Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε μετά από αίτημα του προέδρου της ΝΔ -
Συνάντηση Μητσοτάκη –
Ιερώνυμου πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, μία ημέρα
πριν την ανακοίνωση της πρόθεσης συμφωνίας ανάμεσα στον πρωθυπουργό
Αλέξη Τσίπρα και τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο την Τρίτη, 6 Νοεμβρίου.
Η
συνάντηση πραγματοποιήθηκε με αίτημα του προέδρου της ΝΔ, και μάλιστα
εκκλησιαστικές πηγές ανέφεραν πως ήταν η αιτία που καθυστέρησαν κατά μία
ημέρα οι ανακοινώσεις Τσίπρα – Ιερώνυμου για την αξιοποίηση της
εκκλησιαστικής περιουσίας και το μισθολόγιο των ιερέων.
Το αίτημα
του Κ. Μητσοτάκη να συναντήσει εσπευσμένως τον αρχιεπίσκοπο υποβλήθηκε
το Σαββατοκύριακο και φυσικά έγινε αποδεκτό. Σύμφωνα με πληροφορίες, η
συνάντηση πραγματοποιήθηκε πολύ νωρίς το πρωί της Δευτέρας, 5 Νοεμβρίου
στην αρχιεπισκοπή.
Το αντικείμενο της συζήτησης ήταν η αναθεώρηση
του Συντάγματος και η πρόθεση συμφωνίας κράτους – Εκκλησίας με τον Κ.
Μητσοτάκη να διαβεβαιώνει τον αρχιεπίσκοπο ότι μετά τις εκλογές, και από
την θέση του πρωθυπουργού, είναι διατεθειμένος να βοηθήσει την Εκκλησία
να επιλύσει όλα τα θέματα που έχει με το κράτος. Η άποψη του προέδρου
της ΝΔ ήταν ότι δεν πρέπει να υπάρξει τώρα συμφωνία Τσίπρα – Ιερώνυμου
και ότι ο αρχιεπίσκοπος πρέπει να θέσει προς συζήτηση στην Ιεραρχία την
αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος που αφορά την θρησκευτική
ουδετερότητα – υπενθυμίζεται ότι η ΝΔ δεν περιλαμβάνει την αναθεώρηση
του άρθρου 3 στις προτάσεις της, ενώ η κυβέρνηση το ενέταξε στις
αναθεωρητέες διατάξεις που προτείνει. «Εγώ είμαι χριστιανός και ο
πρωθυπουργός άθεος», φέρεται να επιχειρηματολόγησε ο πρόεδρος της ΝΔ.
Από
την πλευρά του ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος εξήγησε ότι η Εκκλησία
συνδιαλέγεται με όλες τις κυβερνήσεις και διαβεβαίωσε τον Κ. Μητσοτάκη
πως «αν με το καλό γίνει πρωθυπουργό θα συζητήσει και μαζί του». Ζήτησε
μάλιστα από τον πρόεδρο της ΝΔ να στηρίξει την συμφωνία για την
εκκλησιαστική περιουσία δίνοντας τέλος σε δικαστικές διαμάχες που
συνεχίζονται για δεκαετίες. Σημειώνεται ότι η αρχική αντίδραση της ΝΔ
στην συμφωνία Τσίπρα – Ιερώνυμου όσον αφορά την εκκλησιαστική περιουσία
ήταν θετική.
Επίσης ο Ιερώνυμος σημείωσε ότι είναι γνωστή η
αρνητική θέση της Εκκλησίας για την αλλαγή του άρθρου 3 του Συντάγματος,
όμως αυτό είναι αρμοδιότητα της Πολιτείας και των κομμάτων.
Ο τρόπος της μισθοδοσίας των εκκλησιαστικών λειτουργών είναι ευθύνη και απόφαση της Πολιτείας, δηλώνει το γραφείο Τύπου του πρωθυπουργού και προαναγγέλει σχέδιο νόμου στη βάση της συμφωνίας Τσίπρα-Ιερώνυμου, το οποίο θα συζητηθεί με την επιτροπή της Ιεράς Συνόδου.
«Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος κατέληξε ομοφώνως στην απόφαση να συνεχιστεί ο διάλογος Πολιτείας – Εκκλησίας στα θέματα κοινού ενδιαφέροντος» τονίζεται σε ανακοίνωση του γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού.
Και συμπληρώνεται «ως εκ τούτου, η ελληνική κυβέρνηση θα προχωρήσει άμεσα στην εκπόνηση σχεδίου νόμου, στο πλαίσιο του Κοινού Ανακοινωθέντος της 6ης Νοεμβρίου, που αποτελεί ένα ιστορικό βήμα για τον εξορθολογισμό των σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους».
Το γραφείο Τύπου του πρωθυπουργού επισημαίνει ότι το Σχέδιο Νόμου θα τεθεί σε γνώση της Ειδικής Επιτροπής της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, πριν κατατεθεί στη Βουλή και ξεκαθαρίζει πως το καθεστώς της μισθοδοσίας των εκκλησιαστικών λειτουργών, αποτελεί -σε κάθε περίπτωση- ευθύνη και απόφαση της Πολιτείας.
Ιερώνυμος: Χαιρετίζω την προώθηση του διαλόγου με την Εκκλησία
Την ικανοποίησή του για τη δήλωση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, εξέφρασε με δήλωσή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος. Συγκεκριμένα, απαντώντας σε ερώτηση του Αθηναϊκού-Μακεδονικού Πρακτορείου, ο Αρχιεπίσκοπος δήλωσε:
«Με ικανοποίηση χαιρετίζω την δήλωση του κ. Πρωθυπουργού σχετικά με την σημερινή ομόφωνη απόφαση της έκτακτης Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και την συνέχιση του ουσιαστικού διαλόγου μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας για τα θέματα κοινού ενδιαφέροντος.
