πάνω», οι οποίοι συνήθως απουσιάζουν και από το «όλοι» και από το «μαζί»;

                                                              ***

Τι ήταν ο Παπαφλέσσας; Ο,τι κι αν του προσάψει κανείς (και όχι άδικα) δεν ήταν, ταυτόχρονα, ο φλογερός αγωνιστής που γνωρίζουμε; Για το λαό ναι. Αλλά οι κοτσαμπάσηδες και οι σεβάσμιοι δεσποτάδες είχαν άλλη άποψη.

   Για παράδειγμα, και σύμφωνα με τα λόγια του Παλαιών Πατρών Γερμανού όπως καταγράφονται στα απομνημονεύματά του, ο Παπαφλέσσας – αυτός που θα μνημονεύεται στους αιώνες εξιλεωμένος για τα δικά του αμαρτήματα με τη θυσία του στο Μανιάκι – ήταν «… άνθρωπος απατεών και εξωλέστατος περί μηδενός άλλου φροντίζων ειμή τινί τρόπω να ερεθίση την ταραχήν του έθνους…».

   Όταν ο Παπαφλέσσας συναντήθηκε με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό προσπαθώντας με αλήθειες και τεχνάσματα να ανάψει το φιτίλι για την Επανάσταση, ο τελευταίος αυτό το «πατριωτικό» του απάντησε: «Είσαι απατεώνας».

   Ποιο το συμπέρασμα; Μήπως να αδιαφορήσουμε για την αλήθεια και να συνεχίσουμε το «εθνικό» τσάμικο εκείνων που όποτε ακούνε για «ελευθερία» και «δικαιώματα» βλέπουν «ταραχήν του έθνους»; 

                                                                   ***

 Τι ήταν το κίνημα του Υψηλάντη και του Σούτσου που ξεδιπλώθηκε τον Φλεβάρη του ’21 στην Μολδοβλαχία; Τι ήταν αυτή καθ’ αυτή η Επανάσταση του 1821; Αν μιλάμε για το λαό ήταν η λύτρωση. Ήταν το σάλπισμα για την διεκδίκηση της λευτεριάς και του δίκιου. 

Για τους προύχοντες, όμως, τι ήταν; Για το «ιερατείο» των «κεφαλών του Έθνους» τι ήταν; Μας το πληροφορεί το φιρμάνι του αφορισμού (!) της Επανάστασης (ο αφορισμός εκτός από την υπογραφή του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, φέρει την υπογραφή του πατριάρχη Ιεροσολύμων, καθώς και, μεταξύ άλλων, των μητροπολιτών Καισαρείας, Νικομήδειας, Δέρκων, Ανδριανουπόλεως, Βιζύης, Σίφνου, Ηρακλείας, Νικαίας, Θεσσαλονίκης, Βέροιας, Διδυμοτείχου, Βάρνης, Φαναρίου, Ναυπάκτου, Χαλκηδόνος, Τυρνάβου…):

«… αμφότεροι (Υψηλάντης και Σούτσος) αλαζόνες και δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν ματαιόφρονες εκήρυξαν του γένους την ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους (…) έγινε γνωστή εις το πολυχρόνιον κράτος η ρίζα και η βάσις όλου αυτού του κακοήθους σχεδίου. Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν σκηνήν οι δύο ούτοι και τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, μάλλον δε μισελεύθεροι, και επεχείρησαν έργον μιαρόν, θεοσταγές και ασύνετον, θέλοντες να διακηρύξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας (…) Αντί λοιπόν φιλελευθέρων εφάνησαν μισελεύθεροι, και αντί φιλογενών και φιλοθρήσκων εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθετοι, διοργανίζοντες, φευ, οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς κραταιάς βασιλείας (…)».

   Και οι εκπρόσωποι του …Θεού και του Έθνους φτάνουν στο διά ταύτα και «παραγγέλλουν»:

«Διά τούτο (…) συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν πάσιν υμίν (…) να διακηρύξητε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακόβουλων ανθρώπων και να τους αποδείξητε και να τους στηλιτεύσητε πανταχού (…) Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισήτε και να τους αποστρέφεστε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία και το γένος τούς έχει μεμισημένους, και επισωρεύει κατ’ αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς: ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας. Ως παραβάται δε των θείων νόμων και κανονικών διατάξεων… αφορισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι και μετά θάνατον (…)».

   Ωραίο δεν είναι το τσάμικο της… «εθνικής ομοψυχίας»; 

                                                                   ***

   Αυτά, λοιπόν, με τους «μέσα». Αλλά υπήρχαν και οι «φίλοι» μας οι «απ’ έξω». Ας πάμε να δούμε τι συνέβη και με τους «έξω». Ο λόγος στον Στρατηγό, τον Μακρυγιάννη (Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, Βιβλίον Γ’ Κεφάλαιον πέμπτον):

«Και παραδοθήκαμεν εις την τιμή εσάς των ομοθρήσκων μας Ρούσσων και Άγγλων και Γάλλων να μας σώσετε – κ’ εσείς οι φιλάνθρωποι της πρώτες χρονιές πιάνατε ένα αθώον παιδί, ένα αρφανό, οπού γύρευε η τυραγνία να του πάρη την ζωή του και την τιμή του και θρησκεία του και με την βοήθεια του Θεού εσώθη· και οι τρεις εσείς το κιντυνεύετε να το πάτε πάλε εις την δικαιοσύνη του τύραγνου·(…) Τι φαντάζεστε, ότι μας βοηθήσετε, ή μας μολύνετε και μας αφανίσετε; Ξίκι να γίνεταν από ’μας ήταν καλύτερα και το καλό σας και το κακό σας! Ευγνωμονούμεν οι Ελληνες γενικώς τους φιλανθρώπους υποκόγους σας, έχομεν χάριτες εις αυτούς τους ευεργέτες μας – καμμιά χάρη σ’ εσάς της ανεμοδούρες, της διαφταρμένες μηχανές δεν έχομεν! Οι τίμιοι άνθρωποι να μην σας ακούσουνε! Ούτε το καλό σας θέλουν να τους κάμετε. Ας σας ευγνωμονήσουνε εκείνοι οπού τους δώσετε τα δάνεια και τα ’φκειασαν λούσια και πολυτέλειες κι’ άλλα τοιούτα. Εκεινών εκάμετε καλό με τα δάνειά σας, του Αρμασπέρη, του Κωλέτη, του Μαυροκορδάτου, του Μεταξά και συντροφιές τους (…) δεν θέλω σας ξέρη, ούτε να σας ακούσω! Από αυτά όλα η πατρίδα κλονίζεται, από της οδηγίες της πατρικές των Πρέσβεων και δικώ μας ξενολάτρων».

 Αυτά συνέβαιναν, γράφονταν και λέγονταν δυο αιώνες προ ΝΑΤΟ και προ ΕΕ. Και μάλλον δεν χρειάζεται κάποιο πιο επίκαιρο σχόλιο.

                                                                      ***

Η Επανάσταση του ’21, εθνικοαπελευθερωτική στη μορφή της και αστικοδημοκρατική στο περιεχόμενό της, παρά τις μεταγενέστερες προσπάθειες να ενδυθεί κάποιου τύπου θρησκευτικό μυστικισμό και να παρουσιαστεί – παρά ακόμα και τους δυο εμφυλίους κατά την διάρκειά της – σαν μια χωρίς εσωτερικές αντιθέσεις “υπερταξική” εθνική διαδικασία,  είχε πρόδηλα κοινωνικό χαρακτήρα, που δεν θα μπορούσε παρά να ορίζεται από την ίδια την κινητήρια δύναμή της, την πρωτοπόρα σε εκείνη την ιστορική περίοδο, ανερχόμενη και ασφυκτιούσα σε συνθήκες φεουδαρχίας και οθωμανικής κατάκτησης, αστική τάξη :

“Ας εξετάση διακεκριμένως οποιοσδήποτε έλαβεν μέρος εις την Επανάστασιν, και θέλει ίδει ότι η τάξις των ξενιτευμένων λογιοτάτων και εμπόρων είναι ήτις πρώτη ετόλμησεν και εκίνησεν τον μοχλόν τούτον και έμβασεν και τους Προεστούς και τους Αρματωλούς εις τα αίματα», γράφει ο Σερραίος επαναστάτης Κασομούλης (“Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833”, εκδόσεις “Πάγκειος Επιτροπή”). 

Ταυτόχρονα, όμως, 

“Το ’21, μόνο με της πνευματικής-μας- αριστοκρατίας τη θέληση δεν έγινε, αλλά έγινε και ενάντια της θέλησής της. Η ανεξαρτησία δεν “εκμαιεύθηκε” από τη λογιωτατική Σοφία των – τάχατις – “Διδασκάλων του Γένους” (τους οποίους, ούτε είδαν ποτέ, οι τινάξαντες την Οθωμανική αυτοκρατορία στον αέρα). Πολύ περισσότερο δεν έγινε από κάτι θρυλούμενους φραγκολεβαντίνους και Ιγνάτιους, αλλά καταχτήθηκε από τα γιαταγάνια των Πελοποννήσιων και της Ρούμελης. Η επακολουθήσασα λευτεριά, τίποτις αυτουνών δεν τους χρωστάει. Αν, από τη θέλησή τους αυτό εξαρτιότανε, ακόμα φέσι θα φοράγαμε…”

και επίσης 

“…η επανάσταση δεν έγινε μόνο για τους Τούρκους. (δεν ήσαν οι χειρότεροι…). Εγινε ενάντια και στο γδάρσιμο και τον κατατρεγμό απ’ τους προκρίτους – δηλαδή για το ξερίζωμα σύξυλου του ‘Τριαδικού” Τουρκοπαπαδοκοτζαμπασέικου καθεστώτος…” (Γιάννης Σκαρίμπας, “Το 1821 και η Αλήθεια”, εκδόσεις “Κάκτος”). 

