Σάββατο, Απριλίου 11, 2026

Ούτε «ψεκασμένη», ούτε «εξεγερμένη»: η «αντισυστημική ψήφος» αναζητά την πολιτική αλλαγή...

Στη σημερινή κρίση εκπροσώπησης, τις εκλογές θα κρίνει η «αντισυστημική ψήφος», αν όμως βρει ψηφοδέλτιο που πραγματικά την αντιπροσωπεύει  



Εάν δεν υπήρχε η μαγική εικόνα που κατασκευάζουν τα, διαρκώς τροφοδοτούμενα με δημόσιο χρήμα ή «χορηγίες» από ευνοημένους από τη κρατική χρηματοδότηση, φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ, η δημόσια σφαίρα στη χώρα μας θα αποτύπωνε αυτό που αισθάνεται η κοινωνία. 

Ότι, δηλαδή, σήμερα στη χώρα κυβερνά μια αντιδημοφιλής κυβέρνηση, που στις δημοσκοπήσεις καταβαραθρώνεται, που έχει ως πρωθυπουργό έναν πολιτικό απέναντι στον οποίο οι πολίτες προτιμούν τον «Κανένα», και που πιστώνεται ταυτόχρονα μια σημαντική επιδείνωση της κατάστασης της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας και μια εντυπωσιακή ακολουθία σκανδάλων που έχουν ως αποτέλεσμα η κυβέρνηση Μητσοτάκη να έχει την υψηλότερη συγκέντρωση υπόδικων στελεχών στην πρόσφατη ιστορία και να είναι ταυτισμένη στη συνείδηση των περισσοτέρων με τη συστηματική παραβίαση των κανόνων του κράτους δικαίου. 

Επειδή, όμως, το μηντιακό τοπίο στη χώρα είναι ιδιαίτερα στρεβλωμένο, έχουμε φτάσει στο σημείο να διαβάζουμε καθημερινά για το πόσο ισχυρή είναι αυτή η κυβέρνηση και πόσο μεγάλη υποτίθεται ότι είναι η απόστασή της από το επόμενο κόμμα. Παραβλέποντας βέβαια ότι μεγάλη – ανυπέρβλητο εμπόδιο στην πράξη – είναι και η απόσταση της Νέας Δημοκρατίας από οποιοδήποτε ενδεχόμενο να πετύχει αυτοδυναμία. 

Το αφήγημα που προσπαθεί να επιβάλλει η κυβέρνηση και τα φίλια, πάντα υπάκουα, ΜΜΕ είναι ότι αυτή τη στιγμή η Νέα Δημοκρατία εκπροσωπεί τη σταθερότητα και αυτό αποτυπώνει η σχετικά αυξημένη εκλογική συσπείρωσή της, τουλάχιστον σε σχέση με τα άλλα κόμματα. Αυτό συχνά συνδυάζεται με την άμεση ή έμμεση υπογράμμιση ότι πέραν του «λαού της σταθερότητας», που εκπροσωπείται κυρίως από τη Νέα Δημοκρατία, υπάρχει το «χάος» της «αντισυστημικής ψήφου» που απειλεί να φέρει στο προσκήνιο τα «άκρα» και την καταστροφή. 

Μόνο που αυτή είναι μια εσφαλμένη ανάγνωση του κοινωνικού και πολιτικού τοπίου στη χώρα μας, αλλά και μια αδυναμία να γίνει κατανοητό τι πυροδοτεί σήμερα τη δυσαρέσκεια και την οργή γεννώντας την ανάγκη για «αντισυστημική ψήφο». 

Καταρχάς πρέπει να πούμε ότι η ίδια έννοια της «αντισυστημικότητας» -κακοποιημένη παρεμπιπτόντως από όσους προωθούν την αντιδραστική και ανιστόρητη θεωρία των δύο άκρων- εντάσσεται σε ένα πλέγμα εννοιών που προσπαθούν να περιγράψουν τα πολιτικά πράγματα χωρίς να καταφύγουν σε έννοιες, όπως η Δεξιά και η Αριστερά. 

Σε μερικές περιπτώσεις υποκρύπτει και την αντίληψη ότι κανονικά οι πολίτες θα έπρεπε να είναι όλοι «Κεντρώοι» και οτιδήποτε άλλο αποτελεί μια δυναμική αμφισβήτησης, που ελλοχεύει κινδύνους. Συνοδεύεται δε συνήθως από μια άλλη έννοια που συχνά γίνεται πολεμική κραυγή, αυτή του λαϊκισμού. 

