Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2026

Κυβέρνηση: Τρέχει κατόπιν εορτής να «μαζέψει» τη ζημιά από το τουρκολιβυκό και να σβήσει την εσωκομματική φωτιά

Τρέχει και δεν φτάνει η κυβέρνηση να διεθνοποιήσει, εκ των υστέρων, την αντίδρασή της στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, έχοντας παράλληλα στραμμένο το βλέμμα και στις σφοδρές αναταράξεις που προκαλεί στη «γαλάζια» παράταξη. 


Την πίεση που αισθάνεται η ελληνική κυβέρνηση έχει ανεβάσει κατακόρυφα η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να σπεύδει τώρα να αντιμετωπίσει την εξέλιξη αυτή, διεθνοποιώντας εκ των υστέρων το θέμα στο εξωτερικό, αλλά και επιχειρώντας ταυτόχρονα, με αυτόν τον τρόπο, να διασκεδάσει και τις εντυπώσεις στο εσωτερικό, με το Μαξίμου να βρίσκεται αντιμέτωπο όχι μόνο με την κριτική της αντιπολίτευσης, αλλά και με την εσωκομματική κριτική που διατυπώνεται έντονα στο εσωτερικό της ΝΔ. 

Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρωθυπουργός, προεδρεύοντας σε ανοιχτή συζήτηση υψηλού επιπέδου της ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στη νέα Υόρκη, θέλησε -παρουσιάζοντας και σχετικό χάρτη με το τουρκολυβικό μνημόνιο – να πει, μεταξύ άλλων, ότι «το αποκαλούμενο τουρκολιβυκό μνημόνιο για οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των θεμελιωδών αρχών του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Είναι παράνομο, είναι αυθαίρετο και αντιβαίνει στη γεωγραφία την ίδια», καθώς επίσης ότι «η Τουρκία και η Λιβύη δεν έχουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές. Ωστόσο, έχουν επιχειρήσει να καθορίσουν ένα τεχνητό θαλάσσιο σύνορο μεταξύ τους. Αυτό είναι παράλογο». 

Στο ίδιο πλαίσιο επισήμανε ότι «η γεωγραφία δεν μπορεί να ξαναγραφτεί. Και τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν μπορούν να διαγραφούν με το να χαράσσονται αυθαίρετες γραμμές σε έναν χάρτη», σημειώνοντας ότι «σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το μνημόνιο αυτό να λειτουργήσει ως πρόσχημα για την αμφισβήτηση νόμιμων δραστηριοτήτων στη θάλασσα ή για την παρεμπόδιση στρατηγικών έργων συνδεσιμότητας τα οποία η περιοχή μας χρειάζεται επειγόντως». 

Με το βλέμμα και στο εσωτερικό 

Δηλώσεις που ασφαλώς απευθύνονται στο εξωτερικό, αλλά διατυπώνονται με το βλέμμα και στο εσωτερικό της χώρας και βέβαια και στο εσωτερικό της «γαλάζιας» παράταξης, όπου πέραν της σφοδρής κριτικής του Αντώνη Σαμαρά, αλλά και των επισημάνσεων του Κώστα Καραμανλή, ο οποίος έχει κάνει λόγο για μία «αναμφίβολα αρνητική εξέλιξη για τα εθνικά μας συμφέροντα, διότι μπορεί μεν να μην παράγει νομικά αποτελέσματα, είναι όμως επίδειξη δύναμης, επιρροής και πρόκλησης τετελεσμένων, από τους γείτονες», έντονη κριτική διατυπώνεται και από το εσωτερικό της «γαλάζιας» Κοινοβουλευτικής Ομάδας. 

Τόσο σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις στους «γαλάζιους» διαδρόμους, όσο και δημοσίως. Είναι χαρακτηριστική η σαφής κριτική που διατύπωσε ο βουλευτής της ΝΔ Ευριπίδης Στυλιανίδης, δηλώνοντας μεν ότι «δεν υιοθετώ τους όρους “νίκη” και “ήττα”, διότι αυτή η μάχη δεν προσδιορίζει το μέλλον του “πολέμου”», αλλά κάνοντας λόγο, δε, για «μία κακή στιγμή. Μία στιγμή που η ελληνική διπλωματία δεν εκτίμησε σωστά τις συνθήκες», καταλογίζοντάς της ότι «επένδυσε υπερβολικά πάνω στον Χαφτάρ και δεν εισέπραξε αυτό το οποίο φιλοδοξούσε να εισπράξει, ενδεχομένως από λάθος εκτιμήσεις ή επειδή διέγνωσε διαφορετικά τη συγκυρία κτλ.» (ΔΕΛΤΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ). 

Επικριτική ήταν και η πρώτη δημόσια αντίδραση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της ΝΔ Δημήτρη Καιρίδη, ο οποίος ανέφερε μεν (Realfm 97,8) ότι «νομικά δεν παίζει κάποιο ρόλο το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Άκυρο ήταν, και άκυρο είναι», σημειώνοντας ωστόσο ότι «πολιτικά είναι μια ήττα για εμάς. Πολιτικά είναι μια ήττα. Διότι η Ανατολική Λιβύη ήταν πάρα πολύ κοντά στην Αίγυπτο και φαίνεται ότι τώρα ο Χαφτάρ διαλέγει στρατόπεδο, το τουρκικό. Εμείς μένουμε με το Ισραήλ, την Κύπρο και την Αίγυπτο, σε μεγάλο βαθμό. Είναι μια δυσάρεστη, κακή εξέλιξη. Δεν είναι καλή εξέλιξη». Παρότι στη συνέχεια υποχρεώθηκε να αναδιπλωθεί και να πει ότι «μίλησα πιεζόμενος για ήττα κυρίως της Αιγύπτου γιατί αυτήν ήταν που είχε επενδύσει περισσότερο» (ΣΚΑΪ). 

Στις εσωκομματικές αντιδράσεις συγκαταλέγεται βέβαια και η δήλωση του «γαλάζιου» βουλευτή Δημήτρη Καλογερόπουλου που έγινε viral («Τον ήπιαμε», Meganews), προτού ο ίδιος επίσης προχωρήσει σε διευκρινιστική δήλωση αναδίπλωσης. 

Δυσαρέσκεια στους «γαλάζιους» διαδρόμους 

Στο «γαλάζιο» παρασκήνιο, δε, βουλευτές της ΝΔ μιλούσαν για μια αρνητική εξέλιξη που επιβεβαιώνει την κυριαρχία της Τουρκίας στη Λιβύη και έκαναν λόγο για «διπλωματική ήττα» της ελληνικής πλευράς, καταλογίζοντάς την στην ελληνική κυβέρνηση. 