Η από κοινού συνεργασία αποτελεί ένα περαιτέρω βήμα για την εμβάθυνση των διακριτών μας ρόλων στο πλαίσιο πάντα της από κοινού εξυπηρέτησης των συμφερόντων του λαού μας».
O Μάκης Βορίδης αναγγέλλει το τέλος των συμβόλων και των…
Χριστουγέννων, ο Άδωνις Γεωργιάδης δηλώνει ότι η θέση της ΝΔ στο
εκκλησιαστικό θα καθοριστεί από την τελική στάση των κληρικών, και ο
μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος δίνει το σύνθημα του ιερού πολέμου
διακηρύσσοντας «Μάχαιραν έδωκες, μάχαιρα θα λάβεις». Παραπλεύρως, ο
Κώστας Κυρανάκης δηλώνει ότι το κόμμα του θέλει να παραμείνουν οι ιερείς
δημόσιοι υπάλληλοι και, κάπως έτσι, η Δεξιά του Κυρίου παίρνει ξανά τα
ηνία της ΝΔ και καθοδηγεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη στον νέο «ανένδοτο».
Ο
ανένδοτος αυτός ακυρώνει πλήρως την μετριοπαθή, αν και αμήχανη, αρχική
θέση της ΝΔ για τη συμφωνία Τσίπρα-Ιερώνυμου, επαναφέρει την αξιωματική
αντιπολίτευση στις σκληρές δεξιές, έως και ακροδεξιές, θέσεις που
κυριάρχησαν και στην υπόθεση του μακεδονικού, και οδηγεί τη συντηρητική
παράταξη σε μια, καινοφανή στην ιστορία της, ρήξη: Σε ανοιχτό μέτωπο και
σε ευθεία σύγκρουση της Νέας Δημοκρατίας με τον αρχιεπίσκοπο.
Το πόσο βαθύ θα αποδειχθεί αυτό το μέτωπο και που μπορεί να φθάσει η
σύγκρουση, θα φανεί και από την τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη μετά
τη συνάντηση που θα έχει σήμερα με τους εκπροσώπους του συνδέσμου
κληρικών. Το στίγμα όμως έδωσε ήδη η εκπρόσωπος της ΝΔ Μαρία Σπυράκη
χαρακτηρίζοντας «εξαιρετικά δυσάρεστο το γεγονός ότι η ηγεσία της
ιεραρχίας προχώρησε σε αυτή τη συζήτηση με τον πρωθυπουργό, μια συζήτηση
με προεκλογικά χαρακτηριστικά», ενώ γαλάζια στελέχη διακινούν με ένταση
τα τελευταία 24ωρα τη θεωρία του «υπόγειου πολιτικού deal» μεταξύ
Τσίπρα και Ιερώνυμου. Είναι η θεωρία σύμφωνα με την οποία ο Τσίπρας
αντάλλαξε την αναγνώριση της οφειλής του Κράτους έναντι της
εκκλησιαστικής περιουσίας με τις προεκλογικές 10.000 προσλήψεις στο
δημόσιο – μια ανταλλαγή που, κατά το επιτελείο της Πειραιώς έγινε με τις
πολιτικές «ευλογίες» του αρχιεπισκόπου.
Βάσει αυτής της θεωρίας, η
ΝΔ έχει εξαπολύσει υπόγειο μεν αλλά μετωπικό πόλεμο κατά του
αρχιεπισκόπου με στόχο να μην περάσει η συμφωνία Τσίπρα – Ιερώνυμου από
την έκτακτη σύνοδο της Ιεραρχίας που έχει συγκληθεί για μεθαύριο
Παρασκευή. Οι πληροφορίες κάνουν λόγο για ισχυρότατες πιέσεις σε
μητροπολίτες που θεωρούνται «ταλαντευόμενοι» να απορρίψουν τη συμφωνία
έτσι ώστε ο κ. Ιερώνυμος να χάσει την πλειοψηφία μεταξύ των 82 ιεραρχών,
ενώ κατά ορισμένες πλευρές το σχέδιο του «σκληρού» άξονα της ΝΔ
εκτείνεται έως και σ’ αυτήν καθαυτή την αμφισβήτηση του ίδιου του
αρχιεπισκόπου.
Στο πλαίσιο αυτό τοποθετείται και η χθεσινή δήλωση
του κυβερνητικού εκπροσώπου Δημήτρη Τζανακόπουλου ότι «θα ήταν
πραγματικά επιβλαβές για την ίδια την αυτονομία της ελληνικής Εκκλησίας
αν το πολιτικό προσωπικό ή συγκεκριμένα στελέχη της Ν.Δ. εμπλέκονται στα
εσωτερικά της Εκκλησίας».