Ωστόσο, πιστεύω ότι μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε περιγραφικά για να ορίσουμε όλους αυτούς που αμφισβητούν το πολιτικό σύστημα, δεν το εμπιστεύονται και θα ήθελαν μια διαφορετική κατάσταση. 

Στην Ελλάδα αυτή η κατηγορία ενισχύθηκε σημαντικά στην περίοδο των μνημονίων γιατί οι άνθρωποι ένιωσαν να φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, είδαν το ΠΑΣΟΚ – το κόμμα με τη συμπαγέστερη εκλογική βάση για 30 χρόνια – να εφαρμόζει μνημόνια, είδαν και τη Νέα Δημοκρατία να ακολουθεί την ίδια κατεύθυνση και αισθάνθηκαν ότι εάν δύο βασικοί πυλώνες του πολιτικού συστήματος ευθύνονται για την κοινωνική καταστροφή, τότε χρειάζεται να αλλάξει το πολιτικό σύστημα. 

Σίγουρα μέσα σε εκείνη τη συγκυρία βαθιάς πολιτικής κρίσης, αλλά και κρίσης των βασικών κομματικών εκπροσωπήσεων της Μεταπολίτευσης, εμφανίστηκαν και αρκετές μορφές «αμφισβήτησης» που εμπνεόταν από θεωρίες συνωμοσίας και «ψεκασμένες» ιδεολογίες και τοποθετήσεις. Ενδεικτικό το πώς εκμεταλλεύτηκε όλο αυτό η Χρυσή Αυγή για να βρεθεί από το περιθώριο στη Βουλή. 

Όμως, ούτε και τότε ο κύριος όγκος της «αντισυστημικής ψήφου» πήγε σε «ψεκασμένες» κατευθύνσεις. Στον ΣΥΡΙΖΑ κατευθύνθηκε που στην πραγματικότητα διεκδίκησε να είναι κορμός μιας εκπροσώπησης των λαϊκών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης, σε μια πολιτική που να βάζει φρένο στην καταστροφή και να υπόσχεται μεγαλύτερη δικαιοσύνη. Μεγάλο μέρος του κόσμου αυτού το κράτησε έως τις εκλογές του 2019, απέναντι σε μια Νέα Δημοκρατία που αποφάσισε να εκπροσωπήσει ένα αίτημα «κανονικότητας», πατώντας βέβαια πάνω στο ότι οι κυβερνήσεις του Αλέξη Τσίπρα είχαν καταφέρει να βγάλουν τη χώρα από τη Μνημόνια, να έχουν ρυθμίσει το χρέος και να έχουν διαμορφώσει ένα «χρηματοδοτικό μαξιλάρι». 

Έτσι και σήμερα ο κύριος όγκος της αντισυστημικής ψήφου δεν είναι πρωτίστως «ψεκασμένοι» ούτε επιθυμούν να κάνουν μια «εκλογική εξέγερση», δηλαδή απλώς να ψηφίσουν «κόμματα διαμαρτυρίας», πέραν του πεπερασμένου ποσοστού που σήμερα εκπροσωπούν παραλλαγές της ακροδεξιάς. Οι άνθρωποι αυτοί ανήκουν σε ένα ευρύ κοινωνικό φάσμα, προερχόμενοι από όλες τις κατηγορίες, που σήμερα πλήττονται από την κρίση κόστους ζωής και μια οικονομική πολιτική που προσφέρει ανάπτυξη, αλλά όχι αναδιανομή. Είναι, δηλαδή, εργαζόμενοι, νέοι, αγρότες, ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι βλέπουν στην οικονομική ανασφάλεια και απαισιοδοξία να προστίθεται και το σοκ από την έκταση της διαφθοράς, της διασπάθισης των δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων, της περιφρόνησης για τους θεσμούς. 

Οι άνθρωποι αυτοί ανησυχούν για το μέλλον, γνωρίζουν ότι μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης τα πράγματα στη χώρα θα γίνουν αρκετά πιο δύσκολα, τρομάζουν στη σκέψη ότι «ζουν από τύχη» και ότι ακόμη και ζητήματα όπως η ασφάλεια των μεταφορών δεν είναι εγγυημένα, και εξοργίζονται όταν βλέπουν μια κυβέρνηση να θεωρεί ότι έχει «διαρκές απαλλακτικό βούλευμα» για κάθε μικρότερη ή μεγαλύτερη παραβατική συμπεριφορά της. 