Σε αυτό το κλίμα, λοιπόν, μένει να δούμε αν και με ποιο τρόπο, στην επικείμενη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου της Δευτέρας, ο πρωθυπουργός θα επιχειρήσει να διαχειριστεί την εγχώρια συζήτηση, αλλά και τη συζήτηση στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος, εν όψει και των αναμενόμενων εξελίξεων στο θέμα του καλωδίου για την ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο. 

Θέμα για το οποίο έχει στείλει σαφείς προειδοποιήσεις προς το Μαξίμου, ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, επισημαίνοντας ότι «οποιοδήποτε αίτημα για εκχώρηση άδειας από την Τουρκία για το καλώδιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Είτε αυτό ονομαστεί ενημέρωση είτε ανακοίνωση είτε όπως αλλιώς». 


Ρεπορτάζ: Γιάννης Μπασκάκης / in.gr 






Πέμπτη, Οκτωβρίου 29, 2026

Οι λαοί λένε την τελευταία λέξη

Από τη Βραζιλία μέχρι τη Σερβία αποδεικνύεται ότι την κρίσιμη στιγμή οι κοινωνίες αποφασίζουν 


Εάν κανείς παρακολουθήσει τη δημόσια συζήτηση στη χώρα θα παρατηρήσει ότι το βασικό άγχος πολλών δημοσιολογούντων είναι με ποιον τρόπο θα εξασφαλιστεί η συνέχιση της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, ακόμη και όταν είναι παραπάνω από σαφές ότι έχει χάσει εδώ και καιρό την ουσιαστική νομιμοποίηση μέσα στην κοινωνία και ότι εάν γίνονταν εκλογές αυτή τη στιγμή, θα έπαιρνε ένα ποσοστό που θα σήμαινε ότι έχει χάσει και την τυπική νομιμοποίηση. 

Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένοι έχουν αρχίσει να υποστηρίζουν στα σοβαρά ότι αφού ο Μητσοτάκης είναι η μόνη πραγματική «πρόταση διακυβέρνησης», τότε θα πρέπει να κυβερνήσει ακόμη και εάν στις εκλογές πάρει 30%, δηλαδή ένα ποσοστό που απέχει από οποιαδήποτε έννοια κυβέρνησης με αυτοδυναμία. 

Όλο αυτό έχει να κάνει με τις νοοτροπίες ανθρώπων που έχουν κολλήσει σε ιδεολογίες (και συμφέροντα) που αναδύθηκαν στη δεκαετία του 1990, οδήγησαν τη χώρα στην υπερχρέωση στο τέλος της δεκαετίας του 2000 και στην περίοδο της κρίσης αντιμετώπισαν με κυνισμό και περιφρόνηση τους ανθρώπους που κατέβηκαν στο δρόμο για να εκφράσουν την αγανάκτησή τους και με ξεχωριστή εχθροπάθεια – ενίοτε με μεγαλύτερο μένος και από τους εκπροσώπους της Τρόικας – τις πολιτικές δυνάμεις που υποστήριξαν ότι τα Μνημόνια φέρνουν την πολιτική και κοινωνική καταστροφή. 

Ανθρώπων που και σήμερα ακόμη όταν γράφουν ή σχολιάζουν στην τηλεόραση δεν απέχουν πολύ από το «ας φάνε παντεσπάνι» όταν το ζήτημα είναι η κρίση κόστους ζωής και που θεωρούν εκ προοιμίου αποτυχημένη οποιαδήποτε διεκδίκηση ενός διαφορετικού δρόμου για τη χώρα. 

Ανθρώπων που απλώς μας θυμίζουν πόσο αντιδημοκρατική και τελικά αριστοκρατική ιδεολογία είναι αυτή του «Ακραίου Κέντρου» και πόσο έτοιμη να νομιμοποιήσει την περιφρόνηση της πραγματικής λαϊκής βούλησης. 

Όμως, ό,τι και να κάνουν υπάρχει ένα όριο. Και αυτό τίθεται όταν εκφράζεται όντως η λαϊκή βούληση. Γιατί ένα πράγμα που ξεχνάνε είναι ότι κάποιες στιγμές έρχεται η ώρα και ο λαός δείχνει τι πραγματικά πιστεύει. Και όταν το κάνει, τότε κανένας σχεδιασμός και καμία «μηντιακή καμπάνια» δεν μπορεί να αντέξει. 

Γι’ αυτό και ήταν πραγματικά ελπιδοφόρα τα μηνύματα από τις εκλογές που έγιναν σε δύο διαφορετικά μέρη του κόσμου, σε δύο χώρες με διαφορετικό μέγεθος και με πολύ διαφορετικές ιστορίες: τη Βραζιλία και τη Σερβία. Όμως, αυτό που τις ενώνει είναι το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις την τελευταία λέξη την είχαν οι λαοί. 

Στη Βραζιλία τα λαϊκά στρώματα βρέθηκαν αντιμέτωπα με το ενδεχόμενο να επιστρέψει στην εξουσία μια αυταρχική ακροδεξιά που υποστήριζε την αναίρεση των όποιων κατακτήσεων εξασφαλίστηκαν από τις κυβερνήσεις του Λούλα. Και κατάφεραν, κόντρα στα προγνωστικά να τον επανεκλέξουν. 

Στη Σερβία μια παρατεταμένη λαϊκή κινητοποίηση για τα δικά τους «Τέμπη» οδήγησε σε μια διαδικασία «από τα κάτω» που κατάφερε να δώσει διέξοδο στην ανάγκη της σερβικής κοινωνίας για αλλαγή από μια διακυβέρνηση που είχε καταλήξει να είναι καθεστώς. 

Και στις δύο περιπτώσεις αυτό που έκανε τη διαφορά ήταν η λαϊκή κινητοποίηση, η ενεργοποίηση της κοινωνίας και η προσπάθεια για αυξημένη συμμετοχή στις εκλογές. Και έχει ιδιαίτερη σημασία ότι και στις δύο περιπτώσεις η συμμετοχή στις εκλογές ήταν αυξημένη. Στη Βραζιλία στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, η συμμετοχή αυξήθηκε και ξεπέρασε το 80% και στη Σερβία υπήρξε μια εντυπωσιακή αύξηση της συμμετοχής κατά 10%. Είναι σαφές ότι και στις δύο περιπτώσεις η αύξηση της συμμετοχής συνέβαλε και αυτή στο τελικό αποτέλεσμα. 