Σε ανάλογη κατεύθυνση κινήθηκε και η
ανακοίνωση του Μαξίμου το οποίο επεσήμανε την αλλαγή στάσης της ΝΔ και,
μεταξύ άλλων, ανέφερε: «Δεν περιμένει κανείς ότι ο κ. Μητσοτάκης θα
μπορέσει να επιβληθεί στους ακραίους που ελέγχουν το κόμμα του και στους
υπόγειους σχεδιασμούς τους. Περιμένουμε ωστόσο από τον κ. Μητσοτάκη μία
ξεκάθαρη απάντηση: Η Ν.Δ. παραμένει υπέρ της πρότασης συμφωνίας με την
Εκκλησία της Ελλάδος ή για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ο κ. Μητσοτάκης
έγινε πάλι έρμαιο των ακροδεξιών;». Στην πρώτη της επίσημη τοποθέτηση η
ΝΔ είχε προσεγγίσει θετικά τη συμφωνία Τσίπρα – Ιερώνυμου, κάνοντας
μάλιστα λόγο για «καθυστερημένη υιοθέτηση της πάγιας θέσης της από τον
ΣΥΡΙΖΑ».
Η αντίδραση, ωστόσο, του Ιερού Συνδέσμου Κληρικών και –
κυρίως – η δημόσια επίδειξη ισχύος που έκαναν οι εκπρόσωποι του σκληρού
δεξιού μπλοκ του κόμματος ακύρωσαν την αρχική ήπια γραμμή και έθεσαν,
για μια ακόμη φορά, τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε ομηρία. Το ενδιαφέρον
στοιχείο, δε, είναι πως σ΄αυτή την έφοδο της… Δεξιάς του Κυρίου
συμπαρατάχθηκαν στελέχη τόσο της «σαμαρικής» όσο και της καραμανλικής
πτέρυγας της ΝΔ. Η πλέον ενδεικτική εδώ ίσως ήταν η τοποθέτηση του
βουλευτή Σερρών της ΝΔ Κώστα Καραμανλή, ο οποίος δήλωσε: «Μπορεί στη ΝΔ
να έχουν ορισμένοι πιο φιλελεύθερες απόψεις, αλλά καλό είναι είναι να
καταλάβουμε μέσα στη ΝΔ πως δεν είμαστε το κόμμα φιλελευθέρων της
Ολλανδίας. Είμαστε ένα φιλελεύθερο πατριωτικό κόμμα»…
Πρωθυπουργός και Αρχιεπίσκοπος
κατέληξαν σε συμφωνία που διευθετεί το θέμα της εκκλησιαστικής
περιουσίας μετά από 79 χρόνια. Αποχωρούν οι ιερείς από το μισθολόγιο των
δημοσίων υπαλλήλων. Διαβεβαιώσεις Τσίπρα για τη θρησκευτική
ουδετερότητα στη συνταγματική αναθεώρηση.
Σε έναν ιστορικό συμβιβασμό Εκκλησίας-Κράτους για την εκκλησιαστική περιουσία και τη μισθοδοσία των ιερέων κατέληξαν ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος κατά τη συνάντηση τους.
Το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας διευθετείται μετά από 79
χρόνια, η Εκκλησία άιρει τις όποιες διεκδικήσεις και οι ιερείς αποχωρούν
από το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων.
Το κράτος θα καταβάλλει ετησίως στην Εκκλησία ποσό που καλύπτει τη
μισθοδοσία του σημερινού αριθμού κληρικών και λαϊκών υπαλλήλων της
Εκκλησίας, ενώ πιθανή επιλογη της Εκκλησίας στο μέλλον για αύξηση του
αριθμού των κληρικών δε δημιουργεί απάιτηση αύξησης του ποσού.
Αξιοποιείται από κοινού μέσω του Ταμείου Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής
Περιουσίας η αμφισβητούμενη από το 1959 μέχρι σήμερα περιουσία της
Εκκλησίας.
Ο κ.Τσίπρας διαβεβαίωσε τον κ.Ιερώνυμο ότι η αναθεώρηση
του άρθρου 3 του Συντάγματος δεν έρχεται σε καμία αντίθεση με τις
μακραίωνες παραδόσεις του λαού μας και τόνισε ότι η αρχή της
θρησκευτικής ουδετερότητας διασφαλίζει τους διακριτούς ρόλους και την
εγγύηση της θρησκευτικής ελευθερίας.
Μάλιστα άφησε αιχμές κατά του τομεάρχη Εσωτερικών της ΝΔ Μάκη Βορίδη,
ο οποίος υποστήριξε ότι με τις αλλαγές που προωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ στο
Σύνταγμα θα απαγορευθεί ο δημοσιος εορτασμός των Χριστουγενων.
"Η διακηρυκτική αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας του ελληνικού
κράτους διασφαλίζει αφενός μεν τους διακριτούς ρόλους μεταξύ Πολιτείας
και Εκκλησίας, αφετέρου, δε, εγγυάται τη μεταξύ τους συνεργασία στα
θέματα κοινού ενδιαφέροντος.
Και προφανώς, αυτή η αρχή δεν έρχεται σε καμία αντίθεση με τις
μακραίωνες παραδόσεις του λαού μας και ούτε βέβαια έχουν και καμία βάση
όσα αστεία, κωμικοτραγικά θα έλεγα, έχουν ορισμένοι ψευδώς και σκοπίμως
διαδώσει τις τελευταίες ημέρες περί επικείμενης δήθεν αποκαθήλωσης των
ιστορικών συμβόλων, του Σταυρού από την ελληνική σημαία και από τα
εθνικά μας σύμβολα" είπε συγκεκριμένα.
Τι προβλέπει η συμφωνία Τσίπρα- Ιερώνυμου για την εκκλησιαστική περιουσία και τη μισθοδοσία των ιερέων
Ειδικότερα ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε την πρόθεση του με τον Αρχιεπίσκοπο να καταλήξουν σε μια ιστορική Συμφωνία μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας που θα πάρει τη μορφή νομοθετικής ρύθμισης και πιο συγκεκριμένα προτείνουν τα εξής:
1. Το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι μέχρι το 1939 οπότε εκδόθηκε ο
αναγκαστικός νόμος 1731/1939 απέκτησε εκκλησιαστική περιουσία έναντι
ανταλλάγματος που υπολείπεται της αξίας της.