Γι’ αυτόν τον λόγο δεν εμπιστεύονται την κυβέρνηση και δεν εμπιστεύονται και το πολιτικό σύστημα, ιδίως όταν η κυβέρνηση αυτοπαρουσιάζεται διαρκώς ως η μόνη επιτρεπτή και συνάμα εφικτή επιλογή. 

Δεν ψάχνουν απλώς ένα αντιπολιτευτικό κόμμα που θα εκφράζει τα αισθήματά τους με πιο εύγλωττο τρόπο, άλλωστε έχουν μια δυσπιστία και απέναντι στις παραδοσιακές πρακτικές και τελετουργίες της πολιτικής σκηνής. 

Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι ψάχνουν και την «αντιπολιτική». Ή, για να το πω με μεγαλύτερη ακρίβεια, η αντιπολιτική μπορεί να τους ελκύει, για αυτόν τον χαρακτήρα της έντονης αποδοκιμασίας της κυρίαρχης πολιτικής, όμως δεν τους καλύπτει. Γι’ αυτό και παρά τη δημοφιλία της, η Μαρία Καρυστιανού βλέπει τη δυνητική επιρροή ενός κόμματος υπό την ηγεσία της να υποχωρεί. 

Αυτό που αναζητούν αυτοί οι άνθρωποι είναι μια πολιτική κατεύθυνση που ταυτόχρονα να αποτελεί ρήξη και τομή με το σημερινό πολιτικό σύστημα, τις πολιτικές που ακολουθούνται, το ήθος και ύφος της εξουσίας που έχει κυριαρχήσει, αλλά και αξιόπιστη πρόταση διακυβέρνησης. 

Αυτή ακριβώς είναι και η διπλή πρόκληση για όσους αναφέρονται σε μια δημοκρατική και προοδευτική διέξοδο. Από τη μια οφείλουν να είναι «αντισυστημικοί», δηλαδή να στέκονται απέναντι στο μοντέλο διακυβέρνησης που έχει κυριαρχήσει και τις βασικές πολιτικές επιλογές που έχουν γίνει σε κρίσιμους τομείς, και να δεσμεύονται για την ανάδειξη όλων των πραγματικών πολιτικών και ποινικών ευθυνών για τα σκάνδαλά της Νέας Δημοκρατίας. Λογικές του τύπου «ας μην μας πουν ‘ακραίους’» απλώς οδηγούν στην αναπαραγωγή ενός υποτονικού πολιτικού λόγου και αχνών διαχωριστικών γραμμών, που καμιά σχέση δεν έχει με την αναγκαία τομή που αποζητά η κοινωνία. Από την άλλη, οφείλουν να είναι σοβαροί, δηλαδή να έχουν προτάσεις και να είναι έτοιμοι να κυβερνήσουν. 

Η συνειδητοποίηση ότι απαιτείται να απαντηθούν και οι δύο προκλήσεις είναι αναγκαία και για έναν επιπλέον λόγο. Αυτόν που αφορά την αντιμετώπιση της αποχής. Γιατί είναι σαφές ότι τα τελευταία χρόνια μεγάλο μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας και απογοήτευσης μεταφράζεται και σε έλλειψη εμπιστοσύνης στη δυνατότητα η ψήφος να αποτελεί δρόμο για να αλλάξουν τα πράγματα. Η κυβέρνηση σε μεγάλο βαθμό θα ήθελε και θα επιδιώξει αυτή η τάση να ενταθεί, καθώς αυτό θα σήμαινε ότι σε ένα μικρότερο εκλογικό σώμα το δικό της ποσοστό θα ανέβαινε αναλογικά. 

Η ύπαρξη όμως όλου αυτού του δυναμικού που δεν έχει πειστεί να ψηφίσει, σημαίνει ότι οι πραγματικές εκλογικές δεξαμενές για μια εναλλακτική πρόταση είναι πολύ μεγαλύτερες. Μόνο που για να εμπνευστεί αυτός ο κόσμος και να βγει από τον φαύλο κύκλο της απογοήτευσης και της αποχής, θα πρέπει ταυτόχρονα να πειστεί και για τη διάθεση ρήξης (τον «αντισυστημικό» χαρακτήρα) και για την ικανότητα διακυβέρνησης όσων του λένε να σηκωθεί από τον καναπέ και να πάει να ψηφίσει. 