Όλα αυτά δεν πρέπει να τα θεωρούμε μακρινά. Γιατί και στη χώρα μας αυτό που στην πραγματικότητα τίθεται είναι ένα μεγάλο δίλημμα: εάν διατηρηθεί το σημερινό καθεστώς ή όχι, εάν η χώρα θα παραμείνει μέσα σε αυτή τη συνθήκη βαθιάς κοινωνικής κρίσης, εάν θα αποκατασταθεί η ίδια η λειτουργία της δημοκρατίας. 

Η κυβέρνηση είναι σαφές ότι ποντάρει στη μειωμένη συμμετοχή και συνολικότερα σε μια κοινωνία παθητική και αποπροσανατολισμένη. Σε μια τέτοια περίπτωση η κοινωνική μειοψηφία που αυτή τη στιγμή συσπειρώνεται γύρω της και αποτελεί τον σκληρό πυρήνα της εκλογικής της βάσης θα της δώσει τον «αέρα» ότι είναι η μόνη ισχυρή πολιτική δύναμη και σε αυτή τη βάση θα εκβιάσει διάφορους «προθύμους» να τη στηρίξουν, ώστε να αποφευχθεί το «χάος». 

Όμως, αυτό το «σενάριο» δεν είναι καθόλου δεδομένο. Γιατί μπορεί τα πράγματα να εξελιχτούν διαφορετικά. Η κοινωνία να κινητοποιηθεί ακριβώς επειδή οι εκλογές θα κρίνουν το μέλλον της χώρας. Η συμμετοχή στις εκλογές να αυξηθεί. Να προσέλθουν να ψηφίσουν αυτοί που μέχρι τώρα δεν πιστεύουν ότι οι εκλογές μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα, αυτοί που συνήθως δεν συμμετέχουν. 

Και τότε τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας θα είναι, εκ των πραγμάτων πολύ μικρότερα. Και το αφήγημα που θέλει τον Κυριάκο Μητσοτάκη να είναι η μόνη πραγματική λύση διακυβέρνησης θα έχει καταρρεύσει και αντιθέτως θα έχει φανεί ότι στα μάτια της κοινωνίας είναι μια κυβέρνηση ανεπιθύμητη.

Μόνο που για να υπάρξει η αύξηση της συμμετοχής και η μαζική κινητοποίηση της κοινωνίας χρειάζεται με πολύ πιο συστηματικό, σοβαρό και μαχητικό τρόπο, να υπάρξει εκείνη η πολιτική πρόταση για το αύριο, που να μπορεί να εμπνεύσει την κοινωνία, να την κάνει να πιστέψει ότι υπάρχει πραγματικά εναλλακτική. Και τότε το τοπίο θα είναι διαφορετικό και όλοι αυτοί που πιστεύουν ότι μπορούν να υπαγορεύουν στην κοινωνία τις δικές τους εμμονές ως εθνικό συμφέρον, θα πάρουν επιτέλους την «τιμητική αποστρατεία» τους. 


Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 

Τετάρτη, Οκτωβρίου 28, 2026

Απέναντι στον φασισμό – και τότε και τώρα και πάντα

Η 28η Οκτωβρίου, ημέρα που ξεκίνησε το έπος του '40, και ο αντιφασιστικός αγώνας που ακολούθησε, αποδεικνύουν ότι όταν χρειαστεί, οι λαοί είναι αυτοί που κάνουν τη διαφορά 


Από τις 28 Οκτωβρίου η χώρα μας επί της ουσίας δεν βρέθηκε απλώς να πολεμάει τους Ιταλούς εισβολείς. Βρέθηκε να πολεμάει τον φασισμό και τον ναζισμό, όπως τον εκπροσωπούσαν οι δυνάμεις του Άξονα. Η επίθεση της Ιταλίας δεν ήταν απλώς μια επιθετική ιμπεριαλιστική ενέργεια. Ήταν και τμήμα της προσπάθειας των φασιστικών δυνάμεων να φτιάξουν μια Ευρώπη και έναν κόσμο όπως τον ήθελαν: ολοκληρωτικό, αυταρχικό, ρατσιστικό, κατά των Εβραίων, των Ρομά, όλων των «κατώτερων λαών», αλλά και των κομμουνιστών και όσων ήθελαν δημοκρατία και ελευθερία. Αυτή η ιδεολογία οδηγούσε στην εδαφική επεκτατικότητα, αυτή οδήγησε τον Χίτλερ στο να επιτεθεί στην Πολωνία και να βάλει σε κίνηση τη μηχανή του πολέμου, αυτή έκανε τον Μουσολίνι να επιτεθεί στην Ελλάδα. 

Δεν είναι μόνο ότι ο ελληνικός λαός έβαλε απέναντί του τον φασισμό. Ο ίδιος ο τρόπος που αγωνίστηκε, ο ενθουσιασμός που έδειξε, τα όνειρα που έκανε για το τι θα σήμαινε η νίκη, πήγαιναν πολύ πέρα από τα πεδία των μαχών και αφορούσαν το όραμα μιας χώρας με δημοκρατία και δικαιοσύνη. Γι’ αυτό αγωνίστηκαν και όχι γιατί τους ενέπνευσε η κυβέρνηση Μεταξά, μια στυγνή δικτατορία που στην πραγματικότητα οραματιζόταν μια ελληνική εκδοχή φασισμού. 

Όλα αυτά δεν αφορούν μόνο τον πόλεμο στο αλβανικό μέτωπο, αλλά και όλον τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο συνολικά. Έναν πόλεμο στο οποίο οι φιλελεύθερες δημοκρατίες συμμάχησαν με την κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση και τα κινήματα αντίστασης για να νικήσουν τον φασισμό και τον ναζισμό. Και μπορεί σήμερα, με όλο το κύμα ιστορικού αναθεωρητισμού, πρώτα και κύρια στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, και την εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού, όλα αυτά να γίνεται προσπάθεια να ξεχαστούν, όμως η ιστορία δεν διαγράφεται. Ο πόλεμος εκείνος είχε μια σαφή διαχωριστική γραμμή που από τη μια είχε τον φασισμό και τον ναζισμό και από την άλλη τις αντιφασιστικές δυνάμεις. 