 Καταληκτικά: 

“Ο χαρακτήρας της επανάστασης καθορίζεται από το ποια τάξη ηγείται σ’ αυτήν προκειμένου να εδραιώσει τις σχέσεις παραγωγής με τις οποίες σχετίζεται, δηλαδή είναι ο φορέας τους. Ομως στις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης, πέρα από την τάξη που ηγείται (στην προκειμένη περίπτωση την αστική), συμμετέχουν και κοινωνικές δυνάμεις που έχουν συμφέρον από την κατάργηση της παλιάς εξουσίας, αλλά και η εργατική τάξη που ήταν ήδη εκμεταλλευόμενη από τη νέα τάξη εξουσίας. Τέτοιες δυνάμεις, όπως η άκληρη αγροτιά και η φτωχολογιά των πόλεων, δεν είναι φορείς νέων σχέσεων παραγωγής» (“1821 Η Επανάσταση και οι απαρχές του Ελληνικού αστικού κράτους”, επιμέλεια Τμήμα ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σελ. 36)   

Τα συμπεράσματα από όλα αυτά παραμένουν αναλλοίωτα:

Πρώτο: Τιμή και δόξα στην Επανάσταση του ’21. Τιμή και δόξα στους επαναστάτες, σε εκείνους που ανάμεσά τους δεν υπήρξε «κανένας φρόνιμος», όπως το λέει ο Κολοκοτρώνης.

Δεύτερο: Τιμή και δόξα στην «επαναστάτισσα Ελλάδα» που ύμνησε ο Πούσκιν και λάτρεψε ο Μπάιρον, τιμή και δόξα στον επαναστατημένο λαό που δεν αρνήθηκε το ευκταίο στο όνομα του «εφικτού», τιμή και δόξα στους «Καραϊσκάκηδες» που δεν διαπραγματεύτηκαν τον ξεσηκωμό τους με τον Μέτερνιχ.

Τρίτο: «Όσοι το χάλκεον χέρι του φόβου βαρύ αισθάνονται, ζυγόν δουλείας, ας έχουσι. Θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία» (Αντρέας Κάλβος). ΄Η όπως το έλεγε 120 χρόνια μετά την Επανάσταση του ’21 ο ύμνος του ΕΛΑΣ: «Αντάρτης, κλέφτης, παλικάρι, πάντα είναι ο ίδιος ο λαός».

Τέταρτο: Ο λαός. Ο μόνος που μπορεί να βάζει τέλος στις τυραννίες. Που ακόμα κι όταν «χάνονται» οι Επαναστάσεις του, δεν έχει άλλο δρόμο από εκείνον που γράφει: «Πέθανε η Επανάσταση. Ζήτω η Επανάσταση»!


ΑΠΟ ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ / imerodromos.gr


Δευτέρα, Μαρτίου 24, 2025

1821: “Αντάρτης, κλέφτης παλικάρι πάντα είν’ ο ίδιος ο λαός” (Video)


 

«Ό,τι ξέρουμε για το 1821 μοιάζει με αντεστραμμένο είδωλο στον καθρέφτη. Υπάρχουν δύο ‘21, αυτό των αρχόντων, των Φαναριωτών και της επίσημης διπλωματίας και αυτό του λαού και των προοδευτικών ανθρώπων όλου του κόσμου…» 

(Δ. Φωτιάδης, από την ιστορική μονογραφία «ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ») 

Πώς γίνεται η Καλαμάτα να έχει απελευθερωθεί από τον τουρκικό ζυγό στις 23 Μάρτη του 1821, αλλά να γιορτάζουμε την έναρξη της Επανάστασης στις 25 Μάρτη; 

Η απάντηση είναι απλή: Έπρεπε ο ξεσηκωμός να εγκιβωτιστεί σε ένα σχήμα που θα εξυπηρετούσε τους επί τουρκοκρατίας εξουσιαστές του λαού που παρέμειναν τέτοιοι και μετά την Επανάσταση. Ανάμεσά τους οι σεβάσμιοι δεσποτάδες της εποχής. Κι αφού οι τελευταίοι δεν είχαν να επιστρατεύσουν τίποτα άλλο για να οικειοποιηθούν την Επανάσταση, επιστράτευσαν την Παναγία. 

Ήταν 17 ολόκληρα χρόνια μετά την Επανάσταση, με διάταγμα του 1838, που ως εθνική γιορτή ορίστηκε η μέρα του Ευαγγελισμού ώστε το ιερατείο να καμώνεται ότι ευλόγησε τον ξεσηκωμό…

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ελαφρώς διαφορετική: Η σημαία της επανάστασης πρωτοσηκώθηκε από το λαογέννητο ηγέτη και δολοφονημένο αργότερα από τους πρόκριτους, Παναγιώτη Καρατζά, στην Πάτρα στις 21 Μάρτη. Όσο για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, που όπως επιβεβαιώνουν τα απομνημονεύματά του απλώς… απουσίαζε, θυμήθηκε να «ευλογήσει» τα όπλα μόνο αφότου η Επανάσταση είχε ξεσπάσει και επιβληθεί. 

Και τούτο συνέβη γιατί ο λαός (ανάμεσά του και ο λαϊκός κλήρος) δεν άκουσε τις «νουθεσίες» του ραγιαδισμού ούτε τις φοβέρες των φορέων του. Αυτοί, οι δεύτεροι, αντί του «Ελευθερία ή θάνατος» είχαν άλλη αντίληψη:

«Ας αφήσουμε τα παιδιά του Μωάμεθ να αποτελειώσουν τα παιδιά του Ροβεσπιέρου», έλεγαν…

***    

Ας δούμε τι έλεγαν τα «παιδιά του Ροβεσπιέρου» και γιατί δεν άρεσαν στο αρχοντολόι: 

«Σ’ Ανατολή και Δύση και Νότον και Βοριά

για την πατρίδα όλοι να ‘χωμεν μία καρδιά

στην πίστη του καθένας ελεύθερος να ζει

στη δόξαν του πολέμου να τρέξωμεν μαζί

Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί

Αράπηδες και άσπροι με μια κοινή ορμή

για την ελευθερία να ζώσουμε σπαθί

να σφάξουμε τους λύκους που το ζυγόν βαστούν

και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά

τους τυραννούν».

Αυτά έγραφε τότε ο Ρήγας Φεραίος. Έγραφε κι αυτά:

«Όταν η Διοίκησις βιάζη, αθετή, καταφρονή τα δίκαια του λαού και δεν εισακούη τα παράπονά του, το να κάμη τότε ο λαός ή κάθε μέρος του λαού επανάστασιν, να αρπάζη τα άρματα και να τιμωρήση τους τυράννους του, είναι (το) πλέον ιερόν από όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητον από όλα τα χρέη του.

Αν ευρίσκωνται όμως εις τόπον, όπου είναι περισσότεροι τύραννοι, οι πλέον ανδρείοι πατριώται και φιλελεύθεροι πρέπει να πιάσουν τα περάσματα των δρόμων και τα ύψη των βουνών, εν όσω ν’ ανταμωθούν πολλοί, να πληθύνη ο αριθμός των, και τότε να αρχίσουν την επιδρομήν κατά των τυράννων (…)». 

Κι επειδή έγραφε κι έλεγε αυτά, γι’ αυτό και ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ και οι αυλικοί του είχαν αποφανθεί ότι ο Ρήγας ήταν ένας «διεφθαρμένος τη φρένα»…

Όταν, δε, ο Ρήγας και οι σύντροφοί του δολοφονήθηκαν, οι …άνθρωποι του Θεού και …προστάτες του Γένους, αγαλλίασαν! Όπως έγραφε ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων, ο Ρήγας και οι σύντροφοί του «εσκόπευον να κάμουν επανάστασιν κατά του κραταιωτάτου Σουλτάνου αλλ’ ο μεγαλοδύναμος Θεός τους επαίδευσε κατά τας πράξεις των με τον θάνατον όπου τους έπρεπε (…)».

Έχουν κάποιο νόημα όλα αυτά ή μήπως να τα αγνοήσουμε και να το ρίξουμε στο τσάμικο αυτής της περίφημης… «εθνικής ομοψυχίας» και του «όλοι μαζί» που διακινούν αιώνες τώρα οι «από πάνω», οι οποίοι συνήθως απουσιάζουν και από το «όλοι» και από το «μαζί»;

***

    Τι ήταν ο Παπαφλέσσας; Ήταν ο φλογερός αγωνιστής που γνωρίζουμε; Για το λαό ναι. Αλλά οι κοτσαμπάσηδες και οι σεβάσμιοι δεσποτάδες που τα είχαν κάνει τάτσι μήτσι κότσι με τους πασάδες είχαν άλλη άποψη.

    Για παράδειγμα, και σύμφωνα με τα λόγια του Παλαιών Πατρών Γερμανού όπως καταγράφονται στα απομνημονεύματά του, ο Παπαφλέσσας – αυτός που θα μνημονεύεται στους αιώνες για τη θυσία του στο Μανιάκι – ήταν «… άνθρωπος απατεών και εξωλέστατος περί μηδενός άλλου φροντίζων ειμή τινί τρόπω να ερεθίση την ταραχήν του έθνους…».

    Όταν ο Παπαφλέσσας συναντήθηκε με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό για να του πει ότι όλα ήταν έτοιμα για την Επανάσταση, ο τελευταίος αυτό το «πατριωτικό» του απάντησε: «Είσαι απατεώνας».

    Ποιο το συμπέρασμα; Μήπως να αδιαφορήσουμε για την αλήθεια και να συνεχίσουμε το «εθνικό» τσάμικο εκείνων που όποτε ακούνε για «ελευθερία» και «δικαιώματα» βλέπουν «ταραχήν του έθνους»;

***

Τι ήταν το κίνημα του Υψηλάντη και του Σούτσου που ξεδιπλώθηκε τον Μάρτη του ’21 στην Μολδοβλαχία; Τι ήταν αυτή καθ’ αυτή η Επανάσταση του 1821; Αν μιλάμε για το λαό ήταν η λύτρωση. Ήταν το σάλπισμα για την διεκδίκηση της λευτεριάς και του δίκιου.

