Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα FIR. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα FIR. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 20, 2026

Συναγερμός στην αεροναυτιλία – Τα αναπάντητα ερωτήματα μετά τη νέα βλάβη, «καμπανάκι» εν όψει θερινής περιόδου

Οι αρμόδιοι φορείς καλούνται να δώσουν οριστικές λύσεις προτού ένα αντίστοιχο πρόβλημα «σκάσει» εν μέσω τουριστικής αιχμής και προκαλέσει ανεπανόρθωτο χάος στον ελληνικό εναέριο χώρο 



Ο μεγαλύτερος και πιο πολυσύχναστος αερολιμένας της χώρας, το διεθνές αεροδρόμιο της Αθήνας «Ελευθέριος Βενιζέλος», βρέθηκε ξανά αντιμέτωπος με μια εξαιρετικά σοβαρή κρίση που προκάλεσε έντονη ανησυχία στο επιβατικό κοινό και αλυσιδωτές καθυστερήσεις στο πρόγραμμα των πτήσεων. 

Μια σημαντική τεχνική βλάβη στο σύστημα μεταφοράς δεδομένων ραντάρ «τύφλωσε» εν μέρει την Προσέγγιση Αθηνών, αναδεικνύοντας για ακόμη μια φορά -και με τον πλέον εμφατικό τρόπο- τις παθογένειες και τις τραγικές ελλείψεις στις κρίσιμες υποδομές της αεροναυτιλίας στην Ελλάδα. 

Το περιστατικό έθεσε σε συναγερμό τις αρμόδιες αρχές, ενώ παράλληλα προκάλεσε την έντονη και οργισμένη αντίδραση των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, οι οποίοι κάνουν λόγο για επαναλαμβανόμενα, εξαιρετικά επικίνδυνα φαινόμενα. 

Η βλάβη και η επίσημη θέση της ΥΠΑ 

Το πρόβλημα προέκυψε νωρίς το πρωί και εντοπίστηκε στο σύστημα μεταφοράς δεδομένων από το ραντάρ που βρίσκεται στον λόφο της Μερέντας, στην ευρύτερη περιοχή του Μαρκόπουλου Αττικής, προς το Κέντρο Ελέγχου του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών. 

Όσο πλησιάζουμε στους μήνες αιχμής, το σημερινό περιστατικό λειτουργεί ως ηχηρό καμπανάκι 

Η ξαφνική απώλεια αυτών των ζωτικών δεδομένων σήμανε άμεσα μείωση της χωρητικότητας του αεροδρομίου, καθώς, για λόγους ασφαλείας, αυξήθηκαν υποχρεωτικά οι αποστάσεις μεταξύ των αεροσκαφών. 

Η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), σε μια προσπάθεια να καθησυχάσει το κοινό και να περιορίσει τον αντίκτυπο της κρίσης, εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση, επιβεβαιώνοντας το γεγονός:

«Στις 19 Φεβρουαρίου 2026 παρουσιάστηκε τεχνική βλάβη στην τροφοδοσία του συστήματος μεταφοράς δεδομένων στη θέση “Μερέντα” προς τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, προκαλώντας δυσλειτουργία του εν λόγω συστήματος και προσωρινή μείωση χωρητικότητας εξυπηρέτησης αεροσκαφών στο αεροδρόμιο “Ελευθέριος Βενιζέλος”».

Η διοίκηση της ΥΠΑ τόνισε ότι «άμεσα εξειδικευμένο προσωπικό της ΥΠΑ προχώρησε σε διαγνωστικές και διορθωτικές κινήσεις και η τεχνική βλάβη αποκαταστάθηκε», προσθέτοντας χαρακτηριστικά πως «η παροχή υπηρεσιών Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας συνεχίζεται απρόσκοπτα».