Στις μέρες μας ο φασισμός σηκώνει κεφάλι ξανά. Με διάφορες μορφές αλλά το ίδιο επικίνδυνος, αντιδραστικός και αποκρουστικός. Ακόμη χειρότερα: σε αρκετές περιπτώσεις τον δρόμο για την επιστροφή του τον στρώνουν «συστημικές» ακόμη και «κεντρώες» δυνάμεις. Και μπορεί οι σημερινοί φασίστες να φοράνε κουστούμι και να μην αρέσκονται να περπατάνε με «βήμα χήνας», όμως δεν είναι λιγότερο επικίνδυνοι. 

Και όπως έδειξε το έπος του 1940, αλλά και η εποποιία της Εθνικής Αντίστασης που ακολούθησε, η αποτελεσματικότερη απάντηση στον φασισμό είναι αυτή που έρχεται από τον ίδιο τον λαό, τη δική του κινητοποίηση. Αυτή ήταν που έκανε τη διαφορά στην Αλβανία, απέναντι σε έναν ισχυρό στρατό, αυτή ήταν που στη διάρκεια της Κατοχής έκανε τον λαό να αντέξει στην πείνα και να αντισταθεί πολύμορφα στις δυνάμεις κατοχής και τους ντόπιους συνεργάτες τους. 

Αυτό το πνεύμα της αντίστασης, της συλλογικότητας και της ελπίδας καταγράφηκε ξανά αρκετές φορές: στη «Χαμένη Άνοιξη» των αγώνων της δεκαετίας του 1960, στο Πολυτεχνείο του 1973, στους αγώνες της Μεταπολίτευσης, στην αλληλεγγύη και τη διαμαρτυρία ενάντια στα Μνημόνια. Αρκετές άλλες στιγμές φαινόταν να υποχωρεί, οι άνθρωποι να είναι κουρασμένοι, να κυριαρχεί ο ατομισμός. Όμως, την κρίσιμη στιγμή, εμφανιζόταν ξανά. 

Αυτό ακριβώς το πνεύμα χρειαζόμαστε τώρα ξανά. Όχι μόνο γιατί σε όλη την Ευρώπη ο φασισμός σηκώνει κεφάλι, αλλά και γιατί η χώρα είναι σε μια καμπή. Τα χρόνια μετά το 2019 αποδείχτηκαν χαμένα χρόνια και αυτό εξηγεί τη μεγάλη λαϊκή δυσαρέσκεια. Όμως, υπάρχει ο κίνδυνος αυτή να μετατραπεί σε κυνισμό και απάθεια. Χρειάζεται η δυσαρέσκεια και γίνει μαζική κινητοποίηση και μια νέα ελπίδα ότι η συλλογική προσπάθεια θα βγάλει τη χώρα από τη σημερινή κρίση.

Οι άνθρωποι τότε δεν ήταν υπεράνθρωποι. Την ησυχία τους ήθελαν, τις μικρές απολαύσεις της ζωής, την ασφάλεια και τη σιγουριά έψαχναν. Όμως, έτρεξαν στο μέτωπο όπως και μετά μπήκαν στην αντίσταση και βγήκαν στα βουνά παρά τους θανάσιμους κινδύνους. 

Η πραγματική αντίσταση και οι βαθιές σημαντικές αλλαγές δεν ξεκινούν από «υπεράνθρωπους», αλλά από καθημερινούς  απλούς πολίτες όταν το επιβάλλουν οι συνθήκες και τους μιλά αλλιώς η ιστορία. Γι’ αυτό και σήμερα όταν χρειαστεί, θα αποδείξουν ότι μπορούν να φέρουν την αλλαγή. 


Πηγή:  Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 


Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2026

Αυτή η κυβέρνηση δεν δικαιούται να καυχιέται για την καταπολέμηση της διαφθοράς – ιδίως όταν μετρά τόσα σκάνδαλα

Η κυβέρνηση της ΝΔ ας αναλάβει πρώτα την ευθύνη για τα δικά της σκάνδαλα πριν μιλήσει για «καταπολέμηση της διαφθοράς» 


Έσπευσε ο πρωθυπουργός, στην καθιερωμένη κυριακάτικη ανάρτησή του, να μιλήσει με υπερηφάνεια για το πώς η κυβέρνησή του δίνει τη «μάχη για τη νομιμότητα» απέναντι στη μεγάλη φοροδιαφυγή και τη διαφθορά, με αφορμή τις υποθέσεις που έχουν έρθει στη δημοσιότητά για το σκάνδαλο με τα στημένα παιχνίδια στο μπάσκετ και τις μεγάλες υποθέσεις φοροδιαφυγής στην αλυσίδα Pizza Fun και στην αλυσίδα «Χωριάτικο». 

Όμως, δεν ήταν μόνο ο πρωθυπουργός που έδωσε αυτόν τον τόνο, αλλά και μια σειρά από φιλοκυβερνητικά μέσα που περίπου υποστήριξαν ότι αυτή είναι και η απάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη σε όσους κατηγόρησαν την κυβέρνησή του ότι συγκαλύπτει τη διαφθορά και ότι χρεώνεται μεγάλα σκάνδαλα. 

Βεβαίως, μια πιο προσεκτική ματιά δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Όντως ήρθαν στο φως τρεις σκανδαλώδεις υποθέσεις. Και στις τρεις φαίνεται ότι πλευρά του προβλήματος ήταν ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί είτε δεν τις είχαν εντοπίσει μέχρι να γίνουν οι καταγγελίες και από αυτές να «ξεδιπλωθεί το κουβάρι», είτε άργησαν να ανταποκριθούν παρότι υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις. 

Στην περίπτωση της Pizza Fun το καθοριστικό δεν ήταν η ικανότητα των ελεγκτικών μηχανισμών να εντοπίζουν τέτοιες πρακτικές αλλά η καταγγελία ενός υπαλλήλου στην Οικονομική Εισαγγελία. Στην περίπτωση του «Χωριάτικου» το ζήτημα δεν ήταν ότι αποκαλύφθηκε ότι υπήρχε εκτεταμένη φοροδιαφυγή, αλλά το ίδιο το γεγονός ότι για αρκετά χρόνια υπήρχαν ενδείξεις για ξέπλυμα χρήματος και άλλες παραβάσεις, ιδίως μετά την βαριά καταδίκη του ιδιοκτήτη αρκετά χρόνια πριν, όμως η επιχείρηση συνέχισε να λειτουργεί και να φοροδιαφεύγει. Όσο για το σκάνδαλο με την ΕΟΚ, εδώ το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι τέτοιες πρακτικές συνήθως στηρίζονται στην ανοχή ή στην απροθυμία των αρχών να βάλουν φραγμό σε αυτές, κάτι για το οποίο ο αρμόδιος υπουργός Γιάννης Βρούτσης ακόμη δεν έχει δώσει επαρκείς εξηγήσεις. 