    Για τους προύχοντες, όμως, τι ήταν; Για το «ιερατείο» των «κεφαλών του Έθνους» τι ήταν; Μας το πληροφορεί το φιρμάνι του αφορισμού (!) της Επανάστασης (ο αφορισμός εκτός από την υπογραφή του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, φέρει την υπογραφή του μητροπολίτη Ιεροσολύμων, καθώς και, μεταξύ άλλων, των μητροπολιτών Καισαρείας, Νικομήδειας, Δέρκων, Ανδριανουπόλεως, Βιζύης, Σίφνου, Ηρακλείας, Νικαίας, Θεσσαλονίκης, Βέροιας, Διδυμοτείχου, Βάρνης, Φαναρίου, Ναυπάκτου, Χαλκηδόνος, Τυρνάβου…):

  «… αμφότεροι (Υψηλάντης και Σούτσος) αλαζόνες και δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν ματαιόφρονες εκήρυξαν του γένους την ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους (…) έγινε γνωστή εις το πολυχρόνιον κράτος η ρίζα και η βάσις όλου αυτού του κακοήθους σχεδίου. Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν σκηνήν οι δύο ούτοι και τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, μάλλον δε μισελεύθεροι, και επεχείρησαν έργον μιαρόν, θεοσταγές και ασύνετον, θέλοντες να διακηρύξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας (…) Αντί λοιπόν φιλελευθέρων εφάνησαν μισελεύθεροι, και αντί φιλογενών και φιλοθρήσκων εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθετοι, διοργανίζοντες, φευ, οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς κραταιάς βασιλείας (…)». 

Και οι εκπρόσωποι του …Θεού και του Έθνους φτάνουν στο διά ταύτα και «παραγγέλλουν»:

    «Διά τούτο (…) συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν πάσιν υμίν (…) να διακηρύξητε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακόβουλων ανθρώπων και να τους αποδείξητε και να τους στηλιτεύσητε πανταχού (…) Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισήτε και να τους αποστρέφεστε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία και το γένος τούς έχει μεμισημένους, και επισωρεύει κατ’ αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς: ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας. Ως παραβάται δε των θείων νόμων και κανονικών διατάξεων… αφορισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι και μετά θάνατον (…)».

    Ωραίο δεν είναι το τσάμικο της… «εθνικής ομοψυχίας»;

***

Αυτά, λοιπόν, με τους «μέσα». Αλλά υπήρχαν και οι «φίλοι» μας οι «απ’ έξω». Ας πάμε να δούμε τι συνέβη και με τους «έξω». Ο λόγος στον Στρατηγό, τον Μακρυγιάννη:

    «Και παραδοθήκαμεν εις την τιμή εσάς των ομοθρήσκων μας Ρούσσων και Άγγλων και Γάλλων να μας σώσετε – κ’ εσείς οι φιλάνθρωποι της πρώτες χρονιές πιάνατε ένα αθώον παιδί, ένα αρφανό, οπού γύρευε η τυραγνία να του πάρη την ζωή του και την τιμή του και θρησκεία του και με την βοήθεια του Θεού εσώθη· και οι τρεις εσείς το κιντυνεύετε να το πάτε πάλε εις την δικαιοσύνη του τύραγνου·(…) Τι φαντάζεστε, ότι μας βοηθήσετε, ή μας μολύνετε και μας αφανίσετε; Ξίκι να γίνεταν από ‘μας ήταν καλύτερα και το καλό σας και το κακό σας! Ευγνωμονούμεν οι Ελληνες γενικώς τους φιλανθρώπους υποκόγους σας, έχομεν χάριτες εις αυτούς τους ευεργέτες μας –καμμιά χάρη ‘σ εσάς της ανεμοδούρες, της διαφταρμένες μηχανές δεν έχομεν! Οι τίμιοι άνθρωποι να μην σας ακούσουνε! Ούτε το καλό σας θέλουν να τους κάμετε. Ας σας ευγνωμονήσουνε εκείνοι οπού τους δώσετε τα δάνεια και τα ‘φκειασαν λούσια και πολυτέλειες κι’ άλλα τοιούτα. Εκεινών εκάμετε καλό με τα δάνειά σας, του Αρμασπέρη, του Κωλέτη, του Μαυροκορδάτου, του Μεταξά και συντροφιές τους (…) δεν θέλω σας ξέρη, ούτε να σας ακούσω! Από αυτά όλα η πατρίδα κλονίζεται, από της οδηγίες της πατρικές των Πρέσβεων και δικώ μας ξενολάτρων». 

Αυτά συνέβαιναν, γράφονταν και λέγονταν δυο αιώνες προ ΝΑΤΟ και προ ΕΕ. Και μάλλον δεν χρειάζεται κάποιο πιο επίκαιρο σχόλιο. 

***

    Τα συμπεράσματα – τα δικά μας τουλάχιστον – από όλα αυτά παραμένουν αναλλοίωτα:

    Πρώτο: Τιμή και δόξα στην Επανάσταση του ’21. Τιμή και δόξα στους επαναστάτες, σε εκείνους που ανάμεσά τους δεν υπήρξε «κανένας φρόνιμος», όπως το λέει ο Κολοκοτρώνης.

    Δεύτερο: Τιμή και δόξα στην «επαναστάτισσα Ελλάδα» που ύμνησε ο Πούσκιν και λάτρεψε ο Μπάιρον, τιμή και δόξα στον επαναστατημένο λαό που δεν αρνήθηκε το ευκταίο στο όνομα του «εφικτού», τιμή και δόξα στους «Καραισκάκηδες» που δεν διαπραγματεύτηκαν τον ξεσηκωμό τους με τον Μέτερνιχ.

    Τρίτο: «Όσοι το χάλκεον χέρι του φόβου βαρύ αισθάνονται, ζυγόν δουλείας, ας έχουσι. Θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία» (Αντρέας Κάλβος).Η’ όπως το έλεγε 120 χρόνια μετά την Επανάσταση του ’21 ο ύμνος του ΕΛΑΣ:  «Αντάρτης, κλέφτης παλικάρι πάντα είναι ο ίδιος ο λαός».

    Τέταρτο: Ο λαός. Ο μόνος που μπορεί να βάζει τέλος στις τυραννίες. Που ακόμα κι όταν «χάνονται» οι Επαναστάσεις του, δεν έχει άλλο δρόμο από εκείνον που γράφει: 

«Πέθανε η Επανάσταση. Ζήτω η Επανάσταση»!  


*


Νίκος Μπογιόπουλος
Πηγή: enikos.gr

Τρίτη, Μαρτίου 26, 2024

«Η Ελλάδα χρειάζεται μαθήματα ιστορίας» - Κατηγορώ Ζαχάροβα στην κυβέρνηση Μητσοτάκη


Η Μαρία Ζαχάροβα κατηγόρησε την Κυβέρνηση Μητσοτάκη πως «διαγράφει από την συλλογική μνήμη τον ρόλο της Ρωσίας για την επανάσταση του 1821.                                                                                                                                                                           

Με ανακοίνωσή της η Μαρία Ζαχάροβα κατηγορεί την κυβέρνηση Μητσοτάκη για την μη συμμετοχή ρωσικής αντιπροσωπείας στους εορτασμούς της επετείου της κήρυξης της ελληνικής επανάστασης του 1821 και της Ανεξαρτησίας. 

Αναφέρει πως «η Ρωσική Αυτοκρατορία, η Ρωσία, έπαιξε τον κομβικό ρόλο συνεισφέροντας ουσιαστικά στην επιτυχή έκβαση του εθνικού απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία τους». Ξεχωριστή αναφορά επιφυλάσσει στον Ιωάννη Καποδίστρια υπ. Εξωτερικών της Ρωσίας, πριν αναλάβει ως πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας. 

Συγκεκριμένα αναφέρει πως «Ανάμεσα στους ιθύνοντες ανώτατου επιπέδου του Ελληνικού Κράτους στην αυγή της εγκαθίδρυσής του υπήρχαν πολλοί από αυτούς που προηγουμένως για μεγάλο χρονικό διάστημα υπηρετούσαν αφοσιωμένα, πιστά και τίμια την πατρίδα μας». 

«Η Ελλάδα αποστέλει οπλισμό στην Ουκρανία με τον οποίο σκοτώνει άμαχους Έλληνες της Αζοφικής»

Η επρόσωπος του ρωσικού ΥΠΕΞ, έκανε λόγο πως διαχρονικά στην Ελλάδα «αναγνώριζαν την καθοριστική συμβολή των ρωσικών όπλων και της διπλωματίας στη νίκη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, σέβονταν τη μνήμη των Ρώσων φιλελλήνων, μεριμνούσαν με φροντίδα τις κοινές σελίδες του ένδοξου παρελθόντος των δύο χωρών».

Η Μαρία Ζαχάροβα στάθηκε στην μη κλήση ρωσικής αντιπροσωπείας στους εορτασμούς (σ.σ. Παραδοσιακά υπάρχουν εκπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων, δηλαδή Ρωσίας, Αγγλίας και Γαλλίας). «Λάβαμε υπόψη ότι φέτος με εντολή της ηγεσίας του ελληνικού ΥΠΕΞ οι παραδοσιακές εορταστικές εκδηλώσεις με αφορμή την 25η Μαρτίου, όσο στην Ελλάδα τόσο και στις αντιπροσωπείες της στο εξωτερικό, θα διεξαχθούν για ακόμη μία φορά χωρίς ρωσική συμμετοχή» ανέφερε.

Η εκπρόσωπος κάνει λόγο για «άνευ ορίων εχθρική εκστρατεία» κατά την Ρωσίας, «την οποία εκκίνησε και συνεχίζει η κυβέρνηση Κ.Μητσοτάκη με στόχο να διαγραφεί από την συλλογική μνήμη οτιδήποτε που σχετίζεται με την Ρωσία, θυσιάζοντας χάριν στις πρόσκαιρες περιστάσεις – τους αιώνιους ιστορικούς, πολιτιστικούς και πνευματικούς δεσμούς μεταξύ των δυο λαών μας». 



Ρωσοβοφική η Αθήνα, στέλνει όπλα με τα οποία η Ουκρανία σκοτώνει άμαχους Έλληνες της Αζοφικής

Κατηγόρησε την Ελλάδα πως «πάνω στο κύμα της επιθετικής ρωσοφοβίας η Αθήνα επιμένει στις εγκληματικές αποφάσεις της, συμπεριλαμβανομένης και της αποστολής οπλισμού στην Ουκρανία, με τον οποίο το καθεστώς του Κιέβου εξακολουθεί να εξοντώνει αμάχους, ανάμεσά τους και Έλληνες της Αζοφικής».