2. Το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι ανέλαβε τη μισθοδοσία του
κλήρου, ως με ευρεία έννοια, αντάλλαγμα για την εκκλησιαστική περιουσία
που απέκτησε.
3. Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία αναγνωρίζουν ότι οι κληρικοί
δεν θα νοούνται στο εξής ως δημόσιοι υπάλληλοι και ως εκ τούτου
διαγράφονται από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών.
4. Το Ελληνικό Δημόσιο δεσμεύεται ότι θα καταβάλλει ετησίως στην
Εκκλησία με μορφή επιδότησης ποσό αντίστοιχο με το σημερινό κόστος
μισθοδοσίας των εν ενεργεία ιερέων, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται ανάλογα
με τις μισθολογικές μεταβολές του Ελληνικού Δημοσίου.
5. Η Εκκλησία αναγνωρίζει ότι μετά τη Συμφωνία αυτή παραιτείται
έναντι κάθε άλλης αξίωσης για την εν λόγω εκκλησιαστική περιουσία.
6. Η ετήσια επιδότηση θα καταβάλλεται σε ειδικό ταμείο της Εκκλησίας
και προορίζεται αποκλειστικά για τη μισθοδοσία των κληρικών, με
αποκλειστική ευθύνη της Εκκλησίας της Ελλάδος και σχετική εποπτεία των
αρμόδιων ελεγκτικών κρατικών αρχών.
7. Με τη Συμφωνία διασφαλίζεται ο σημερινός αριθμός των οργανικών
θέσεων κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και ο σημερινός αριθμός
των λαϊκών υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος.
8. Πιθανή επιλογή της Εκκλησίας της Ελλάδος για αύξηση του αριθμού
των κληρικών δεν δημιουργεί απαίτηση αύξησης του ποσού της ετήσιας
επιδότησης.
9. Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία της Ελλάδος αποφασίζουν τη δημιουργία Ταμείου Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας.
10. Το Ταμείο αυτό θα διοικείται από πενταμελές διοικητικό συμβούλιο.
Δύο μέλη του Ταμείου θα διορίζονται από την Εκκλησία της Ελλάδος, δύο
μέλη θα διορίζονται από την Ελληνική Κυβέρνηση, ενώ ένα μέλος θα
διορίζεται από κοινού.
11. Το Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας θα αναλάβει τη
διαχείριση και αξιοποίηση των από το 1952 και μέχρι σήμερα ήδη
αμφισβητούμενων μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εκκλησίας της Ελλάδος
περιουσιών, αλλά και κάθε περιουσιακού στοιχείου της Εκκλησίας που
εθελοντικά η ίδια θα θελήσει να παραχωρήσει στο εν λόγω Ταμείο προς
αξιοποίηση.
12. Τα έσοδα και οι υποχρεώσεις του ΤΑΕΠ επιμερίζονται κατά ίσο μέρος στο Ελληνικό Δημόσιο και την Εκκλησία της Ελλάδος.
13. Τα ανάλογα ισχύουν και για τις περιουσίες των επιμέρους
Μητροπόλεων, ήτοι των αμφισβητούμενων περιουσιών, αλλά και όσων οι
Μητροπόλεις εθελοντικά παραχωρήσουν στο ΤΑΕΠ.
14. Η ήδη συσταθείσα με τον Ν.4182/2013 Εταιρεία Αξιοποίησης Ακίνητης
Εκκλησιαστικής Περιουσίας μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Ιεράς
Αρχιεπισκοπής Αθηνών εντάσσεται επίσης στο ΤΑΕΠ και διοικείται με το
σημερινό κατά νόμο καθεστώς.
15. Οι παραπάνω δεσμεύσεις των δύο μερών θα ισχύουν υπό την προϋπόθεση τήρησης της Συμφωνίας στο σύνολό της.
Σημειωτέον ότι η συμφωνία Τσίπρα- Ιερώνυμου θα έρθει και στο υπουργικό και στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο.
Ιερώνυμος: Θα προχωρήσουμε σε πνεύμα αυτοτέλειας και συνεργασίας
Με ένα «ευχαριστώ» τόσο του ιδίου του προκαθημένου της Ελλαδικής
Εκκλησίας Ιερωνύμου όσο και της συνοδείας του προς τον πρωθυπουργό,
άρχισε τις δηλώσεις του ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος μετά τη συνάντηση με
τον Αλέξη Τσίπρα.
«Kύριε πρόεδρε, θα ήθελα να σας πω ένα βαθύτατο ευχαριστώ η συνοδεία
μου και εγώ. Μαζί μου έχω τον σεβασμιώτατο μητροπολίτη Πατρών-συνοδικό
μέλος και εκπρόσωπος επί του Τύπου, τον σεβασμιώτατο μητροπολίτη
Ιωαννίνων, έμπειρο κληρικό, και με πολλή δραστηριότητα και -μη γελάσετε-
τον τσάρο της οικονομίας μας, ο οποίος βρίσκεται πάντοτε σε αδιέξοδα.
Τον πήρα μαζί μου σήμερα και διότι είναι αρμόδιος στον χώρο μας, αλλά
και να του δώσουμε λίγα φτερά, διότι κάθε μέρα μου παραπονείται ότι δεν
πηγαίνουμε καλά οικονομικά».