Ωστόσο, στην πράξη, η βλάβη ήταν ικανή να «φρενάρει» δραστικά τον ρυθμό των προσγειώσεων. Από τις 22 αφίξεις που εξυπηρετούνται κανονικά, ο αριθμός έπεσε στις 17 ανά ώρα, προκαλώντας σημαντική ταλαιπωρία και καθυστερήσεις που σε αρκετές περιπτώσεις ξεπέρασαν κατά πολύ τα 20 λεπτά.

Οργή εργαζομένων: «Στο ίδιο έργο θεατές»

Στον αντίποδα των καθησυχαστικών τόνων της διοίκησης της ΥΠΑ, οι εργαζόμενοι -και ειδικότερα η Ένωση Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας Ελλάδας- εξέφρασαν την απόλυτη αγανάκτησή τους, ρίχνοντας φως στο δυσάρεστο παρασκήνιο αυτών των συνεχών αστοχιών.

Με μια ανακοίνωση καταπέλτη, ανέδειξαν την ολιγωρία του κρατικού μηχανισμού, επισημαίνοντας ότι το σημερινό black out δεν προέκυψε απρόσμενα.

Οι ελεγκτές κατήγγειλαν ανοιχτά ότι η Προσέγγιση Αθηνών, η οποία είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την ασφαλή καθοδήγηση των αεροσκαφών στον μεγαλύτερο αερολιμένα της χώρας, αναγκάστηκε να λειτουργήσει κάτω από εξαιρετικά επισφαλείς συνθήκες, έχοντας στη διάθεσή της μόνο ένα από τα τρία ραντάρ που προβλέπονται κανονικά, και μάλιστα χωρίς τις απαραίτητες εφεδρικές συχνότητες.

«Στο ίδιο έργο θεατές βρεθήκαμε σήμερα το πρωί, αφού χάθηκε ξανά η επικοινωνία με τον λόφο Μερέντα, όπως και τον περασμένο Αύγουστο, όταν αστόχησε το ανταλλακτικό, που η Υ.Π.Α. “αξιολογούσε” από τον Μάιο του 2024 αν θα έπρεπε να αποκτήσει και έως σήμερα δεν έχει παραδοθεί», ανέφεραν στην αιχμηρή ανακοίνωσή τους οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, στηλιτεύοντας την εγκληματική καθυστέρηση στην προμήθεια του απαραίτητου εξοπλισμού.

«Καμπανάκι» εν όψει θερινής περιόδου

Η σημερινή κρίση αποτελεί, σύμφωνα με τους εργαζόμενους, απλώς άλλον έναν κρίκο σε μια αλυσίδα επικίνδυνων δυσλειτουργιών. Υπενθύμισαν, μάλιστα, ακόμη ένα σκοτεινό περιστατικό, όταν μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, στις 4 Ιανουαρίου 2026, σημειώθηκε ολική απώλεια επικοινωνιών στον εναέριο χώρο, συμβάν για το οποίο εξακολουθούν να περιμένουν επίσημη ενημέρωση για τα ακριβή αίτια.

Ο κόμπος, όπως φαίνεται, έχει φτάσει στο χτένι. Η απογοήτευση, σε συνδυασμό με την εργασιακή εξουθένωση του προσωπικού που καλείται να διαχειριστεί τις τεχνικές ελλείψεις, μεταφράζεται πλέον σε προειδοποιήσεις προς πάσα κατεύθυνση.

Οι ελεγκτές ξεκαθάρισαν ότι, υπό αυτές τις συνθήκες επισφάλειας, δεν προτίθενται να παράσχουν υπερεργασία κατά την επερχόμενη θερινή περίοδο του 2026.

Πρόκειται για μια δήλωση με τεράστιο ειδικό βάρος, αφού το καλοκαίρι η τουριστική κίνηση εκτινάσσεται στα ύψη και η πίεση στα απαρχαιωμένα συστήματα πολλαπλασιάζεται γεωμετρικά. Η θέση τους είναι ξεκάθαρη: η ασφάλεια των πτήσεων, των επιβατών και των πληρωμάτων είναι αδιαπραγμάτευτη.