Για να συνεχίσει πως η Ελλάδα αγνόησε πρόσκληση για συνάντηση με την ηγεσία του ρωσικού ΥΠΕΞ «Οι τωρινοί κυβερνώντες, κρυβόμενοι πίσω από συλλογικές αποφάσεις της Δύσης διέκοψαν τον διμερή μας διάλογο και κάθε είδους συνεργασία. Σαν να μην έφτανε αυτό, η ελληνική Πρεσβεία στη Μόσχα, μεταξύ άλλων διπλωματικών αποστολών των κρατών-μελών της ΕΕ, περιφρόνησε τους κανόνες της διπλωματικής επικοινωνίας και αγνόησε την πρόσκληση για συνάντηση με την ηγεσία του ρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών».

Κατηγόρησε την ελληνική κυβέρνηση πως αγνοεί την ίδια την ιστορία, λέγοντας πως «Από την πλευρά μας, στις 25 Μαρτίου διαβιβάσαμε τις σκέψεις και τις εκτιμήσεις μας απευθείας στην εδώ Πρεσβεία της Ελλάδας. Είναι αξιολύπητο ότι αντί να στείλουμε ευχές για την εθνική εορτή, όπως άρμοζε κάποτε, είμαστε αναγκασμένοι, τούτη την ημέρα, να υπενθυμίζουμε στην Αθήνα τα στοιχειώδη μαθήματα ιστορίας».

Πηγή: www.in.gr



Κυριακή, Μαρτίου 24, 2024

«Τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί»


 

Με αφορμή τη συμπλήρωση 203 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση ανατρέχουμε σε μαρτυρίες και απομνημονεύματα, αναζητώντας τις εικόνες και τα συναισθήματα που προκύπτουν από τα κείμενα της εποχής. 

Στις 24 Φεβρουαρίου του 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης εξέδωσε στο Ιάσιο την προκήρυξη με τον τίτλο «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος» με την οποία κήρυξε την εξέγερση των Ελλήνων στη Μολδοβλαχία. Το κείμενο της επίσημης κήρυξης της Επανάστασης ξεκινά ως εξής: «Η ώρα ήλθεν, ω Άνδρες Έλληνες! Προ πολλού οι λαοί της Ευρώπης, πολεμούντες υπέρ των ιδίων δικαιωμάτων και ελευθερίας αυτών, μας επροσκάλουν εις μίμησιν. Αυτοί, καίτοι οπωσούν ελεύθεροι, επροσπάθησαν όλαις δυνάμεσι να αυξήσωσι την ελευθερίαν, και δι’ αυτής πάσαν αυτών την ευδαιμονίαν. Οι αδελφοί μας και φίλοι είναι πανταχού έτοιμοι. Οι Σέρβοι, οι Σουλιώται, και όλη η Ήπειρος, οπλοφορούντες μας περιμένωσιν. Ας ενωθώμεν λοιπόν με ενθουσιασμόν! Η Πατρίς μας προσκαλεί». 

Οκτώ χρόνια μετά, ο στρατηγός Μακρυγιάννης άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του στο Άργος. Το έργο ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 1829, την περίοδο που ο οπλαρχηγός υπηρετούσε την Κυβέρνηση Καποδίστρια και η συγγραφή του συνεχίστηκε στο Ναύπλιο και στην Αθήνα. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1907 από τον ιστοριοδίφη και συγγραφέα Γιάννη Βλαχογιάννη, ωστόσο αναδείχθηκε μέσα από τη γενιά του ’30 και ιδιαίτερα τον Γιώργο Σεφέρη. 

Ο Μακρυγιάννης γράφει μεταξύ άλλων: «Η πατρίδα του κάθε ανθρώπου και η θρησκεία είναι το παν και πρέπει να θυσιάζει και πατριωτισμόν και να ζει αυτός και οι συγγενείς του ως τίμιοι άνθρωποι εις την κοινωνία. Και τότε λέγονται έθνη, όταν είναι στολισμένα με πατριωτικά αιστήματα· το αναντίον λέγονται παλιόψαθες των εθνών και βάρος της γης. Και διά τούτο, ως πατρίδα γενική του κάθε ενού και έργο των αγώνων του μικρότερου και αδύνατου πολίτη, έχει κι αυτός τα συμφέροντά του εις αυτήνη την πατρίδα, εις αυτήνη την θρησκεία. Δεν πρέπει ο άνθρωπος να βαρύνεται και να αμελεί αυτά· και ο προκομμένος πρέπει να φωνάζει ως προκομμένος την αλήθεια,το ίδιον και ο απλός. Ότι κρικέλα δεν έχει η γης να την πάρει κανείς εις την πλάτη του, ούτε ο δυνατός ούτε ο αδύνατος· και όταν είναι ο καθείς αδύνατος εις ένα πράμα και μόνος του δεν μπορεί να πάρει το βάρος, και παίρνει και τους άλλους και βοηθούν, τότε να μην φαντάζεται να λέγει ο αίτιος εγώ· να λέγει εμείς. Ότι βάναμε όλοι τις πλάτες, όχι ένας».

Στο δίτομο έργο «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως» ο Φωτάκος (Φώτιος Χρυσανθακόπουλος), υπασπιστής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, περιγράφει την εποχή του καθώς και τις μνήμες του από τις μεγάλες μάχες της Επανάστασης. Αναφέρει ο Φωτάκος: «Από δε τας αρχάς του Ιανουαρίου του 1821, αφού τα πάντα ωρίμασαν, άρχισαν οι Έλληνες και ήρχοντο εις τα σπίτια τους από τα ξένα, από την Ρωσσίαν, Βλαχίαν, Μολδαυίαν, Κωνσταντινούπολιν, Σμύρνην και από τα άλλα μέρη δια να λάβουν μέρος κατά της αποφασισθείσαν από τους αποστόλους της Εταιρίας ημέραν δια τον αγώνα υπέρ της πατρίδος. […] Όλαις ταις νύκταις οι Έλληνες τουφεξίδες (οπλοποιοί), σιδηρουργοί, ξυλουργοί και άλλοι εδούλευαν κρυφά από τους Τούρκους και από ταις γυναίκες των τα αναγκαία του πολέμου. Και ήτον εμποδισμένον και αφωρισμένον να κάμνουν μεταξύ τους φιλονεικίας και εξηγήσεις δια τον μέλλοντα σκοπών των. Δια τούτο καθένας εργάζετο κρυφά εις το σπίτι του, διώρθωνε το τουφέκι του, έπλαινε τα πιστόλια του, επήγαινεν εις το λόγκο και έχυνε βόλια με το μονοκάλουπον και καθ’ όλα προετοιμάζετο».

Το καλοκαίρι του 1836 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης σε ηλικία 66 χρονών αφηγείται επί δύο μήνες στον Γεώργιο Τερτσέτη περιστατικά από την Ελληνική Επανάσταση. Το βιβλίο εκδόθηκε με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής – Από τα 1770 έως τα 1836», όμως έμεινε γνωστό ως «Τα απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη».

Λέει λοιπόν μεταξύ άλλων ο Κολοκοτρώνης στον Τερτσέτη: «Η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμιάν απ’ όσες γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεών των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήτο ο πλέον δίκαιος, ήτον έθνος με άλλο έθνος, ήτο με ένα λαόν, όπου ποτέ δεν ηθέλησε να αναγνωριστεί ως τοιούτος, ούτε να ορκισθεί, παρά μόνο ό,τι έκαμνε η βία. Ούτε ο Σουλτάνος ηθέλησε ποτέ να θεωρήσει τον ελληνικόν λαόν ως λαόν, αλλ’ ως σκλάβους».

Περιγράφει το κλίμα που επικρατούσε τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης: «Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελλοί, δεν εκάναμε την επανάσταση, διατί ηθέλαμε συλλογισθεί πρώτον δια πολεμοφόδια, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυροτοθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμε λογαριάσει τη δύναμη την εδική μας, την τούρκικη δύναμη. Τώρα όπου ενικήσαμε, όπου ετελειώσαμε με καλό τον πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, επαινόμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμε, ηθέλαμε τρώγει κατάρες, αναθέματα».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το προφίλ του ιστορικού και συγγραφέα Γεωργίου Τερτσέτη (κατέγραψε τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη), καθώς υπήρξε ο ένας εκ των δύο δικαστών που έσωσαν τον Γέρο του Μοριά. Συγκεκριμένα, ο Τερτσέτης διορίστηκε από την Αντιβασιλεία δικαστής του έκτακτου στρατοδικείου Ναυπλίου τον Απρίλιο του 1834 στο οποίο δικάζονταν ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δ. Πλαπούτας με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Ο Τερτσέτης μαζί με τον πρόεδρο του δικαστηρίου Αναστάσιο Πολυζωίδη ήταν οι δύο δικαστές που αρνήθηκαν να υπογράψουν την καταδίκη των οπλαρχηγών σε θάνατο, καθώς θεωρούσαν πως η κατηγορία δεν ήταν τεκμηριωμένη.

Η πράξη τους αυτή τους οδήγησε στο δικαστήριο ως κατηγορούμενους. Η απολογία του Τερτσέτη ξεκινά ως εξής: «Δεν είμαι από την Σπάρτη, δεν είμαι Αθηναίος, πατρίδα μου έχω όλην την Ελλάδα. Τοιουτοτρόπως εκφράζεται ο γενναίος Πλούταρχος, είναι σχεδόν δύο χιλιάδες έτη, εις ένα των συγγραμμάτων του. Ημείς γεννημένοι εις πλέον ευτυχισμένην εποχήν, δηλαδή όταν η θρησκεία και η φιλοσοφία εφώτισαν, εκήρυξαν, εσφράγισαν το δόγμα της αγάπης και της ισότητος, δυνάμεθα να ειπούμεν, ότι ημείς δεν είμεθα ούτε από την Ελλάδα, ούτε από την Ιταλία, ούτε από την Γερμανία, ούτε από την Αγγλία, πατρίδα μας έχομεν το ανθρώπινο γένος. Όση γη περιαγκαλιάζει ο εύμορφος αιθέρας είναι αγαπητή μας πατρίδα».