Εν συνεχεία, μίλησε για την εκκλησιαστική περιουσία και ανέφερε ότι:
«Σε ένα κράτος, σε μια Πολιτεία σαν την πατρίδα μας που όποιον και αν
ρωτήσεις αν η Εκκλησία έχει χρήματα, είναι πλούσια ή φτωχιά, θα πει ότι
οι θησαυροί είναι αμύθητοι. Και απορεί κανείς πώς, πράγματι, αν πάρουμε
το κάθε περιουσιακό μας στοιχείο χωριστά και όλα μαζί τα συγκεντρώσουμε,
θα μπορούσαμε να φτιάξουμε έναν τέτοιο μύθο. Αν όμως δούμε βαθύτερα το
θέμα, θα διαπιστώσουμε ότι είναι μια περιουσία που μοιάζει με ένα
κάρβουνο, δεν δίνει καρπό, γιατί έχει τόσα βαρίδια, τόσες προκαταλήψεις,
τόσες δυσκολίες που διαπιστώνεις ότι η περιουσία αυτή είναι ανώφελη.
Προσπάθησα από πολλά χρόνια αυτόν τον θησαυρό, όπως λένε, αλλά
κοιμώμενο θησαυρό, να δούμε πώς θα τον αλλάξουμε, να τον κάνουμε από
υλικό αντικείμενο πνευματικό. Δηλαδή, να μπορεί αυτό το αντικείμενο που
κοιμάται κάπου να το κάνουμε πνευματική δυνατότητα όχι για μας, αλλά για
τον λαό μας, για τα προβλήματα της Πολιτείας μας, για τα προβλήματα του
λαού μας». Σε αυτό το σημείο του λόγου του, υπογράμμισε: «Ευχαριστώ
γιατί βρήκα ανταπόκριση στα ερωτηματικά μου και στα προβλήματά μου και
πράγματι επί τρία και περισσότερα χρόνια συναντώμεθα και όσο ο χρόνος το
επιτρέπει μελετούσαμε αυτά, αλλά και άλλα προβλήματα της Εκκλησίας που
έχουν σχέση με την Πολιτεία.
Ήρθε ο καιρός τώρα και θέλω να σας ευχαριστήσω και γι' αυτά που
είπατε εισαγωγικά, αλλά και για τις θέσεις που μπορεί να βγαίνουν από
κάποια συζήτηση, αλλά είναι και από τη δική σας πρωτοβουλία
θεμελιωμένες. Πραγματικά, στη σκέψη σας για τη συνεργασία μας, για τη
συμβολή μας, για τη συναντίληψη έχετε δίκιο και εμείς όλοι από τον χώρο
της Εκκλησίας -η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, η Ιερά Σύνοδος, οι
συνεργάτες- στο συγκεκριμένο θέμα για το οποίο μιλήσαμε και αποφασίσαμε
και προτείνουμε θα μας βρείτε στενούς συνεργάτες».
Ακολούθως, τόνισε ότι «Το θέμα παρουσιάστηκε στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο,
φάνηκε ότι είναι καλή η πορεία, η ΔΙΣ μας έδωσε την εξουσιοδότηση,
είμαστε σε αυτό τον χώρο, συμφωνήσαμε για την περαιτέρω πορεία και αύριο
θα ενημερώσουμε τη Σύνοδο. Στη συνέχεια, όλο αυτό το υλικό θα κληθεί
όλη η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος να το εγκρίνει, πιθανόν να το
διορθώσει, πιθανόν να το απορρίψει. Εμείς, όμως, έχουμε την αίσθηση ότι
θα προχωρήσουμε, θα το υιοθετήσει η Ιεραρχία διότι αποβλέπουμε όλοι, από
τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο όχι στην προσωπική ικανοποίηση, αλλά πώς
αυτό το υλικό που γίνεται πνευματικό θα γίνει εργαλείο πνευματικό στα
χέρια της Εκκλησίας. Τα ιδρύματα, τα σχολεία μας, οι ανάγκες οι
καθημερινές μας λένε ότι πρέπει να προχωρήσουμε σε πνεύμα αυτοτέλειας,
συνεργασίας, σε ένα πνεύμα που να δώσουμε το νόημα στον πιστό μας και σε
αυτόν που μας βοηθάει κάθε μέρα ότι η Εκκλησία με αυτόν τον τρόπο
γίνεται περισσότερο υπηρέτης και διάκονος του θελήματος του λαού και
επομένως του τόπου μας. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ διότι είστε
συντελεστής σε αυτήν την ιστορική στιγμή, σένα τόσο μεγάλο γεγονός που η
Εκκλησία θα μπορέσει να αισθάνεται όχι ότι γίνεται πιο πλούσια, δεν την
ενδιαφέρει αυτό, αλλά ότι γίνεται πιο λειτουργική και πιο δυνατή στο
διακόνημά της και στην ικανοποίηση των οραμάτων που έχει».
Σε ειδική αναφορά του για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, ευχαρίστησε για
την πρωτοβουλία του πρωθυπουργού να αφήσει το προοίμιο του Συντάγματος
«όπως το έφτιαξαν οι πατέρες μας». Ευχαρίστησε, όπως είπε, και εκ της
θέσεως και εκ της ηλικίας, αλλά και εκ της επιστήμης, γιατί υπήρξε
κάποτε ιστορικός, και συνεχάρη τον Αλέξη Τσίπρα.