Εάν κινητοποιηθούν τότε οι πραγματικές πιθανότητες πολιτικής αλλαγής αυξάνουν. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτή τη στιγμή όλα δείχνουν ότι μετά τις επόμενες εκλογές ούτε η Νέα Δημοκρατία θα έχει αυτοδυναμία, ούτε ο Κυριάκος Μητσοτάκης ή οποιαδήποτε επιλογή θα θεωρηθεί «συνέχειά» του και «διάδοχη κατάσταση» θα μπορέσουν να σχηματίσουν κυβέρνηση συνεργασίας (ακόμη και εάν αναζητήσουν ακροδεξιά στηρίγματα). Εάν σε εκείνη τη συγκυρία καταγραφεί σαφής συσχετισμός υπέρ μιας δημοκρατικής και προοδευτικής αλλαγής και διεξόδου, τότε είναι σαφές ότι θα ανοίγει ο δρόμος για μια νέα διακυβέρνηση, χωρίς να μπορεί να προχωρήσει οποιοδήποτε σχέδιο εκλογικού εκβιασμού από τη μεριά της Νέας Δημοκρατίας. 

Όμως, αυτό σημαίνει ότι όσοι μοιράζονται το όραμα της ουσιαστικής πολιτικής αλλαγής δεν πρέπει να ξεχνούν ότι το ζήτημα στην πολιτική δεν είναι ποτέ μόνο να λες κάτι, αλλά να λες κάτι που έχει όντως απήχηση, δηλαδή κάτι που συναντιέται με τις αγωνίες, τις ανάγκες, και τις ελπίδες των ανθρώπων. 


Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr



Πέμπτη, Απριλίου 09, 2026

Πάσχα σε δόσεις...

Ο Έλληνας, σταυρωμένος ανάμεσα στις δόσεις της εφορίας και τις ανατιμήσεις των πολυεθνικών, κοιτάζει τον ουρανό ψάχνοντας το Άγιο Φως  



Στην Ελλάδα του 2026, η Μεγάλη Εβδομάδα δεν ξεκινά πια με το «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται», αλλά με το «Ιδού ο λογαριασμός καταφθάνει». Η ατμόσφαιρα στις γειτονιές δεν μυρίζει πια λιβάνι και τσουρέκι, αλλά άγχος. Εκεί που άλλοτε περίσσευε το λίπος, τώρα περισσεύει η σιωπή. Το Πάσχα της «νοικοκυρεμένης» απόγνωσης, όπου το αρνί μετατράπηκε σε εθνικό ευεργέτη προς εξαφάνιση και το κοκορέτσι σε μακρινή ανάμνηση από την εποχή που η μεσαία τάξη δεν χρειαζόταν κρατική ελεημοσύνη για να γεμίσει το ταψί. Ο Έλληνας, σταυρωμένος ανάμεσα στις δόσεις της εφορίας και τις ανατιμήσεις των πολυεθνικών, κοιτάζει τον ουρανό ψάχνοντας το Άγιο Φως, αλλά το μόνο που βλέπει είναι τα λαμπιόνια των τηλεοπτικών πάνελ που του εξηγούν πως η πείνα του είναι «εισαγόμενη» και η φτώχεια του «στατιστικό λάθος». Σε αυτή την εικονική πραγματικότητα της Νέας Δημοκρατίας, η Ανάσταση είναι ένα power point που παρουσιάζεται σε κλειστές αίθουσες, ενώ ο λαός παραμένει στον Γολγοθά, περιμένοντας μια δικαίωση που δεν έρχεται ποτέ από τα επίγεια δικαστήρια. 

Τα 12 Ευαγγέλια της Εξουσίας 

Λένε ότι οι Απόστολοι ήταν δώδεκα. Στην εκκλησία Μεγάλη Πέμπτη διαβάζουν τα Δώδεκα Ευαγγέλια, την πορεία προς το Πάθος. Στην πολιτική σκηνή της χώρας, τα αναγνώσματα είναι δώδεκα δικογραφίες. Δώδεκα υποθέσεις που άνοιξαν, έκλεισαν, ξανάνοιξαν. Δώδεκα κεφάλαια μιας αφήγησης που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Σαν ευαγγέλια χωρίς Ανάσταση. 