Και συνεχίζει: «Αν αυτοί οι στοχασμοί δεν αρέσουν εις τον Επίτροπον, ολίγον φρονώ. Φθάνει μου οπού αρέσουν εις τούτους τους Δικαστάς, εις τούτο το Ελληνικόν Ακροατήριον. Αυτό το προοίμιον όμως αξιόλογα ταιριάζει εις την απολογία μας, επειδή αν ημείς εγκαλούμεθα από τον Επίτροπον, αν αυτός μας φοβερίζει φυλακισμόν, το αίτιον είναι η σφοδρή μας λατρεία προς την δικαιοσύνην, εις καιρούς τους οποίους κάλλιστα γνωρίζετε. Και η δικαιοσύνη δεν είναι προνόμιον, είναι ιδιοκτησία της ανθρωπότητος και αρμόζει λοιπόν να αναφέρωμεν ημείς σήμερον, ως εις βοήθειαν μας, το όνομα του ανθρώπινου γένους, αφού δια αυτό αγωνίσθημεν».

Στον επίλογο των απομνημονευμάτων του ο Μακρυγιάννης, πικραμένος από τις εξελίξεις μετά την Επανάσταση, γράφει: «Όσοι έχουν την τύχη μας σήμερον εις τα χέρια τους, όσοι μας κυβερνούν, μεγάλοι και μικροί, και υπουργοί και βουλευταί, το ’χουν σε δόξα, το ’χουν σε τιμή, το ’χουν σε ικανότη το να τους ειπής ότι έκλεψαν, ότι πρόδωσαν, ότι ήφεραν τόσα κακά εις την πατρίδα. Είναι άξιοι άνθρωποι και τιμώνται και βραβεύονται. Όσοι είναι τίμιοι κατατρέχονται ως ανάξιοι της κοινωνίας και της πολιτείας. […] Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα -ένα πράμα μόνον με παρακίνησε κ’ εμένα να γράψω, ότι τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι˙ όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ὁ καθείς, έχομεν να ζήσωμεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμεν κι’ όλοι μαζί και να μην λέγη ούτε ὁ δυνατός “εγώ”, ούτε ο αδύνατος». 

DOCVILLE

Εμυ Ντούρου

Πηγή: => www.documentonews.gr


Σάββατο, Μαρτίου 25, 2023

Τσίπρας από Τήλο: Μπορούμε να έχουμε τη σύγχρονη, ελεύθερη Ελλάδα που μας αξίζει (Φωτορεπορτάζ)




Από την Τήλο όπου βρέθηκε προκειμένου να παραστεί στις εορταστικές εκδηλώσεις για την 25η Μαρτίου ο Αλέξης Τσίπρας έστειλε το δικό του μήνυμα για τον εορτασμό της επετείου της Επανάστασηςαναφέροντας πως σήμερα είναι μία μέρα περηφάνιας για όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες αλλά και μία μέρα περισυλλογής "για το τι έχουμε και τι μας πρέπει, για το τι θέλουμε και τι μας αξίζει". 

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, τόνισε πως "δικαιούμαστε μια καλύτερη πατρίδα, όπου θα ανθίζει η δημοκρατία και η ισότητα, η αλήθεια και η δικαιοσύνη" υπογραμμίζοντας μεταξύ άλλων πως "οι λαοί που παύουν να ονειρεύονται και να αγωνίζονται για ένα καλύτερο αύριο είναι καταδικασμένοι σε μαρασμό".

Αναλυτικά η ανάρτησή του:

Σήμερα είναι μια μέρα περηφάνιας για όλες τις Ελληνίδες και τους Έλληνες, όπου γης.

Είμαστε περήφανοι για τα Δερβενάκια και την Τριπολιτσά, για τον Κολοκοτρώνη και τον Καραϊσκάκη, για τους ξυπόλυτους που ξεσηκώθηκαν εναντίον μιας πανίσχυρης αυτοκρατορίας.

Για όσους έδωσαν το αίμα και τη ζωή τους για μια πατρίδα ελεύθερη.

Σήμερα είναι όμως και μια μέρα περισυλλογής.

Για το τι έχουμε και τι μας πρέπει.

Τι θέλουμε και τι μας αξίζει.

Γιατί οι λαοί που παύουν να ονειρεύονται και να αγωνίζονται για ένα καλύτερο αύριο είναι καταδικασμένοι σε μαρασμό.

Δικαιούμαστε μια καλύτερη πατρίδα.

Και μπορούμε να την αποκτήσουμε.

Μια πατρίδα που τα παιδιά της δεν θα χάνονται στα Τέμπη.

Δεν θα ξενιτεύονται.

Δεν θα είναι καταδικασμένα να φυτοζωούν ανάμεσα στην ανεργία και την απλήρωτη εργασία.

Θα έχουν ίσα δικαιώματα στη μόρφωση, την Υγεία, τον Πολιτισμό.

Θα αισθάνονται και θα είναι όλοι ασφαλείς.

Μια πατρίδα στην οποία θα ανθίζει η δημοκρατία και η ισότητα.

Η αλήθεια και η δικαιοσύνη.

Δεν θα γίνονται οι πολίτες «στόχοι» παρακρατικών μηχανισμών.

Δεν θα αντιμετωπίζεται το κράτος ως λάφυρο και δεν θα ιδιοποιούνται οι λίγοι το μόχθο των πολλών.

Δεν θα τη δυναστεύουν ο κομματισμός, το ρουσφέτι, τα συμφέροντα, αλλά ένα δίκαιο και αποτελεσματικό κράτος θα στέκεται πλάι και όχι απέναντι στους ανθρώπους.

Αυτά έχουμε δικαίωμα και να θέλουμε και να διεκδικούμε.

Κι αν μας φαίνονται δύσκολα, ακόμα και αδύνατα, ας θυμηθούμε ότι αν ο λαός τότε, δεν μεθούσε «με το αθάνατο κρασί του '21» και άκουγε τους «φρόνιμους» της εποχής, δεν θα είχαμε σήμερα ελεύθερη πατρίδα.

Μπορούμε να έχουμε τη σύγχρονη, ελεύθερη Ελλάδα της δημοκρατίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης, που μας αξίζει.

Και θα την έχουμε με τη θέληση και τον αγώνα μας.






Τσίπρας από Τήλο: "Περήφανοι για τους ανθρώπους των ενόπλων δυνάμεων που προασπίζουν την ελευθερία μας"


Στην ακριτική Τήλο βρέθηκε ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Αλέξης Τσίπρας για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου, όπου παρακολούθησε τις εορταστικές εκδηλώσεις για τη συμπλήρωση των 202 χρόνων από την Επανάσταση του 1821.

Ο κ. Τσίπρας πριν την έναρξη των εκδηλώσεων είχε την ευκαιρία να συνομίλησε με κατοίκους του νησιού και στη συνέχεια παρέστη στις εκδηλώσεις, όπου κατέθεσε στεφάνι στο μνημείο των ηρώων και παρακολούθησε την παρέλαση.




Το ενδιαφέρον του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ κίνησε ένας μαθητής με έντονο ενδιαφέρον για την πολιτική, ο οποίος είπε στον κ. Τσίπρα ότι “στην ιστορία της χώρας μας, η χώρα προόδευσε όταν στηρίζονταν οι αδύναμοι και οι φτωχοί, με αποτέλεσμα να ανθίζει το εμπόριο και η γεωργία” και μάλιστα ρώτησε τον κ. Τσίπρα για τον πληθωρισμό με τον Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να του εξηγεί ότι “όταν οι τιμές στο ρεύμα, στο σούπερ μάρκετ, στην βενζίνη ανεβαίνουν και οι μισθοί παραμένουν σταθεροί ή αυξάνονται λιγότερο από τις τιμές υπάρχει πρόβλημα” προσθέτοντας “και άρα τι πρέπει να κάνουμε; Το είπες μόνος σου. Να στηρίξουμε τους αδύναμους”.



Στην συνέχεια, ο κ. Τσίπρας βρέθηκε στο στρατόπεδο της Τήλου, χαιρέτησε τους ανθρώπους των ενόπλων δυνάμεων που υπηρετούν στο νησί, μόνιμους και στρατεύσιμους, συνομίλησε μαζί τους και ευχήθηκε χρόνια πολλά. Ο κ. Τσίπρας δήλωσε ότι “είμαστε πολύ περήφανοι που είστε εδώ, αφοσιωμένοι στην πατρίδα. Σε μια ακριτική περιοχή, όπως σε κάθε ακριτική περιοχή της χώρας” και πρόσθεσε ότι “οι ένοπλες δυνάμεις της πατρίδας μας, άνδρες και γυναίκες που υπηρετούν, είτε μόνιμοι είτε στρατεύσιμοι, είναι αυτοί που προασπίζουν το πιο σημαντικό ιδανικό, την ελευθερία μας, την ακεραιότητα της πατρίδας μας”.

Μάλιστα, ο κ. Τσίπρας είχε την ευκαιρία να γνωρίσει έναν στρατιώτη με καταγωγή από την Ινδία όπου του είπε: “Είναι τιμή μας που υπηρετείς την πατρίδα μας”. Απευθυνόμενος στην συνέχεια ο κ. Τσίπρας στο μόνιμο προσωπικό υπογράμμισε ότι “η Πολιτεία πρέπει να κάνει ακόμη περισσότερα, προκειμένου να φροντίσει, ώστε και οι συνθήκες δουλειάς και αφοσίωσης σας στην πατρίδα να είναι οι καλύτερες δυνατές και οι δυνατότητες όσον αφορά την μέριμνα για το προσωπικό να είναι ακόμη περισσότερες, καθώς το πιο σημαντικό όπλο είναι το ανθρώπινο δυναμικό”.

Τέλος, ο κ. Τσίπρας είχε την ευκαιρία να επισκεφτεί το Κέντρο Κυκλικής Καινοτομίας Τήλου και να ενημερωθεί αναλυτικά για όλη τη διαδικασία που ακολουθείται και τις εργασίες που γίνονται βήμα προς βήμα και έχουν οδηγήσει την Τήλο να είναι πρωτοπόρος στην ανακύκλωση και στην επίτευξη του στόχου για μηδενικά απόβλητα.


Διαβάστε περισσότερα και δείτε το βίντεο από το www.news247.gr=> ΕΔΩ




Δωδεκάνησα: Η συμμετοχή των νησιών μας στην Επανάσταση του 1821



Η Ρόδος, επαρχία του Οθωμανικού κράτους, πρωτεύουσα του νησιωτικού συμπλέγματος, έδρα του Τούρκου διοικητή (βαλή) και βάση στρατευμάτων, με οθωμανικό πληθυσμό να κατοικεί μέσα στο Κάστρο, δεν θα μπορέσει να πάρει ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821. Συμβάλλει, όμως, στον αγώνα για την ανεξαρτησία του υπόδουλου Έθνους. Επίλεκτα μέλη της, μυούνται στη Φιλική Εταιρεία, με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Αγάπιο. Όμως, το κίνημα που δημιουργήθηκε, προδόθηκε και οι μυημένοι σ' αυτό συλλαμβάνονται, βασανίζονται και φυλακίζονται. 