Βλέπουμε ότι και στις τρεις περιπτώσεις δεν πρόκειται κυρίως για «αποφασιστικά χτυπήματα» στη διαφθορά, αλλά για καταγεγραμμένα πραγματικά ελλείμματα στην ικανότητα της Πολιτείας να προλαμβάνει τέτοια φαινόμενα. Ούτε θα ήταν παράλογο κάποιος να υποστήριζε ότι η σπουδή της κυβέρνησης να τις προβάλει, σχετίζεται και με μια προσπάθεια να πει: «Δείτε πόσα κάνω κατά της διαφθοράς, εσείς που κατηγορείτε για συγκάλυψη σκανδάλων». 

Μόνο που η σκληρή αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη, δικαίως κατηγορείται για συγκάλυψη σκανδάλων. Αρκεί να αναλογιστούμε υποθέσεις όπως αυτή του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου ήρθε στο φως το πώς ένας κομματικός μηχανισμός της ΝΔ επιδόθηκε σε συστηματική διασπάθιση ευρωπαϊκών πόρων – σε κλίμακα που έθεσε σε κίνδυνο συνολικά τις αγροτικές επιδοτήσεις για τη χώρα μας – με σκοπό να διαμορφώσει ευνοϊκότερους εκλογικούς συσχετισμούς. Ή το τεράστιο ζήτημα με τις απευθείας αναθέσεις σε «ημετέρους» αλλά και συνολικά τον τρόπο που «αξιοποιήθηκε» το Ταμείο Ανάκαμψης με σκοπό να ευνοηθούν επιχειρήσεις που θα εξέφραζαν την ευγνωμοσύνη τους με το να συμβάλουν στο να διαμορφωθεί ένα φιλοκυβερνητικό μηντιακό οικοσύστημα. Ή το σκάνδαλο Predator, μια από τις πιο σοβαρές εκδοχές κυβερνητικής παραβατικότητας και περιφρόνησης βασικών αρχών του κράτους δικαίου, καθώς αποκαλύφθηκε ότι με επίκεντρο το Μέγαρο Μαξίμου είχε στηθεί ένας μηχανισμός που χρησιμοποιούσε παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό για να παρακολουθεί υπουργούς, ανώτατους αξιωματικούς, δικαστικούς, πολιτικούς, επιχειρηματίες και δημοσιογράφους. Ή, την ίδια την τραγωδία των Τεμπών, όπου η κυβέρνηση όχι μόνο δεν ανέλαβε την ευθύνη για την μη υλοποίηση των έργων που θα καθιστούσαν ασφαλή τη λειτουργία του σιδηρόδρομου και θα απέτρεπαν το δυστύχημα, αλλά χρεώνεται – και επίσημα αφού αρμόδιος υφυπουργός παραπέμπεται στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο – το «μπάζωμα» του χώρου του δυστυχήματος που δυσχέρανε σημαντικά τη διερεύνηση του τι όντως έγινε. 

Όλα αυτά σημαίνουν ότι η επιλεκτική προβολή συγκεκριμένων πρόσφατων υποθέσεων σε κανένα βαθμό δεν ισοδυναμεί με μόνιμο και σταθερό μέτωπο κατά της διαφθοράς. Πολύ περισσότερο, μοιάζει με επικοινωνιακό τέχνασμα για να συγκαλυφθεί το γεγονός ότι αυτή η κυβέρνηση όχι μόνο έχει στη πλάτη της αρκετά σκάνδαλα, αλλά και έχει προσπαθήσει συστηματικά να χειραγωγήσει και τους θεσμούς που θα μπορούσαν να τα διελευκάνουν. Αρκεί να αναλογιστούμε το τεράστιο πρόβλημα με την επίμονη άρνηση των εισαγγελικών αρχών να διερευνήσουν σε μεγαλύτερο βάθος την υπόθεση των υποκλοπών, ακόμη και όταν έρχονται στο προσκήνιο πλήθος νέα στοιχεία. 

Όλα αυτά δεν είναι άσχετα από δύο βασικές παραμέτρους της κυβερνητικής πολιτικής ήδη από το 2019. Η πρώτη ήταν ότι το κράτος – ιδίως στην εκδοχή του «επιτελικού κράτους», δηλαδή το κράτος όπου το Μέγαρο Μαξίμου έχει τον τελευταίο λόγο – θεωρήθηκε ότι είναι το τρόπαιο των νικητών, ιδίως όταν αυτοί πίστευαν ότι είναι η μόνη παράταξη που δικαιούται να κυβερνά ύστερα από το σύντομο διάλειμμα των «Μαδούρων». Το άλλο ήταν η αντίληψη ότι εφόσον αυτή η κυβέρνηση βοηθούσε και στήριζε την επιχειρηματικότητα, δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα εάν αυτό ερχόταν με ανταλλάγματα «προβολής του κυβερνητικού έργου». 

Μόνο που όλα αυτά διαμόρφωσαν μια εξαιρετικά προβληματική συνθήκη που καμία σχέση δεν έχει με την καταπολέμηση της διαφθοράς. Πολύ περισσότερο έχει να κάνει με την «κανονικοποίησή» της, με τη μετατροπή της σε συστατικό στοιχείο μιας διακυβέρνησης που φέρεται ως αμετακίνητο «καθεστώς» και με την αλαζονεία να υποστηρίζει πως οποιαδήποτε άλλη εκδοχή διακυβέρνησης θα ήταν «χάος». 

Για αυτό τον λόγο και δεν δικαιούται η κυβέρνηση να επαίρεται για τα «χτυπήματα» που έχει καταφέρει στη διαφθορά. Το ακριβώς αντίθετο: είναι μια κυβέρνηση που παγίωσε μια δομική διαφθορά στη σχέση ανάμεσα σε πολιτική εξουσία, ελεγκτικούς και διωκτικούς μηχανισμούς, επιχειρηματικότητα και ενημέρωση, έναν συστημικό «ηθικό κίνδυνο» από τον οποίο θα δυσκολευτούμε να απαλλαγούμε.