Τα αναπάντητα ερωτήματα και η επόμενη μέρα

Μπορεί η ΥΠΑ να διαβεβαιώνει πως η σημερινή βλάβη αποκαταστάθηκε γρήγορα, όμως τα ερωτήματα παραμένουν αμείλικτα. Πώς γίνεται ένα νευραλγικό σύστημα ενός ευρωπαϊκού κόμβου αερομεταφορών να «κρέμεται» από τη γραφειοκρατία ενός ανταλλακτικού που εκκρεμεί από το 2024;

Το ελληνικό τουριστικό προϊόν και η διεθνής εικόνα της χώρας εξαρτώνται άμεσα από το επίπεδο της αεροναυτιλίας μας. Η αεροπλοΐα απαιτεί απόλυτη τεχνική ακρίβεια και μηδενική ανοχή σε εκπτώσεις συντήρησης.

Όσο πλησιάζουμε στους μήνες αιχμής, το σημερινό περιστατικό λειτουργεί ως ηχηρό καμπανάκι. Ο «κόκκινος συναγερμός» έχει ήδη χτυπήσει και οι αρμόδιοι φορείς καλούνται να δώσουν οριστικές λύσεις πριν ένα αντίστοιχο πρόβλημα στην καρδιά του καλοκαιριού προκαλέσει ανεπανόρθωτο χάος στον ελληνικό εναέριο χώρο.


Πηγή: in.gr


Παρασκευή, Ιανουαρίου 09, 2026

Το FIR Αθηνών και η πραγματική κατάρρευση του «επιτελικού κράτους»

Το «επιτελικό κράτος» απλώς δεν αποδίδει και δεν εγγυάται την ασφάλεια των πολιτών 



Πριν από μερικές μέρες ο εναέριος χώρος της Ελλάδας για κάποιο διάστημα ήταν «κλειστός» για όλες τις επιβατικές πτήσεις. Στις εικόνες από τις ιστοσελίδες που δείχνουν τη θέση των αεροπλάνων σε πραγματικό χρόνο η χώρα μας ήταν «άδεια», μια εικόνα που παρατηρείται μόνο όταν σε κάποια περιοχή υπάρχει κίνδυνος από εχθροπραξίες και τα αεροπλάνα την παρακάμπτουν για λόγους ασφαλείας. Αυτό, άλλωστε, ουσιαστικά είχε γίνει και στη χώρα μας: ήταν επικίνδυνο να πετάνε αεροπλάνα, γιατί δεν θα είχαν καμία επικοινωνία με τους πύργους ελέγχου. Άρα δεν θα λάμβαναν κρίσιμες πληροφορίες και οδηγίες και θα διέτρεχαν κίνδυνο. 

Η κυβέρνηση έκανε αρχικά μια προσπάθεια να αποδώσει το περιστατικό σε «παρεμβολές» δηλαδή σε κάποιου είδους σαμποτάζ. Ωστόσο, σύντομα η ίδια παραδέχτηκε ότι το πρόβλημα οφείλεται στις υποδομές επικοινωνίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, γιατί όπως παραδέχτηκε και ο αρμόδιος υπουργός τα συστήματα είναι απαρχαιωμένα και πρέπει να αντικατασταθούν. 

Εύλογα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι η κυβέρνηση δεν ανακάλυψε τώρα ότι οι υποδομές επικοινωνίας είναι απαρχαιωμένες και χρειάζονται αντικατάσταση. Οι επανειλημμένες προειδοποιήσεις των ελεγκτών κυκλοφορίας άλλωστε, που έφτασαν να εκφράζουν φόβους για «αεροπορικά Τέμπη» ήταν απολύτως αποκαλυπτικές και διαφωτιστικές ως προς το πρόβλημα. Κυβερνά δε από το καλοκαίρι του 2019, δηλαδή 6,5 χρόνια, διάστημα παραπάνω από επαρκές για να εντοπίσει ένα τέτοιο πρόβλημα και να το λύσει εκσυγχρονίζοντας τις σχετικές υποδομές, με την προμήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού. Σε τελική ανάλυση, όλα αυτά τα χρόνια αρκετά έργα δρομολογήθηκαν, ευρωπαϊκά κονδύλια υπήρξαν, το Ταμείο Ανάκαμψης «έτρεξε», αλλά και τα δημοσιονομικά μεγέθη υποτίθεται ότι βελτιώθηκαν, άρα υπήρχε δυνατότητα να είχε προχωρήσει το έργο. 