Ο Προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας δεν παρέλειψε να αναφερθεί και
στις «μικρότητες», όπως τις χαρακτήρισε, ότι «θα σβήσετε τα σύμβολα της
Εκκλησίας κ.λπ., για να επισημάνει ότι «από πολέμους τέτοιας μορφής
έχουμε γνωρίσει όλοι μας, τους γνωρίζουμε, αλλά ξέρουμε να προχωρούμε».
Τέλος, δήλωσε ότι «αν προχωρήσει η οικονομική δυνατότητα, ώστε η
Εκκλησία να γίνει ελεύθερη και να αποκτήσει την αυτοτέλειά της, θα τεθεί
στην ιστορία ότι είστε ο πρώτος που έβαλε την υπογραφή».
Ιερώνυμος: Πρόθεση μας να πάμε ένα βήμα μπροστά σεβόμενοι ο ένας τον άλλο
Ο Αρχιεπίσκοπος ευχαρίστησε τον πρωθυπουργό διότι όπως είπε "είστε
συντελεστής σ'αυτή την ιστορική στιγμή σ' αυτό το μεγάλο γεγονός που η
Εκκλησία θα αισθάνεται όχι ότι γίνεται πιο πλούσια, δεν την ενδιαφέρει
αυτό, αλλά ότι γίνεται πιο λειτουργική στην πραγματοποίηση των οραμάτων
που έχει".
"Πιστεύω ότι όλοι κρινόμαστε από αυτό που εκπέμπουμε και αυτή η
συμφωνία εκπέμπει την πρόθεσή μας να πάμε ένα βήμα πιο μπροστά σεβόμενοι
ο ένας τον άλλο.
Θα προχωρήσουμε σε ένα πνεύμα αυτοτέλειας και συνεργασίας. Να γίνει η
Εκκλησία περισσότερο διάκονος του θελήματος του λαού» ανέφερε ο
Αρχιεπίσκοπος.
Να μην υπονομεύεται η εθνική ομοψυχία από μισαλλοδοξία και ακρότητες που
στο παρελθόν οδήγησαν σε εθνικές ήττες, ζητά ο πρωθυπουργός με επιστολή
του προς τον Αρχιεπίσκοπο, σε ήπιους τόνους, διαβεβαιώνοντας πως θα
ληφθεί υπόψη η εκκλησιαστική πτυχή -
Στόχος της κυβέρνησης είναι η επίλυση του ονοματολογικού της
ΠΓΔΜ με εθνική ομοψυχία, η οποία δεν πρέπει να υπονομεύεται "από
μισαλλοδοξία και ακρότητες, που στο παρελθόν οδήγησαν σε εθνικές ήττες",
αναφέρει ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας σε επιστολή του προς τον
Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο.
Ο πρωθυπουργός απαντά στην Ιερά Σύνοδο, που είχε δηλώσει ότι
δε θα αποδεχθεί την χρήση του όρου "Μακεδονία" στην ονομασία της ΠΓΔΜ,
διαβεβαιώνοντας την Εκκλησία ότι θα λάβει υπόψη την εκκλησιαστική πτυχή
με τη δέουσα προσοχή, αλλά σημειώνοντας ότι υπεύθυνη βάσει Συντάγματος
για το ζήτημα είναι η κυβέρνηση και πως είναι διακριτοί οι ρόλοι
Εκκλησίας - Πολιτείας.
Υπενθυμίζεται ότι επιστολή στον πρωθυπουργό είχε απεύθυνει η
Διαρκής Ιερά Σύνοδος με την οποία κατέστησε σαφές ότι δεν πρόκειται να
αποδεχθεί την χρήση του όρου "Μακεδονία" στην ονομασία της ΠΓΔΜ.
Ο αρχιεπίσκοπος, εξερχόμενος της Μονής Πετράκη, προχώρησε
στις εξής δηλώσεις: "Όλοι παρακολουθούμε με ενδιαφέρον και αγωνία αυτή
την υπερκινητικότητα για το θέμα της Μακεδονίας, επομένως και η εκκλησία
έχει κάθε δικαιολογία να ενδιαφερθεί για αυτό το θέμα, διότι, όπως
ξέρουμε όλοι μας, δεν είναι θέμα μόνο εθνικό είναι θέμα και
εκκλησιαστικό". Όπως τόνισε ο κ. Ιερώνυμος, η Εκκλησία και ο ίδιος
προσωπικά, παρακολουθεί με πολλή αγωνία και συγκίνηση το θέμα, ενώ
τάχθηκε κατά των συλλλαλητηρίων.
Σκληρή ήταν η απάντηση πηγών του υπουργείου Εξωτερικών στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο.
"Άραγε, η ηγεσία της Εκκλησίας αποφάσισε να συμπορευθεί με
το νεοναζιστικό μόρφωμα της «Χρυσής Αυγής»;", αναφέρουν χαρακτηριστικά
κύκλοι του ΥπΕξ.
"Η ηγεσία της Εκκλησίας αποφάσισε να κάνει ανοικτή παρέμβαση
στις πολιτικές υποθέσεις της χώρας. Επειδή έχει ξεπεράσει τα όρια των
«αρμοδιοτήτων» της, μήπως να μας πει κιόλας η Εκκλησία και ποιο «όνομα»
θέλει η ίδια για να το διαπραγματευτεί η κυβέρνηση με τα Σκόπια; Η
ηγεσία της Εκκλησίας, προτού εκφράσει άποψη, δεν μπήκε ούτε καν στον
κόπο να ρωτήσει την κυβέρνηση, για να ενημερωθεί ποιες είναι οι θέσεις
της και πως έχει αποφασίσει να χειριστεί τις διαπραγματεύσεις με την
πΓΔΜ;", συμπληρώνουν χαρακτηριστικά από το υπουργείο Εξωτερικών.