ΥΓ Η κυβέρνηση επαίρεται και για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και για τη συνακόλουθη αύξηση των φορολογικών εσόδων, που έχουν τροφοδοτήσει και τα σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα που καταγράφονται. Μόνο που σπανίως η κυβέρνηση επιλέγει να εξηγήσει από που προέρχεται η αύξηση των φορολογικών εσόδων. Και αυτό γιατί τότε θα φανεί ότι πέραν της αύξησης του συνολικού όγκου της φορολογίας εισοδήματος καθώς αυξάνονται τα ονομαστικά εισοδήματα, η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στον ΦΠΑ. Είναι ενδεικτικό ότι για το 2027 η κυβέρνηση προβλέπει, με βάση το σχέδιο προϋπολογισμού ότι τα έσοδα από ΦΠΑ θα είναι η μεγαλύτερη πηγή φορολογικών εσόδων, καθώς θα αποτελούν το 39,3% των συνολικών φορολογικών εσόδων φτάνοντας τα 30,6 δισεκατομμύρια ευρώ. Μόνο που ο ΦΠΑ είναι ο κατεξοχήν άδικος φόρος, ο φόρος που πλήττει αναλογικά πολύ περισσότερο τα λαϊκά στρώματα, που διαθέτουν πολύ μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος στην αγορά των απαραίτητων προϊόντων, ένας φόρος που η κυβέρνηση έχει αρνηθεί να μειώσει σε επιλεγμένα προϊόντα και υπηρεσίες ακόμη και εν μέσω μιας μεγάλης κρίσης κόστους ζωής. 

Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 

Δευτέρα, Οκτωβρίου 26, 2026

Υπόθεση «Χωριάτικο»: Οι 520 εταιρείες, τα μαγαζιά σε Ρόδο και Μύκονο και τα €100 εκατ. φοροδιαφυγή...

Ο Mr «Χωριάτικο» φέρεται να διαχειριζόταν αλυσίδα φούρνων στην οποία απασχολούνται εκατοντάδες εργαζόμενοι. Στη Ρόδο φέρεται να είχε αποκτήσει μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών δικαιώματα εκμετάλλευσης παραλιών, ήταν «αφεντικό» σε πολυτελή καταστήματα και εμφανιζόταν ως ιδιοκτήτης (αφανής πάντα) μεγάλων νυχτερινών κέντρων.   


Δεύτερη υπόθεση φοροδιαφυγής, μετά την Pizza Fan, ερευνά η ΕΛΑΣ, με τον Άγγελο Γιαννακόπουλο ιδιοκτήτη της αλυσίδας των φούρνων «Χωριάτικο» και παλιό γνώριμο των Αρχών, να έχει συλληφθεί για φοροδιαφυγή μέσω δικτύου εταιρειών που ξεπερνά τα 100 εκατ. ευρώ. Στη δικογραφία περιλαμβάνονται δεκάδες άτομα, ενώ οι συλλήψεις ανέρχονται σε 56. 

Στο μικροσκόπιο βρίσκεται ένα δαιδαλώδες δίκτυο 520 εταιρειών, γύρω από γνωστές αλυσίδες φούρνων ενώ οι Αρχές επιχειρούν μέχρι και αυτή τη στιγμή να «χαρτογραφήσουν» την παράνομη δραστηριότητα, εξετάζοντας ποιες εταιρείες είναι εικονικές αλλά και τι ρόλο έχουν οι δεκάδες εμπλεκόμενοι. 

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Mr «Χωριάτικο» εμφανιζόταν ως «αφεντικό» σε πολυτελή καταστήματα στη Μύκονο, ενώ στη Ρόδο φέρεται να είχε αποκτήσει μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών δικαιώματα εκμετάλλευσης παραλιών. Εκτός αυτού εμφανιζόταν ως ιδιοκτήτης (αφανής πάντα) μεγάλων νυχτερινών κέντρων. 

Ταυτόχρονα φέρεται να διαχειριζόταν την αλυσίδα φούρνων στην οποία απασχολούνται εκατοντάδες εργαζόμενοι. Οι αστυνομικοί ελέγχουν επίσης για σύνδεση με ομάδα που εμπλέκεται σε σωματεμπορία. 

520 εταιρίες και δεκάδες «αχυράνθρωποι» 

Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η έρευνα έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό, ενώ στο μικροσκόπιο μπήκαν 520 εταιρίες και δεκάδες «αχυράνθρωποι». 

Οι συλλήψεις μέχρι το βράδυ της Κυριακής άγγιζαν τις 60, ενώ τα διαφυγόντα κέρδη για το Δημόσιο υπολογίζονται στα 100 εκατ. ευρώ. 

Ο ηλικιωμένος λογιστής 

Ένας από τους συνεργάτες του Άγγελου Γιαννακόπουλου ήταν ένας ηλικιωμένος λογιστής, ιδιαίτερα έμπειρος και έμπιστος. Πληροφορίες αναφέρουν ότι αυτός είχε αναλάβει -μεταξύ άλλων λογιστών- τη σύσταση εταιρειών. 

Οι αστυνομικοί της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος «χαρτογράφησαν» το πλέγμα εταιρειών και εντόπισαν τα χρέη προς το Δημόσιο. Η έρευνα γύρω από την αλυσίδα «Χωριάτικο» ενδεχομένως να επεκταθεί και σε άλλες δραστηριότητες για τις οποίες υπάρχουν υπόνοιες ξεπλύματος βρώμικου χρήματος. 

Συνελήφθη στα Ιωάννινα

Ο Άγγελος Γιαννακόπουλος, συνελήφθη στα Ιωάννινα, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες, φέρεται να ήταν έτοιμος να φύγει για την Αλβανία.

Η τελευταία φορά που ο επιχειρηματίας είχε «συναντηθεί» με την ΕΛ.ΑΣ. ήταν σε έναν τυχαίο τροχονομικό έλεγχο. Ήταν Νοέμβριος του 2025 όταν είχε συλληφθεί στη λεωφόρο Βουλιαγμένης γιατί έτρεχε με 216 χιλ/ωρα με μία Lamborghini.

Παλιός γνώριμος των Αρχών

Το 2008 ο επιχειρηματίας είχε βρεθεί στο επίκεντρο έρευνας για κύκλωμα trafficking, η οποία εξελίχθηκε σε πολυετή δικαστική υπόθεση. Όλα ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 2008 όταν η Ασφάλεια Αττικής ανακοίνωσε την εξάρθρωση κυκλώματος που φερόταν να στρατολογεί γυναίκες από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, υποσχόμενο εργασία στην Ελλάδα, και στη συνέχεια τις εξανάγκαζε σε σεξουαλική εκμετάλλευση.