Μόνο που αυτό πολύ απλά δεν έγινε. Και τώρα ακούμε ότι θα πρέπει να περιμένουμε μερικά χρόνια ακόμη για να λυθεί το πρόβλημα και να μην ζήσουμε παρόμοιες καταστάσεις.

Το περιστατικό αυτό δεν είναι «μεμονωμένο». Στην πραγματικότητα αποτυπώνει πλήρως το πού μας έχει οδηγήσει η λογική του «επιτελικού κράτους». Θυμίζω ότι όταν ήρθε η κυβέρνηση αυτή στην εξουσία παρουσίασε το σχέδιο για το «επιτελικό κράτος» ως έναν τρόπο ώστε να είναι πιο συντονισμένο το κυβερνητικό έργο και να υπάρχει συνεχής παρακολούθηση της προόδου ως προς την υλοποίηση των κυβερνητικών δεσμεύσεων.

Βεβαίως στην πράξη αποδείχτηκε ότι πέραν του άμεσου ελέγχου από το Μέγαρο Μαξίμου (μέχρι του σημείου όπως πληροφορηθήκαμε να «ακούει» όντως τους υπουργούς), η πραγματική αποδοτικότητα του «επιτελικού κράτους» είναι μάλλον περιορισμένη.

Αυτό αποδείχθηκε με τον πιο τραγικό τρόπο στα Τέμπη. Η αποτυχία στο να γίνουν έγκαιρα αναγκαία έργα υποδομής είχε ως αποτέλεσμα δύο τρένα να βρεθούν να κινούνται τυφλά στην ίδια γραμμή σε αντίθετες κατευθύνσεις. Στην πραγματικότητα καμία «επιτελική» προσπάθεια δεν έγινε για να ολοκληρωθούν και να τεθούν έγκαιρα σε λειτουργία τα αναγκαία συστήματα ασφαλείας, την ώρα που η κυβέρνηση πανηγύριζε για την ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρόμων (όπως τώρα πανηγυρίζει για την ιδιωτικοποίηση των αεροδρομίων).

Όλα αυτά καταδεικνύουν το πώς ορίζεται η ίδια η πολιτική ευθύνη εντός του «επιτελικού κράτους». Ουσιαστικά, η ευθύνη δεν αναλαμβάνεται έναντι της κοινωνίας και των πολιτών, αλλά πρωτίστως έναντι όσων επενδύουν σε αυτά τα έργα, με κύριο σκοπό την επίτευξη εντυπωσιακών οικονομικών αποτελεσμάτων. Η πραγματική κοινωνική χρησιμότητα περιορίζεται στην «εικόνα», σε υπουργούς που κάνουν εγκαίνια και ανεβάζουν το σχετικό υλικό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα δημόσια έργα αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως «αναπτυξιακός μοχλός» και ως ένας τρόπος ώστε να πέφτει «ζεστό χρήμα» στις επιχειρήσεις που εμπλέκονται, δεν κρίνονται ως προς την κρισιμότητά τους, το έργο που όντως θα παρέχουν, την ασφάλεια που θα προσφέρουν, την εξυπηρέτηση ή όχι των πολιτών.