Η πολιτική έχει πάντα τον δικό της μυστικισμό. Δεν υπόσχεται θαύματα, υπόσχεται διαχείριση. Και κάπου εκεί, μέσα σε ανακοινώσεις και δηλώσεις, η αλήθεια γίνεται κάτι σχετικό. Κάτι που μετατίθεται. Κάτι που περιμένει. Από τις υποκλοπές μέχρι τις απευθείας αναθέσεις και από το Predator μέχρι τα σκοτεινά μονοπάτια των funds, το θείο δράμα συναντά το θεσμικό δράμα. Κάθε δικογραφία και ένα καρφί στο σώμα της Δημοκρατίας, κάθε πόρισμα και ένας σπόγγος με ξύδι στα χείλη ενός λαού που διψά για αλήθεια. Οι απόστολοι του επιτελικού κράτους, φορώντας τα καλά τους κοστούμια, ορκίζονται πίστη στους θεσμούς, την ίδια ώρα που τους παραδίδουν με ένα φιλί, όχι στο μάγουλο, αλλά σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής. 

Ο Πρωθυπουργός φιλά την «Έξοδο του Μεσολογγίου», με μια ευλάβεια που θα ζήλευε και ο πιο πιστός ενορίτης. Είναι το φιλί του Ιούδα προς την ίδια την Ιστορία. Φιλά το κάδρο της θυσίας, ενώ την ίδια στιγμή η πολιτική του σπρώχνει σε μια άτακτη «έξοδο» από την αξιοπρέπεια κάθε πολίτη που δεν ανήκει στον κύκλο των εκλεκτών. Είναι η απόλυτη σημειολογία του κυνισμού, η λατρεία του συμβόλου κι ο εξευτελισμός του περιεχομένου. Ο Πρωθυπουργός δεν φιλά τον πίνακα από πατριωτικό ρίγος, αλλά από επικοινωνιακό ένστικτο, προσπαθώντας να οικειοποιηθεί το μεγαλείο των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», την ώρα που ο ίδιος πολιορκεί το κράτος δικαίου με στρατιές μετακλητών και επικοινωνιολόγων. Μια τελετουργία όπου το «εγώ» προσκυνά το «φαίνεσαι». 

Το θαύμα των επιδομάτων 

Στην Κανά, λένε, το νερό έγινε κρασί. Στην Ελλάδα του σήμερα, το έλλειμμα γίνεται επίδομα. Μικρό, προσωρινό, αρκετό για να κρατήσει τη σιωπή ζωντανή. Fuel Pass, Market Pass, κάθε λογής pass. Σα να περνάς από μια πύλη που δεν οδηγεί πουθενά. Μια μικρή ανάσα σε έναν μεγάλο πνιγμό. Μια υπενθύμιση ότι το πρόβλημα υπάρχει, αλλά δεν λύνεται. Απλά μετατίθεται. 

Το πασχαλινό τραπέζι είναι πάντα μια πράξη μνήμης. Θυμίζει άλλες εποχές, όχι απαραίτητα καλύτερες, αλλά πιο γεμάτες. Με αρνί που ψηνόταν από νωρίς, με κοκορέτσι που γύριζε αργά, με φωνές που δεν μετρούσαν το κόστος. Σήμερα, το αρνί δεν υπάρχει και το κοκορέτσι πολυτέλεια. Έτσι, η συζήτηση γύρω από το τραπέζι αλλάζει και περιστρέφεται γύρω από τον πόλεμο που ανέβασε τις τιμές στα καύσιμα, για να κοστίζει η εκδρομή στο χωρίο όσο ένα τριήμερο στην Ιταλία. 

Δεν είναι μόνο η φτώχεια. Είναι η αίσθηση της διαρκούς προσωρινότητας, πως τίποτα δεν σταθεροποιείται κι όλα είναι “μέχρις ότου”. Κι έτσι, το “θαύμα” μικραίνει. Δεν είναι πια η μετατροπή, είναι η επιβίωση. Να φτάσει. Να βγει. Να κρατηθεί. Αυτό είναι, ίσως, το πιο σκληρό. Ότι δεν ζητάμε πια πολλά. Μόνο τα βασικά. Κι ακόμα κι αυτά, μοιάζουν με θαύμα. 