Ροδίτες, σπουδαστές στην Ευρώπη, έμποροι της Αιγύπτου και όσοι έφυγαν από τη Ρόδο στην επαναστατημένη Ελλάδα, παίρνουν μέρος στην Επανάσταση ή βοηθούν οικονομικά τον Αγώνα.
Πάτμιος είναι ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ένας από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, όπως επίσης Πάτμιος είναι και ο φλογερός απόστολος και αγωνιστής Δημήτριος Θέμελης, ο οποίος επισκέπτεται τα περισσότερα νησιά και μυεί όλα τα σημαίνοντα πρόσωπα στη Φιλική Εταιρεία, προετοιμάζοντας τον γενικό ξεσηκωμό.
<<  Δημήτριος Θέμελης


Διοικητής της Ρόδου τα χρόνια της επανάστασης, (1822-1835), ήταν ο διαβόητος Μεχμέτ Σουκιούρμπεης, μπέης μουτεσαρίφης του σαντζακίου της Ρόδου, που η παράδοση περιγράφει ως τρομερό χριστιανομάχο, ανάλγητο και τυραννικό. Είχε αντικαταστήσει τον φιλέλληνα Γιουσούφ Βέη, που μετατέθηκε στη Χίο με τον τίτλο του πασά. Λέγεται ότι ο Σουκιούρμπεης καταγόταν από τη Μάνη, γόνος της αρχοντικής οικογένειας των Μαυρομιχαλαίων και αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Στη Ρόδο, διέμενε στη συνοικία του Νιοχωριού, στου «Μουσταφά Καπιτάνου το Σαράι», κοντά στη σχολή των «Φρέρηδων». Μικρό παιδί το πήραν οι Τούρκοι και τούρκεψε. Κι όπως ήταν έξυπνος ανέβηκε γρήγορα στα αξιώματα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ως ναύαρχος, επισκέφθηκε τη Μάνη, την πατρίδα του και τον υποδέχθηκε εθιμοτυπικά ο ίδιος ο αδελφός του ο Πετρόμπεης. Ζήτησε να δει τη γρια αρχόντισσα, τη Μαυρομιχάλαινα κι όταν βρέθηκε μπροστά της γονάτισε, της φίλησε το χέρι και της είπε ότι είναι ο χαμένος της γιος. Κι εκείνη, αγέρωχη αρχόντισσα του δήλωσε πως δεν μπορεί να έχει Τούρκο γιο και τον έδιωξε ασυγκίνητη. 

Αλλά αν η Ρόδος δεν μπόρεσε να επαναστατήσει, τα άλλα μας νησιά ξεσηκώνονται και στέκονται αλληλέγγυα στο μαχόμενο Έθνος.

Πρώτη η Πάτμος υψώνει τη σημαία της Επανάστασης με υποκίνηση του Πάτμιου Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλου, ο οποίος κηρύχθηκε έκπτωτος για τη δράση υπέρ του αγώνα.
Τον Απρίλη του 1821 ξεσηκώνεται η Κάσος και θέτει στη διάθεση του αγώνα τη ναυτική της αρμάδα. Τα μέχρι τότε εμπορικά καράβια οπλίζονται με κανόνια κι αρχίζουν την πολεμική τους δράση. Τα κασιώτικα καράβια πλέουν προς τη Ρόδο με ξεδιπλωμένες τις επαναστατικές τους σημαίες και αρχίζουν τον κανονιοβολισμό του φρουρίου της, προκαλώντας πανικό στους Οθωμανούς του νησιού.

Την Κάσο ακολουθεί η Κάρπαθος, η Χάλκη, η Νίσυρος,  η Σύμη, η Τήλος, η Κάλυμνος, η Λέρος, η Κως, το Καστελλόριζο, η Αστυπάλαια, όλα τα Δωδεκάνησα σηκώνουν τη σημαία της λευτεριάς και διώχνουν τις τουρκικές φρουρές.

Στην Κω, στίφη φανατισμένων μουσουλμάνων ξεχύνονται στο νησί, σφάζουν, λεηλατούν και εξανδραποδίζουν. Τα νησιά φοβούνται αντίποινα. Και τότε, δυο κασιώτικα πολεμικά καράβια αναλαμβάνουν να περιπολούν νύχτα και μέρα το στενό της Ρόδου, άγρυπνοι φύλακες της Σύμης, της Χάλκης, της Τήλου και της Νισύρου.

Αλλά η κασιώτικη αρμάδα προσπαθεί να βοηθήσει και την Κρήτη, παίρνοντας τροφές, όπλα, εφόδια στο επαναστατημένο νησί και μεταφέροντας Κρητικούς πρόσφυγες στην Κάσο και την Κάρπαθο. Σ' εκείνες τις πολεμικές επιχειρήσεις θα σκοτωθεί, πολεμώντας ηρωικά, ο καπετάν Θεόδωρος Κανταριτζής, ένας από τους πιο δοξασμένους καπετάνιους της Κάσου.

Κι οι ναυτικές επιχειρήσεις των Κασιωτών γίνονται ολοένα και πιο παράτολμες. Καταστρέφουν τουρκικά πλοία μέσα στον κόλπο της Αττάλειας, επιχειρούν ριψοκίνδυνες επιδρομές στο Καστελλόριζο και ιδιαίτερα στο λιμάνι της Δαμιέττης της Αιγύπτου, με τον καπετάν Χατζη-Νικόλα Μακρή. Αιχμαλωτίζουν 36 πλοία γεμάτα τροφές, που τις μετέφεραν στη λιμοκτονούσα Κάσο, τα δε καράβια τα παρέδωσαν στην επαναστατική κυβέρνηση για να τα μετατρέψει σε πυρπολικά.

Το 1824, η αρμάδα του Μεχμέτ Αλή, μεταφέροντας χιλιάδες στρατιωτών, ανεβαίνει στο Αιγαίο. Οι Κασιώτες αντιλαμβάνονται ότι θα είναι ο πρώτος της στόχος, αλλά δεν πτοούνται. Οχυρώνουν το νησί σε όλα τα σημεία μιας πιθανής απόβασης των Τουρκοαιγυπτίων και εξοπλίζουν όλους, όσοι μπορούν να κρατήσουν όπλα, υπερήφανοι και αποφασισμένοι για τον έσχατο αγώνα και την αναπόφευκτη υπέρτατη θυσία. Η Κρήτη ήδη είχε πέσει και η επανάστασή της είχε καταπνιγεί στο αίμα.

Αρχές Μαϊου του 1824 κι ο εχθρικός στόλος ζώνει την Κάσο (εικόνα). Οι Τούρκοι προσπαθούν να βγουν και το ηρωικό νησί απαντά με τα κανόνια του.

Μα πόσο θα μπορέσει να αντέξει; Γράφουν στην κυβέρνηση και ζητούν απεγνωσμένα βοήθεια, περιγράφοντας την τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Είναι η περίοδος του εμφύλιου σπαραγμού στην ηπειρωτική Ελλάδα, το δάνειο δεν έρχεται, οι ιδιωτικοί πόροι είναι πενιχροί και δεν επαρκούν ούτε για τις δικές τους ανάγκες. Η Κάσος θα μείνει μόνη.

Η εχθρική αρμάδα αφού ανασυντάχθηκε, ενισχυμένη από 35 ακόμα πλοία, αρχίζει την ασφυκτική της πολιορκία, από τη θάλασσα, με επικεφαλής τον Χουσεϊν μπέη. Είναι 27 Μαϊου του 1824, ημέρα Σάββατο. Η ώρα της θυσίας πλησιάζει.

Ακολουθούν φονικές μάχες και οι Τουρκοαιγύπτιοι αποβιβάζουν 200 άνδρες σε ερημική τοποθεσία του νησιού για να κυκλώσουν τους ηρωικούς μαχητές. Ο ίδιος ο Χουσεϊν βγήκε στη ξηρά με 2.000 στρατό.

Οι Κασιώτες πολεμιστές, με τους αρχηγούς τους, Ιωάννη Γρηγοριάδη και Μάρκο Μαλλιαράκη, μετά από σφοδρή και άνιση μάχη, με πολλούς νεκρούς, υποχωρούν στα βουνά αφήνοντας τα χωριά στα χέρια των εχθρών. Οι Τουρκοαιγύπτιοι ρίχτηκαν στη σφαγή, την αρπαγή, τη λεηλασία και σε κάθε είδους κτηνωδία. 2.000 γυναικόπαιδα εξανδραποδίστηκαν και μεταφέρθηκαν για να πουληθούν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής και της Αφρικής.

Ο καπετάν Μάρκος Μαλλιαράκης, που, με λίγους πολεμιστές, αντιστάθηκαν σθεναρά στα βουνά απέναντι σε 2.000 αιμοχαρείς τουρκοαιγύπτιους, πιάστηκε ζωντανός και οδηγήθηκε μπροστά στον πασά. Κατάφερε να λυθεί και να σκοτώσει τρεις Τούρκους. Μέχρι που χίμηξαν όλοι οι άλλοι πάνω του και με τις σπάθες τους τον κομμάτιασαν. Έτσι πέθανε ο Μάρκος, έτσι πατήθηκε η Κάσος. Η καταστροφή της θα συγκλονίσει την Ελλάδα.