"Η ηγεσία της Εκκλησίας, όπως δηλώνει ρητά και
κατηγορηματικά ότι δεν θέλει να εμπλέκεται το κράτος στις «ιερές
υποθέσεις» της, θα πρέπει να γνωρίζει, εξίσου ξεκάθαρα, ότι επιβάλλεται
να μην εμπλέκεται και η ίδια στις κρατικές και διπλωματικές υποθέσεις.
Ειδικά, σε τέτοια, τόσο σοβαρά εθνικά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής".
Η ηγεσία της Εκκλησίας η οποία δηλώνει ότι κόπτεται για τα
εθνικά θέματα, επιβάλλεται να είναι ιδιαίτερα προσεκτική και να εστιάζει
στο εθνικό συμφέρον και όχι στην εξυπηρέτηση των ιδιωτικών συμφερόντων
ιεραρχών, και, πολύ πιθανώς, των προσωπικών πολιτικών «συγγενειών» τους,
με πρόσχημα δήθεν τις ανησυχίες του «ποιμνίου» τους για το
ονοματολογικό".
Η Ιερά Σύνοδος έχει πάντως αυστηρά εκκλησιαστικούς λόγους
για τους οποίους την απασχολεί το ζήτημα, εξ ου και ο πρωθυπουργός στην
απάντηση του σημειώσε ότι θα λάβει υπόψη την εκκλησιαστική πτυχή. Η
Ιερά Σύνοδος ειδικότερα ανησυχεί ότι χρήση του όρου «Μακεδονία» ή
παραγώγου του ως συστατικού ονόματος άλλου Κράτους, θα έχει επιπτώσεις
και στην ονομασία της σχισματικής αυτοαποκαλούμενης εκκλησίας της
«Μακεδονίας”.
Άλλωστε δεν ήταν η πρώτη αναφορά της ΔΙΣ στην
αυτοαποκαλούμενη εκκλησία της Μακεδονίας τον τελευταίο καιρό. Μόλις πριν
από περίπου ένα μήνα, η ΔΙΣ είχε σπεύσει να εκφράσει την ανησυχία της
για το γεγονός ότι η Εκκλησία της Βουλγαρίας είχε κάνει δεκτό το αίτημα
της σκοπιανής εκκλησίας να αναλάβει “ρόλο μητρός” για εκείνη. Να
υπαχθεί, δηλαδή στην Εκκλησία της Βουλγαρίας η αυτοαποκαλούμενη
“Μακεδονική Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή της Αχρίδας”.
Η επιστολή Τσίπρα προς Ιερώνυμο
Σας ευχαριστώ για την από 10 Ιανουαρίου επιστολή σας.
Εύχομαι, επί τη ευκαιρία, σε Σας και στο χριστεπώνυμο
πλήρωμα της Εκκλησίας μας, ειρηνικό, δημιουργικό, έμπλεο αγάπης και
αγαθών έργων, το 2018.
Επιτρέψτε μου, για το θέμα των σχέσεων με την πρώην
Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, στο οποίο αναφέρεστε, να σας
διαβεβαιώσω ότι η κυβέρνησή μου είναι αποφασισμένη να το αντιμετωπίσει
με αίσθημα εθνικής ευθύνης, αμετακίνητης προάσπισης των εθνικών
συμφερόντων, και επιδίωξης σχέσεων ειρήνης, συνεργασίας, και φιλίας, με
όλους τους λαούς της περιοχής.
Πολιτική που συνάδει απολύτως με τα διδάγματα της ορθόδοξης
πίστης, που στον πυρήνα τους έχουν την ειρήνη στις σχέσεις μεταξύ
ανθρώπων και λαών.
Στην προσπάθειά μας αυτή σας παρακαλώ να θεωρήσετε βέβαιο
ότι θα αντιμετωπίσουμε τις σκέψεις που διατυπώνετε στην επιστολή σας με
την δέουσα προσοχή. Θα λάβουμε σοβαρά υπόψη όσα για την εκκλησιαστική
πτυχή του θέματος αναφέρετε. Και, το κυριότερο, θα διαχειριστούμε την
ευθύνη που το Σύνταγμα και η επιλογή του ελληνικού λαού μας έχει
αναθέσει, με πνεύμα διαλόγου, και εθνικής ενότητας.
Πιστεύω ότι θα συμφωνήσετε κι εσείς στην άποψη αρχής, ότι
στα εθνικά θέματα απαιτείται η πιο πλατιά εθνική ομοψυχία. Και η εθνική
ομοψυχία θεμελιώνεται στη σύνεση, στον διάλογο, στον σεβασμό των
διαφορετικών απόψεων, αλλά και των διακριτών ρόλων. Και υπονομεύεται από
κραυγές, εκδηλώσεις μισαλλοδοξίας, ακρότητες που εν ονόματι του έθνους
οδήγησαν στο παρελθόν σε εθνικές ήττες.
Η ιστορική πείρα αποδεικνύει ότι η εθνική αποφασιστικότητα
είναι αποτελεσματική μόνον όταν συνδυάζεται με την εθνική σύνεση και την
διαρκή επιδίωξη της εθνικής ενότητας.