Η έρευνα επεκτάθηκε και στις οικονομικές δραστηριότητες των εμπλεκομένων. Οι αστυνομικοί εξέταζαν το ενδεχόμενο χρήματα να ξεπλένονταν μέσω των αρτοποιείων της αλυσίδας «Χωριάτικο». Η υπόθεση έφτασε στις δικαστικές αίθουσες και τον Απρίλιο του 2015 το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων επέβαλε πρωτοδίκως στον Γιαννακόπουλο κάθειρξη 10 ετών και 6 μηνών για εγκληματική οργάνωση, σωματεμπορία και ηθική αυτουργία σε αρπαγή.

Αντίθετα, αθωώθηκε για την κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Η έφεσή του είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα.Τρία χρόνια αργότερα, το 2018, ο επιχειρηματίας και ακόμη 19 κατηγορούμενοι αθωώθηκαν ομόφωνα σε δεύτερη, χωριστή δικογραφία για trafficking, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι δεν στοιχειοθετούνταν οι κατηγορίες. 

Πηγή: documentonews.gr 

Σάββατο, Οκτωβρίου 24, 2026

Βλέπω μπάσκετ και τρώω πίτσα

Πέφτουν από τα σύννεφα κάποιοι, όταν αποκαλύπτονται δόλια αδικήματα ευυπόληπτων 


Ο κοινωνιολόγος Edwin Sutherland εισάγει τον όρο και την έννοια του εγκληματία του «λευκού κολάρου» ήδη το 1940, αλλά «κάθε γενιά ανακαλύπτει το εταιρικό έγκλημα και το έγκλημα του λευκού κολάρου με κάποια αφελή έκπληξη», λόγω της κοινωνικής θέσης των δραστών. 

Πέφτουν από τα σύννεφα κάποιοι, όταν αποκαλύπτονται δόλια αδικήματα ευυπόληπτων. Προφανώς, σεβόμαστε το τεκμήριο της αθωότητας. Σαφώς, η έγνοια είναι για τους περισσότερους από 2.500 εργαζόμενους, επί ξύλου κρεμάμενους. Όμως, «μπορώ να έχω λίγο τον λογαριασμό κι έναν υπεύθυνο που θέλω να ρωτήσω», τι πιο παραδοσιακά ελληνικό από το να μην είσαι VAT (ΦΠΑ) Fan, που από το 1987 έκανε πρεμιέρα με μπαμ, 6% για είδη ευρείας κατανάλωσης, 18% για υπηρεσίες και 36% στα είδη πολυτελείας. Οι πρώτοι που τον πλήρωσαν ήταν όσοι υποδέχτηκαν το νέο έτος στα «πολιτιστικά κέντρα». 

Πρωινού έργα ήταν το παιχνίδι με τις αόρατες ταμειακές, το λογισμικό που εξαφάνιζε πωλήσεις, τα «κεράσματα» και τ’ άλλα τεχνάσματα, που ήρθαν στο φως από καταγγελία στην Οικονομική Εισαγγελία για εργασιακή ατασθαλία. 

Σε αυτήν την ιστορία με τα λιπαρά και το VAT gap, που είχε κλασικά και στοιχεία μπουφόνικα -«τούβλα» από μετρητά και πολυτελή ρολόγια σε κρύπτη πίσω από παπουτσοθήκη, ούτε σε παρακμιακή ταινία προηγούμενης δεκαετίας-, φαίνεται ότι το μόνο υγιές ήταν η καταγγελία. 

Μία αναφορά στις αρχές, επώνυμη ή ανώνυμη, μπορεί να κλέψει το χαμόγελο από τους εξελιγμένους πειρατές, που διατρανώνουν την αγάπη για την πατρίδα, ενώ στήνουν την παρτίδα. Θεωρούν «μεγάλη απρέπεια τη χρησιμοποίηση εθνικών συμβόλων και ιστορικών γεγονότων με ανάρμοστο τρόπο», ενώ πρεπειά τη δομημένη δουλειά. 

Γιατί μήπως αρκετοί δεν είναι fan; Δεν λέγεται just for fun ότι το θέμα δεν είναι να μην παρανομήσεις, αλλά να μην ξέρεις να το κρύψεις. 


Πηγή: Κατερίνα Τζωρτζινάκη / naftemporiki.gr 


 


Παρασκευή, Οκτωβρίου 23, 2026

Εάν έχουμε δημοκρατία, με 25% δεν δικαιούσαι να κυβερνάς

Η κυβέρνηση θεωρεί ότι έχει προοπτική να κερδίσει τις εκλογές ακόμη και όταν στις δημοσκοπήσεις παίρνει 25% 


Κάποια στιγμή πρέπει να θυμηθούμε τι σημαίνει «κυβερνητική παράταξη». Δηλαδή, να θυμηθούμε ότι ανεξαρτήτως του εκλογικού συστήματος, η παράταξη που κυβερνά τη χώρα δεν αρκεί να είναι η σχετικά μεγαλύτερη, αλλά να έχει μια εκλογική απήχηση ικανή  να της εξασφαλίζει ότι εκπροσωπεί ένα μεγάλο, ακόμη και πλειοψηφικό ρεύμα της κοινωνίας. 

Αυτό εξηγεί γιατί έστω άτυπα πάντα θεωρήθηκε δεδομένο ότι ένα κόμμα θα έπρεπε να πάρει πάνω από 40% για να δικαιούται αυτοδύναμα να κυβερνά. Και μάλιστα αυτό κατοχυρώθηκε σε εποχές που η συμμετοχή στις εκλογές ήταν υψηλή, κάτι που σήμαινε ότι το «πάνω από 40%» σήμαινε πραγματικά μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων. 

Όμως, το θέμα δεν είναι μόνο αριθμητικό: μια παράταξη για να μπορεί να πάρει όντως το 40% και πάνω του ενήλικου πληθυσμού, όντως εκπροσωπούσε την κοινωνία σε όλο το φάσμα. Να το πω απλά: δεν παίρνεις ένα τόσο μεγάλο ποσοστό εάν δεν εκπροσωπείς και λαϊκά στρώματα και τη μεσαία τάξη. Και αυτό σήμαινε ότι ασκούσαν πολιτική τέτοιες παρατάξεις με βάση όλο αυτό το φάσμα κοινωνικών δυνάμεων και αξιώσεων. 

Αυτή ήταν μια εκπροσώπηση που τις έκανε αναγκαστικά να λογοδοτούν περισσότερο στην κοινωνία και να είναι, εκ των πραγμάτων, περισσότερο δημοκρατικές. 

Μάλιστα, στις περιόδους έντονου δικομματισμού αυτό ίσχυε όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά και για την αξιωματική αντιπολίτευση που επίσης έτεινε να είναι ιδιαίτερα ισχυρή και αντίστοιχα διαταξική ως προς την εκπροσώπηση.  