Η κασιώτικη δημοτική μούσα θα τραγουδήσει εκείνο το χαλασμό, με το τραγούδι:

Μαύρο πουλάκι κάθεται στης Κάσου τ' αγριοβούνι,
βγάλλει φωνίτσα θλιερή και μαύρο μοιρολόι.
Μάνα, κλαμός και βουγκητός εις το νησί της Κάσου!
Η μάνα κλαίει το παιδί και το παιδί τη μάνα
κι ο αερφός την αερφή κι άουρος τηκ καλήτ του.
Μπας και πανούκλα πλάκωσε, μπας και σεισμός εϊνη;
Μηδέ πανούκλα πλάκωσε, μητέ σεισμός εϊνη,
Χουσεϊν πασιάς επλάκωσεν από την Αλεξάντρα.
Γίνονται στίβες τα κορμιά, τα αίματα ποτάμια.
Σφάζουν τους γέρους και τις γριές κι όλα τα παλικάρια
τις κοπελιές και τα μωρά στη φλότα τους μπαρκάρουν
σκλάβους να τους πουλήσουσι στης Μπαρμπαριάς τα μέρη.
Και μια απ' τις σκλάβες ήλεγε με θλιερή φωνίτσα.
Χίλια κι αν κάμεις, Χουσεϊν, χίλια κι αν μας πουλήσεις,
εμείς του Τούρκου το σπαθί 'εθ θα το φοηθούμε
για θα μας κόψεις ούλους μας, για λευτεριά θα 'ούμε.

Την κατάληψη της Κάσου ακολούθησε η κατάληψη της Καρπάθου, της Χάλκης, της Σύμης και των άλλων επαναστατημένων νησιών.

Τα πράγματα προχωρούν με γοργό ρυθμό. Ο αιγυπτιακός στόλος από 245 πλοία σε τρεις μοίρες, ξεκίνησε από την Αίγυπτο και φθάνει στην Ελλάδα. Η πρώτη μοίρα φθάνει στη Ρόδο, λίγο μετά και οι άλλες δύο, με τον Ιμπραήμ. Πολλά ξένα μεταγωγικά που συμμετέχουν έχουν διάφορες ευρωπαϊκές σημαίες. Η Ρόδος και η Μάκρη, απέναντι, είναι τα κέντρα όπου συγκεντρώνονται.

Πολλά θλιβερά επεισόδια διηγούνται για την έξοδο των πληρωμάτων στην πόλη. Οι κάτοικοι, κυρίως οι γυναίκες, κλείνονταν στα σπίτια, για να αποφύγουν τους βανδαλισμούς. Είναι οι λεγόμενοι «γαλουντζήδες» που μεθούσαν κι άρχιζαν τις βιαιότητες στις συνοικίες έως τα Τριάντα. Σκότωσαν τον πλοίαρχο Μάκρα με τρεις ναύτες και διαρπάσαν το καράβι του στο Μανδράκι. 


Ο ελληνικός στόλος θα εκδικηθεί για την Κάσο και τα Ψαρά, που κι αυτά είχαν το ίδιο φρικτό τέλος, όταν, στις 29 Αυγούστου του 1824,  στον μικρασιατικό κόλπο του Γέροντα, απέναντι από την Κάλυμνο, θα δώσει τη μεγαλύτερη ναυμαχία της Επανάστασης.  Ο ναύαρχος Μιαούλης, παρά την αριθμητική υπεροχή του εχθρού, θα κάψει τα πλοία τους και θα πετύχει πρωτοφανή νίκη, προκαλώντας παραλήρημα χαράς στο λαό της Καλύμνου που υποδέχθηκε τους δοξασμένους ναυμάχους, όταν τα καράβια αγκυροβόλησαν, μετά τη ναυμαχία, στο νησί τους. 



Απόσπασμα από δημοτικό τραγούδι της Κω, για το πώς έζησαν οι Κώοι τη ναυμαχία του Γέροντα. (Από τη συλλογή του Άγγλου νεοελληνιστή, R.M. Dawkins, Τραγούδια της Δωδεκανήσου, που κατέγραψε ο Κώος ιστοριοδίφης και συλλέκτης λαογραφικού υλικού, Ιάκωβος Ζαρράφτης)

...................
Δευτέρας το ξημέρωμα, κοντά το μεσημέρι,
οι Τούρκοι πέσαν άξαφνα βαριά αρματωμένοι,
να κατασφάξουν τορ ραγιάν, κανένας να μη μένη.
Άλλοι επέφτα στο γιαλό, και άλλοι στα πηγάδια
και άλλοι ξεκόφτα σαλ λαγοί στους βάτους, στα λιβάδια,
και άλλοι κόφτα στα βουνά, όσ' ήσαμ παλληκάρια,
όσ' είχαν δυνατήγ καρδιά κι ακούραστα ποδάρια
Κι εκεί που φεύγαν έλεγαν με μμάτια δακρυσμένα,
με χείλη στο παράπονον της πίκρας βουτισμένα.
Χριστέ, ας είχαμεγ κ' εμείς άρματα σαγ κ' εκείνους,
να πολεμούσαμεγ κ' εμείς μ΄ αυτούς τους Σαρακήνους!
Χριστέ, κι ας είχαμε σπαθιά, τουφέκια και κοντάρια,
να πολεμούσαμε κ' εμείς σαγ κι άλλα παλληκάρια.
Χριστέ, κι ας ήτο βολλετόν κι εμείς ν' αρματωθούμεν,
να δούσι οι Σαρακηνοί κ' εμείς πώς πολεμούμεν.
Μα τώρα οι Αγαρηνοί μας σφάζαν σαν θρεφτάρια,
παιδιά με μάνες και κυρούς, κόρες και παλληκάρια.
Τες πόρτες σπούσι καθενός, τα έχει μας μάς παίρνουν,
τες εκκλησιές μας γδύνουσι, και τους παπάδες γδέρνουν,
κοιλιές μανάδων σχίζουσι και τα μωρά σκοτώνουν,
τους γέρους καίουν ζωντανούς και τους τρυποσουβλώνουν.
Τα παλληκάρια ξέγκωνα, εκεί που θα τα βρούνε,
εις τα παλούκια ζωντανά απάνω τα περνούνε.
Τες όμορφες, τες ακριβές, που δεν τες είδε μμάτι,
πο τα μαλλιά τες σέρνουνε για ένα μας γινάτι.
...................

Το τελειωτικό κτύπημα στους τουρκοαιγύπτιους, δόθηκε, όταν ο ενωμένος στόλος της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας έστειλε τα πλοία τους στο βυθό του κόλπου του Ναβαρίνου και αναπτέρωσε τις ελπίδες των Ελλήνων που, μετά τους εμφυλίους πολέμους, βρέθηκε με την επανάσταση στο χείλος της καταστροφής.

Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830 επικύρωσε την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, που η Ελλάδα είχε κερδίσει, με το αίμα των ηρωικών αγωνιστών της στα πεδία των μαχών αλλά που πέρασε από τις συμπληγάδες πέτρες του διπλωματικού παρασκηνίου και της «μάχης», για πολιτική επικράτηση, των λεγόμενων «προστάτιδων δυνάμεων» επί του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Επιμέλεια: Νίκος Νικολάου - Αντώνης Αγγελής
  

Με πληροφορίες από  rhodeslibrary.gr


Παρασκευή, Μαρτίου 25, 2022

1821: “Αντάρτης, κλέφτης παλικάρι πάντα είν’ ο ίδιος ο λαός”


 


«Ό,τι ξέρουμε για το 1821 μοιάζει με αντεστραμμένο είδωλο στον καθρέφτη. Υπάρχουν δύο ‘21, αυτό των αρχόντων, των Φαναριωτών και της επίσημης διπλωματίας και αυτό του λαού και των προοδευτικών ανθρώπων όλου του κόσμου…»

(Δ. Φωτιάδης, από την ιστορική μονογραφία «ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ»)

 

Πώς γίνεται η Καλαμάτα να έχει απελευθερωθεί από τον τουρκικό ζυγό στις 23 Μάρτη του 1821, αλλά να γιορτάζουμε την έναρξη της Επανάστασης στις 25 Μάρτη;

    Η απάντηση είναι απλή: Έπρεπε ο ξεσηκωμός να εγκιβωτιστεί σε ένα σχήμα που θα εξυπηρετούσε τους επί τουρκοκρατίας εξουσιαστές του λαού που παρέμειναν τέτοιοι και μετά την Επανάσταση. Ανάμεσά τους οι σεβάσμιοι δεσποτάδες της εποχής. Κι αφού οι τελευταίοι δεν είχαν να επιστρατεύσουν τίποτα άλλο για να οικειοποιηθούν την Επανάσταση, επιστράτευσαν την Παναγία.

    Ήταν 17 ολόκληρα χρόνια μετά την Επανάσταση, με διάταγμα του 1838, που ως εθνική γιορτή ορίστηκε η μέρα του Ευαγγελισμού ώστε το ιερατείο να καμώνεται ότι ευλόγησε τον ξεσηκωμό…

     Η αλήθεια, βέβαια, είναι ελαφρώς διαφορετική: Η σημαία της επανάστασης πρωτοσηκώθηκε από το λαογέννητο ηγέτη και δολοφονημένο αργότερα από τους πρόκριτους, Παναγιώτη Καρατζά, στην Πάτρα στις 21 Μάρτη. Όσο για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, που όπως επιβεβαιώνουν τα απομνημονεύματά του απλώς… απουσίαζε, θυμήθηκε να «ευλογήσει» τα όπλα μόνο αφότου η Επανάσταση είχε ξεσπάσει και επιβληθεί.

    Και τούτο συνέβη γιατί ο λαός (ανάμεσά του και ο λαϊκός κλήρος) δεν άκουσε τις «νουθεσίες» του ραγιαδισμού ούτε τις φοβέρες των φορέων του. Αυτοί, οι δεύτεροι, αντί του «Ελευθερία ή θάνατος» είχαν άλλη αντίληψη:

«Ας αφήσουμε τα παιδιά του Μωάμεθ να αποτελειώσουν τα παιδιά του Ροβεσπιέρου», έλεγαν…

***    

    Ας δούμε τι έλεγαν τα «παιδιά του Ροβεσπιέρου» και γιατί δεν άρεσαν στο αρχοντολόι:

    «Σ’ Ανατολή και Δύση και Νότον και Βοριά

για την πατρίδα όλοι να ‘χωμεν μία καρδιά

στην πίστη του καθένας ελεύθερος να ζει

στη δόξαν του πολέμου να τρέξωμεν μαζί

Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,

αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή,

για την Ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί

πως είμαστ’ αντρειωμένοι παντού να ξακουστεί.

    Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί

Αράπηδες και άσπροι με μια κοινή ορμή

για την ελευθερία να ζώσουμε σπαθί

να σφάξουμε τους λύκους που το ζυγόν βαστούν

και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά

τους τυραννούν».