Μ’ αυτές τις σκέψεις, και με την επιθυμία να είναι πάντα
ανοιχτές οι πόρτες του διαλόγου μεταξύ της συνταγματικά υπεύθυνης για
την διαχείριση των εθνικών θεμάτων Πολιτείας, και της πάντοτε σε
χριστιανική και εθνική εγρήγορση Εκκλησίας, παρακαλώ και εύχομαι να
συμβάλλετε, στο μέτρο των δυνάμεών σας, ώστε η Ελλάδα, με πνεύμα
ενότητας και ορθού λόγου, χωρίς τα λάθη του παρελθόντος, να
αντιμετωπίσει με επιτυχία το θέμα των σχέσεων με την ΠΓΔΜ, όπως και τα
άλλα εθνικά θέματα που την απασχολούν.
Η κυβέρνησή μου, και εγώ προσωπικά, θα κάνουμε ό, τι μπορούμε προς την κατεύθυνση αυτή.
Συμβόλαιο πολιτικού θανάτου, που οργανώθηκε στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΙ με τη συνέντευξη του αρχιεπίσκοπου Ιερώνυμου στο κανάλι, κατήγγειλε ο απερχόμενος υπουργός Παιδείας, Νίκος Φίλης. Παραδίδοντας το χαρτοφυλάκιό του στον Κώστα Γαβρόγλου, ο Νίκος Φίλης, άφησε σαφείς αιχμές για τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα και
την απόφασή του να τον απομακρύνει. Κατά την αποχαιρετιστήρια ομιλία
του ήταν εμφανώς συγκινημένος, μάλιστα δάκρυσε σε ένα σημείο, ενώ έλαβε
και θερμό χειροκρότημα.
Ο Νίκος Φίλης σημείωσε ότι «όλοι βρισκόμαστε σε αυτές τις θέσεις με
εντολή του ελληνικού λαού και με απόφαση του Πρωθυπουργού». Τόνισε πως
από την πλευρά του, ο Αλέξης Τσίπρας δεν του επισήμανε προβλήματα,
αντιθέτως υπήρξαν θετικές αναφορές στο έργο του υπουργείου.
«Παρόλα αυτά, αιφνιδίως, το ‘άριστα 20’ μετατράπηκε σε μόλις ενάμιση
μήνα σε μη προβιβάσιμο βαθμό» δήλωσε ο Νίκος Φίλης. Πρόκειται για μια
αναφορά στη δήλωση του πρωθυπουργού κατά την πρώτη ημέρα της σχολικής
χρονιάς, που είχε πει ότι βάζει «άριστα 20» στις επιδόσεις του
υπουργείου Παιδείας.
Ο Νίκος Φίλης αναφέρθηκε και στην άρνησή του να αναλάβει άλλο
υπουργείο, λέγοντας ότι «η 'αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος' δεν μπορούσε
να γίνει αποδεκτή, ακόμη κι αν επρόκειτο για κοτζάμ υπουργείο».
«Χαμογελώ και μόνο με την απορία κάποιων ανθρώπων, γιατί δεν ανέλαβα
άλλο υπουργείο. Δεν με ξέρουν, δεν μας ξέρουν» σχολίασε ο Νίκος Φίλης
και πρόσθεσε:
«Το ερώτημα για την απομάκρυνσή μου αιωρείται στο χώρο της δημόσιας σφαίρας και απασχολεί κάθε δημοκρατικό πολίτη. Η αφεντιά μου δέχθηκε κλίμα χυδαίων επιθέσεων. Κάθε καλά ενημερωμένος πολίτης γνωρίζει τους σταθμούς αλλαγής στάσης της εκκλησίας».
«Παρά το γεγονός ότι οι σχέσεις μου με την Εκκλησία έδειξαν ότι ομαλοποιήθηκαν πριν από λίγες ημέρες στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΙ οργανώθηκε το συμβόλαιο της πολιτικής μου εξόντωσης μετά την συνέντευξη Ιερώνυμου», υποστήριξε ο Νίκος Φίλης.
Έκανε λόγο για επικίνδυνη ρητορική από την πλευρά της Εκκλησίας που
«αν επικρατήσει θα διχάσει την χώρα μας. Το θέμα αυτό όμως δεν αφορά
μόνο εμένα ή τον πρωθυπουργό, αλλά το σύνολο της πολιτικής της χώρας».
«Δεν πρέπει να επιτραπεί στην εκκλησία με την στήριξη των τηλεοπτικών σταθμών, να αξιώνει την απομάκρυνσή μου από το υπουργείο. Άραγε πότε θα σταματήσει να συνυπάρχει η Εκκλησία στο ίδιο υπουργείο με το υπουργείο Παιδείας;», είπε ο πρώην υπουργός Παιδείας.
Ο Νίκος Φίλης κατηγόρησε τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο ότι διολισθαίνει
σε ακροδεξιές λογικές σχετικά «με πρόσφυγες που απειλούν με ισλαμοποίηση
της Ελλάδας», αλλά και με την όψιμη αντίδρασή του στην ανέγερση
ισλαμικού τεμένους, μία κίνηση την οποία είχε εγκρίνει ο προκάτοχός του,
Χριστόδουλος.
Ο απερχόμενος υπουργός Παιδείας άφησε επίσης ευθείες βολές κατά του
Πάνου Καμμένου λέγοντας χαρακτηριστικά ότι έδειξε προθυμία να ρίξει την
κυβέρνηση εάν του το ζητούσε η Εκκλησία.
Τέλος ο Νίκος Φίλης κάλεσε την κυβέρνηση εν όψει της συνταγματικής
αναθεώρησης να προχωρήσει στο διαχωρισμό ρόλου και αρμοδιοτήτων μεταξύ
της Πολιτείας και της Εκκλησίας.