Η καθυστέρηση στην υλοποίηση των αναγκαίων έργων για τις επικοινωνίες στα αεροδρόμια αποτελεί πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντίληψης της κυβέρνησης Μητσοτάκη, που παρά την κρισιμότητα του έργου, προτίμησε να κρατήσει για πάνω από έξι χρόνια στο συρτάρι τη σύμβαση για προμήθεια και εγκατάσταση υπερσύγχρονου συστήματος επικοινωνιών για τα αεροδρόμια, που είχε υπογραφεί από την κυβέρνηση Τσίπρα ήδη το 2019. Το γεγονός ότι τώρα προσπαθούν να την ενεργοποιήσουν εκ νέου, δικαιώνει όσους αποδίδουν την επικίνδυνη κωλυσιεργία στο γεγονός ότι η σύμβαση δεν αποτελούσε έργο δικό τους, επομένως δεν υπάκουε στα στάνταρς για εξυπηρέτηση «ημετέρων» και αδιαφανείς «δουλίτσες», είχαν διαφυγόντα -όχι μόνο κομματικά- κέρδη και δεν την προχώρησαν. Συμβάσεις που πάγωσαν ή ξανασχεδιάστηκαν από την αρχή για σημαντικά έργα, όπως ο ΒΟΑΚ, μάλλον συνηγορούν υπέρ της άποψης αυτής.

Κοινώς τα δημόσια έργα που δεν μπορούν εύκολα να «ιδιωτικοποιηθούν», άμεσα ή έμμεσα δεν προκρίνονται, γιατί δεν θεωρούνται θελκτικά ως επένδυση. Και αυτό δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα όταν μιλάμε για υποδομές που είναι κρίσιμες, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν ακριβώς «επενδυτική ευκαιρία».

Το φαινόμενο των απαρχαιωμένων υποδομών δεν είναι βεβαίως μόνο ελληνικό. Και στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, υπάρχει μεγάλη συζήτηση για κρίσιμες υποδομές που πρέπει να επισκευαστούν ή να αντικατασταθούν χωρίς αυτό να φαντάζει εφικτό. Αρκεί να σκεφτούμε το άγχος που υπάρχει σε πολλές χώρες για την κατάσταση των γεφυρών που κατασκευάστηκαν σε προηγούμενες δεκαετίες και τώρα πλησιάζουν σε ένα κρίσιμο χρονικό όριο ως προς την αντοχή τους και άρα για την ασφάλεια όσων τις χρησιμοποιούν.

Ωστόσο, αυτό δεν μειώνει την ευθύνη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη. Γιατί δεν μπορεί πια να επικαλείται ότι «παρέλαβε» μια προβληματική κατάσταση, ή να αποδίδει τα προβλήματα σε κάποιες διαχρονικές αδυναμίες του κράτους, γιατί πολύ απλά είχε όλο τον χρόνο και τους πόρους για να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα. Αλλά δεν το έκανε..

Και δεν το έκανε γιατί οι προτεραιότητές ήταν άλλες: να ελέγξει το κράτος σε όλες τις πλευρές του, ακόμη και μέσα από εξωθεσμικά μέσα όπως οι παρακολουθήσεις πολιτικών, δημοσιογράφων, δικαστικών, υπουργών, ανώτατων αξιωματικών. Να μοιράσει δημόσιο χρήμα σε μέσα ενημέρωσης ώστε να εξασφαλίσει διαρκή θετική δημοσιότητα. Να αξιοποιήσει τις ευρωπαϊκές ενισχύσεις για να «βάψει» γαλάζιες εκλογικές περιφέρειες όπως η Κρήτη. Να χρησιμοποιήσει το Ταμείο Ανάκαμψης για να εξασφαλίσει τη συναίνεση μέρους του επιχειρηματικού κόσμου. Να χειραγωγήσει τους θεσμούς και τις Ανεξάρτητες Αρχές και να εξασφαλίσει ασυλία.

Όλα αυτά το επιτελικό κράτος τα εξυπηρέτησε μια χαρά. Όμως, ούτε τις υποδομές αναβάθμισε, ούτε τις ανάγκες των πολιτών εξυπηρέτησε, ούτε το αίσθημα ασφάλειάς τους ενίσχυσε. 

Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr


Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More