Αυτό έφτασε σε ένα όριο ως προς τα κόμματα εξουσίας με τα μνημόνια, που διέλυσαν τις κοινωνικές εκπροσωπήσεις του ΠΑΣΟΚ πρώτα και κύρια και σε σημαντικό βαθμό και της Νέας Δημοκρατίας. 

Η Νέα Δημοκρατία το 2019 και το 2023 κέρδισε καθαρά τις εκλογές και πήρε ένα ποσοστό που της έδινε πραγματικά χαρακτηριστικά «κυβερνητικής παράταξης». Μπορεί η συμμετοχή στις εκλογές να είχε ήδη υποχωρήσει, όμως παρ’ όλα αυτά πήρε 2.251.618 ψήφους το 2019 και 2.115.322 και ποσοστό 40,56% στις δεύτερες εκλογές του 2023. 

Σήμερα, η Νέα Δημοκρατία κινείται δημοσκοπικά στην πρόθεση ψήφου γύρω στο 25%. Οι δημοσκόποι πάντα δίνουν και μια «εκτίμηση ψήφου», που οδηγεί το ποσοστό της στο 30% περίπου, όμως, αυτές οι εκτιμήσεις δεν έχουν την ίδια βαρύτητα με τη μέτρηση. 

Όπως και να το δει κανείς αυτά δεν είναι ποσοστά που καθιστούν μία παράταξη κυβερνητική. Στην καλύτερη των περιπτώσεων μπορούν να θεωρηθούν ποσοστά που κατοχυρώνουν ότι το κόμμα θα είναι αξιωματική αντιπολίτευση. 

Και δεν είναι μόνο η χαμηλή εκλογική δύναμη που αντιπροσωπεύει το 25%, ιδίως εάν πρόκειται να συνεχιστεί η τάση μειωμένης συμμετοχής. Είναι και το ίδιο το γεγονός ότι αυτό το ποσοστό σημαίνει ότι η ΝΔ δεν εκπροσωπεί μια πλατιά κοινωνική συμμαχία όπως οφείλει να κάνει μια κυβερνητική παράταξη. 

Και αυτό δεν συνάγεται μόνο από μια εκτίμηση για το ποσοστό.

Προκύπτει και από τον τρόπο που σήμερα είναι διαιρεμένη η κοινωνία, ανάμεσα σε κοινωνική μειοψηφία και κοινωνική πλειοψηφία. 

Από τη μια υπάρχει, η μειοψηφία που θεωρεί ότι έχει βελτιωθεί η οικονομική της κατάσταση, δίνει θετική βαθμολογία στην κυβέρνηση στις δημοσκοπήσεις, έχει θετική γνώμη για τον πρωθυπουργό, στηρίζει συγκεκριμένες κυβερνητικές πρωτοβουλίες κα συχνά προτιμά να αυτοπροσδιορίζεται στην κεντροδεξιά. 

Αυτό δεν είναι μόνο πολιτική τοποθέτηση. Σε μεγάλο βαθμό αντιπροσωπεύει και στρώματα που ως έναν βαθμό ωφελήθηκαν από την κυβερνητική πολιτική.

Όμως, απέναντι σε αυτό υπάρχει μια κοινωνική πλειοψηφία, πάνω από τα δύο τρίτα, που αποδοκιμάζει στις δημοσκοπήσεις την κυβέρνηση, θεωρεί ότι τα πράγματα δεν πάνε προς τη σωστή κατεύθυνση στη χώρα, σε σημαντικό βαθμό θεωρεί ότι έχει επιδεινωθεί η οικονομική της κατάσταση, και διεκδικεί την πολιτική αλλαγή.

Είναι σαφές ότι όλος αυτός ο ωκεανός δυσαρέσκειας μπορεί να έχει διαφορετικές ιδεολογικές ή πολιτικές αναφορές, αλλά σίγουρα περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των λαϊκών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης.

Όλα αυτά εξηγούν γιατί αυτή τη στιγμή δεν μπορεί με τίποτε να θεωρηθεί η Νέα Δημοκρατία ως μια δυνάμει κυβερνητική παράταξη. Αντιθέτως, όλα τα δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν ότι πρόκειται για μια παράταξη στην οποία η κοινωνία γυρνάει την πλάτη και αναζητά μια εναλλακτική.

Γνωρίζω καλά τον αντίλογο: ότι αυτή τη στιγμή είναι η πιο συμπαγής εκλογική δύναμη και διατηρεί τη δημοσκοπική πρωτιά. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιούται να κυβερνά, αλλά ότι δεν έχει διαμορφωθεί ακόμη ο συσχετισμός δύναμης που θα οδηγήσει σε μια εναλλακτική διακυβέρνηση. Κάτι που με τη σειρά του αναδεικνύει και την ευθύνη όσων αναφέρονται στην ανάγκη εναλλακτικής, να την κάνουν σχέδιο και πολιτική πρόταση που θα συσπειρώνει γύρω του μια εκλογική δυναμική όντως «κυβερνητικής παράταξης».

Γνωρίζω, επίσης, αυτό το οποίο επί της ουσίας λέει η κυβέρνηση: εφόσον είμαστε η πιο ισχυρή και συμπαγής παράταξη, το μόνο που χρειαζόμαστε είναι να υπάρξουν οι απαραίτητοι «πρόθυμοι» σύμμαχοι, είτε αυτό αφορά κόμματα, είτε μεμονωμένους βουλευτές σε επαρκή αριθμό. Μόνο που αυτό θα είναι μια παραχάραξη του εκλογικού αποτελέσματος και της λαϊκής βούλησης. Ακόμη περισσότερο, θα βάλει και τη χώρα μας στον φαύλο κύκλο της συγκρότησης κυβερνήσεων «συνεργασίας» ή, ακόμη χειρότερα, «εθνικής σωτηρίας» που θα επιμένουν να εφαρμόζουν μετά τις εκλογές τις πολιτικές που οι πολίτες θα έχουν συντριπτικά απορρίψει στις εκλογές. Μετά θα γίνουμε όντως Γαλλία…

Ότι η κυβέρνηση σκέφτεται με έναν δομικά αντιδημοκρατικό τρόπο δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Σε αυτό τουλάχιστον είναι συνεπής. Αυτό, όμως, που χρειάζεται είναι να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της διαμόρφωσης πειστικής εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης με τη σοβαρότητα που του αναλογεί: δηλαδή ως ζήτημα δημοκρατίας και όχι απλώς «πολιτικού παιχνιδιού». 


Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 


Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More