    Αυτά έγραφε τότε ο Ρήγας Φεραίος. Έγραφε κι αυτά:

    «Όταν η Διοίκησις βιάζη, αθετή, καταφρονή τα δίκαια του λαού και δεν εισακούη τα παράπονά του, το να κάμη τότε ο λαός ή κάθε μέρος του λαού επανάστασιν, να αρπάζη τα άρματα και να τιμωρήση τους τυράννους του, είναι (το) πλέον ιερόν από όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητον από όλα τα χρέη του.

    Αν ευρίσκωνται όμως εις τόπον, όπου είναι περισσότεροι τύραννοι, οι πλέον ανδρείοι πατριώται και φιλελεύθεροι πρέπει να πιάσουν τα περάσματα των δρόμων και τα ύψη των βουνών, εν όσω ν’ ανταμωθούν πολλοί, να πληθύνη ο αριθμός των, και τότε να αρχίσουν την επιδρομήν κατά των τυράννων (…)».

    Κι επειδή έγραφε κι έλεγε αυτά, γι’ αυτό και ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ και οι αυλικοί του είχαν αποφανθεί ότι ο Ρήγας ήταν ένας «διεφθαρμένος τη φρένα»…

     Όταν, δε, ο Ρήγας και οι σύντροφοί του δολοφονήθηκαν, οι …άνθρωποι του Θεού και …προστάτες του Γένους, αγαλλίασαν! Όπως έγραφε ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων, ο Ρήγας και οι σύντροφοί του «εσκόπευον να κάμουν επανάστασιν κατά του κραταιωτάτου Σουλτάνου αλλ’ ο μεγαλοδύναμος Θεός τους επαίδευσε κατά τας πράξεις των με τον θάνατον όπου τους έπρεπε (…)».

     Έχουν κάποιο νόημα όλα αυτά ή μήπως να τα αγνοήσουμε και να το ρίξουμε στο τσάμικο αυτής της περίφημης… «εθνικής ομοψυχίας» και του «όλοι μαζί» που διακινούν αιώνες τώρα οι «από πάνω», οι οποίοι συνήθως απουσιάζουν και από το «όλοι» και από το «μαζί»;

***

Τι ήταν ο Παπαφλέσσας; Ήταν ο φλογερός αγωνιστής που γνωρίζουμε; Για το λαό ναι. Αλλά οι κοτσαμπάσηδες και οι σεβάσμιοι δεσποτάδες που τα είχαν κάνει τάτσι μήτσι κότσι με τους πασάδες είχαν άλλη άποψη.

Για παράδειγμα, και σύμφωνα με τα λόγια του Παλαιών Πατρών Γερμανού όπως καταγράφονται στα απομνημονεύματά του, ο Παπαφλέσσας – αυτός που θα μνημονεύεται στους αιώνες για τη θυσία του στο Μανιάκι - ήταν «... άνθρωπος απατεών και εξωλέστατος περί μηδενός άλλου φροντίζων ειμή τινί τρόπω να ερεθίση την ταραχήν του έθνους...».
 
Όταν ο Παπαφλέσσας συναντήθηκε με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό για να του πει ότι όλα ήταν έτοιμα για την Επανάσταση, ο τελευταίος αυτό το «πατριωτικό» του απάντησε: «Είσαι απατεώνας».

Ποιο το συμπέρασμα; Μήπως να αδιαφορήσουμε για την αλήθεια και να συνεχίσουμε το «εθνικό» τσάμικο εκείνων που όποτε ακούνε για «ελευθερία» και «δικαιώματα» βλέπουν «ταραχήν του έθνους»;



***

Τι ήταν το κίνημα του Υψηλάντη και του Σούτσου που ξεδιπλώθηκε τον Μάρτη του ’21 στην Μολδοβλαχία; Τι ήταν αυτή καθ’ αυτή η Επανάσταση του 1821; Αν μιλάμε για το λαό ήταν η λύτρωση. Ήταν το σάλπισμα για την διεκδίκηση της λευτεριάς και του δίκιου.

Για τους προύχοντες, όμως, τι ήταν; Για το «ιερατείο» των «κεφαλών του Έθνους» τι ήταν; Μας το πληροφορεί το φιρμάνι του αφορισμού (!) της Επανάστασης (ο αφορισμός εκτός από την υπογραφή του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, φέρει την υπογραφή του μητροπολίτη Ιεροσολύμων, καθώς και, μεταξύ άλλων, των μητροπολιτών Καισαρείας, Νικομήδειας, Δέρκων, Ανδριανουπόλεως, Βιζύης, Σίφνου, Ηρακλείας, Νικαίας, Θεσσαλονίκης, Βέροιας, Διδυμοτείχου, Βάρνης, Φαναρίου, Ναυπάκτου, Χαλκηδόνος, Τυρνάβου...):

«... αμφότεροι (Υψηλάντης και Σούτσος) αλαζόνες και δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν ματαιόφρονες εκήρυξαν του γένους την ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους (...) έγινε γνωστή εις το πολυχρόνιον κράτος η ρίζα και η βάσις όλου αυτού του κακοήθους σχεδίου. Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν σκηνήν οι δύο ούτοι και τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, μάλλον δε μισελεύθεροι, και επεχείρησαν έργον μιαρόν, θεοσταγές και ασύνετον, θέλοντες να διακηρύξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας (...) Αντί λοιπόν φιλελευθέρων εφάνησαν μισελεύθεροι, και αντί φιλογενών και φιλοθρήσκων εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθετοι, διοργανίζοντες, φευ, οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς κραταιάς βασιλείας (...)».

Και οι εκπρόσωποι του ...Θεού και του Έθνους φτάνουν στο διά ταύτα και «παραγγέλλουν»:

«Διά τούτο (...) συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν πάσιν υμίν (…) να διακηρύξητε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακόβουλων ανθρώπων και να τους αποδείξητε και να τους στηλιτεύσητε πανταχού (...) Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισήτε και να τους αποστρέφεστε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία και το γένος τούς έχει μεμισημένους, και επισωρεύει κατ' αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς: ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας. Ως παραβάται δε των θείων νόμων και κανονικών διατάξεων... αφορισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι και μετά θάνατον (...)».

Ωραίο δεν είναι το τσάμικο της… «εθνικής ομοψυχίας»;

***

 
Αυτά, λοιπόν, με τους «μέσα». Αλλά υπήρχαν και οι «φίλοι» μας οι «απ’ έξω». Ας πάμε να δούμε τι συνέβη και με τους «έξω». Ο λόγος στον Στρατηγό, τον Μακρυγιάννη:
 
«Και παραδοθήκαμεν εις την τιμή εσάς των ομοθρήσκων μας Ρούσσων και Άγγλων και Γάλλων να μας σώσετε - κ' εσείς οι φιλάνθρωποι της πρώτες χρονιές πιάνατε ένα αθώον παιδί, ένα αρφανό, οπού γύρευε η τυραγνία να του πάρη την ζωή του και την τιμή του και θρησκεία του και με την βοήθεια του Θεού εσώθη· και οι τρεις εσείς το κιντυνεύετε να το πάτε πάλε εις την δικαιοσύνη του τύραγνου·(…) Τι φαντάζεστε, ότι μας βοηθήσετε, ή μας μολύνετε και μας αφανίσετε; Ξίκι να γίνεταν από 'μας ήταν καλύτερα και το καλό σας και το κακό σας! Ευγνωμονούμεν οι Ελληνες γενικώς τους φιλανθρώπους υποκόγους σας, έχομεν χάριτες εις αυτούς τους ευεργέτες μας -καμμιά χάρη 'σ εσάς της ανεμοδούρες, της διαφταρμένες μηχανές δεν έχομεν! Οι τίμιοι άνθρωποι να μην σας ακούσουνε! Ούτε το καλό σας θέλουν να τους κάμετε. Ας σας ευγνωμονήσουνε εκείνοι οπού τους δώσετε τα δάνεια και τα 'φκειασαν λούσια και πολυτέλειες κι' άλλα τοιούτα. Εκεινών εκάμετε καλό με τα δάνειά σας, του Αρμασπέρη, του Κωλέτη, του Μαυροκορδάτου, του Μεταξά και συντροφιές τους (…) δεν θέλω σας ξέρη, ούτε να σας ακούσω! Από αυτά όλα η πατρίδα κλονίζεται, από της οδηγίες της πατρικές των Πρέσβεων και δικώ μας ξενολάτρων».

Αυτά συνέβαιναν, γράφονταν και λέγονταν δυο αιώνες προ ΝΑΤΟ και προ ΕΕ. Και μάλλον δεν χρειάζεται κάποιο πιο επίκαιρο σχόλιο.

***

Τα συμπεράσματα - τα δικά μας τουλάχιστον - από όλα αυτά παραμένουν αναλλοίωτα:


Πρώτο: Τιμή και δόξα στην Επανάσταση του ’21. Τιμή και δόξα στους επαναστάτες, σε εκείνους που ανάμεσά τους δεν υπήρξε «κανένας φρόνιμος», όπως το λέει ο Κολοκοτρώνης.

Δεύτερο: Τιμή και δόξα στην «επαναστάτισσα Ελλάδα» που ύμνησε ο Πούσκιν και λάτρεψε ο Μπάιρον, τιμή και δόξα στον επαναστατημένο λαό που δεν αρνήθηκε το ευκταίο στο όνομα του «εφικτού», τιμή και δόξα στους «Καραισκάκηδες» που δεν διαπραγματεύτηκαν τον ξεσηκωμό τους με τον Μέτερνιχ.

Τρίτο: «Όσοι το χάλκεον χέρι του φόβου βαρύ αισθάνονται, ζυγόν δουλείας, ας έχουσι. Θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία» (Αντρέας Κάλβος).Η’ όπως το έλεγε 120 χρόνια μετά την Επανάσταση του ’21 ο ύμνος του ΕΛΑΣ: «Αντάρτης, κλέφτης παλικάρι πάντα είναι ο ίδιος ο λαός».


Τέταρτο: Ο λαός. Ο μόνος που μπορεί να βάζει τέλος στις τυραννίες. Που ακόμα κι όταν «χάνονται» οι Επαναστάσεις του, δεν έχει άλλο δρόμο από εκείνον που γράφει: «Πέθανε η Επανάσταση. Ζήτω η Επανάσταση»! 

 

*

ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ 
email: mpog@enikos.gr

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More