Κάθε φορά που το καλάθι του νοικοκυριού αποδεικνύεται μια άδεια υπόσχεση, οι «γραμματείς και φαρισαίοι» των υπουργείων βγαίνουν στα κανάλια για να μας πείσουν ότι η αγορά αυτορυθμίζεται. Μόνο που η αγορά δεν αυτορυθμίζεται, απλώς αυτοϊκανοποιείται εις βάρος εκείνων που δεν μπορούν πια να αντέξουν το βάρος του σταυρού τους. Η Ανάσταση που υπόσχονται είναι μια ανάσταση των κερδών, μια άνοδος των δεικτών στο χρηματιστήριο που δεν συναντά ποτέ το βιοτικό επίπεδο του ανθρώπου της διπλανής πόρτας. Ζούμε το παράδοξο μιας χώρας που ευημερεί στους αριθμούς και πεινάει στα τραπέζι. 

Οι Πόντιοι Πιλάτοι των Τεμπών 

Όμως, το πιο σκοτεινό κομμάτι φέτος το Πάσχα δεν βρίσκεται στην άδεια τσέπη, αλλά στην πληγωμένη αίσθηση δικαιοσύνης. Στο δικαστήριο για το έγκλημα στα Τέμπη, οι Πόντιοι Πιλάτοι έχουν καταλάβει όλες τις θέσεις των κατηγορουμένων και των μαρτύρων υπεράσπισης. Νίπτουν τας χείρας τους με μια άνεση που προκαλεί ίλιγγο. «Δεν ξέραμε», «δεν φταίγαμε», «ήταν ανθρώπινο λάθος», «ήταν η κακιά η ώρα». Η συγκάλυψη έχει γίνει το εθνικό σπορ και η δικαιοσύνη, αντί για αδέκαστος κριτής, μοιάζει με τον Πέτρο που απαρνήθηκε τον διδάσκαλο «πριν αλέκτωρ φωνήσαι». Μόνο που εδώ ο αλέκτωρ έχει φωνάξει χιλιάδες φορές, μέσα από τις κραυγές των μανάδων και τα δάκρυα των πατέρων, αλλά οι ένοικοι της εξουσίας συνεχίζουν να κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου, προστατευμένοι από την ασυλία της λήθης και την αλαζονεία του 41%. 

Η δίκη των Τεμπών δεν είναι απλώς μια δικαστική διαδικασία, είναι η τελική αναμέτρηση της ελληνικής κοινωνίας με το τέρας της ανευθυνότητας. Εκεί, κάτω από το βάρος των 57 νεκρών, η κυβερνητική παράταξη επιλέγει τον ρόλο του Πιλάτου, στέλνοντας την αλήθεια στη Σταύρωση για να σωθεί το πολιτικό κεφάλαιο. Το «Ουαί υμίν γραμματείς και φαρισαίοι υποκριταί» αντηχεί στους διαδρόμους της Βουλής κάθε φορά που μια εξεταστική επιτροπή κλείνει βιαστικά για να μη βγουν στο φως τα πειστήρια του εγκλήματος. Είναι ένα Πάσχα πένθιμο, όχι γιατί έτσι ορίζει το τυπικό της εκκλησίας, αλλά γιατί η πολιτική ηθική της χώρας έχει ταφεί σε ένα μνήμα που το σφράγισαν με τον λίθο της αδιαφορίας. Η δικαιοσύνη στην Ελλάδα του Μητσοτάκη δεν είναι τυφλή, μα ξεκάθαρα επιλεκτική. Κάτι που είναι το πιο βαρύ «σταύρωμα» που μπορεί να υποστεί ένας λαός που ακόμα ελπίζει ότι κάποιος, κάποτε, θα λογοδοτήσει. 

Ανάσταση σε αναμονή 

Η Ανάσταση, λένε, είναι η νίκη της ζωής απέναντι στον θάνατο. Στην Ελλάδα αυτό μοιάζει περισσότερο με αναβολή. Μια υπόσχεση που μεταφέρεται για αργότερα, όταν “βελτιωθούν τα πράγματα”, όταν “σταθεροποιηθεί η κατάσταση”. Το “Χριστός Ανέστη” θα ακουστεί. Αλλά δεν θα απαντηθεί το ίδιο. Όχι από έλλειψη πίστης. Από έλλειψη βεβαιότητας. Γιατί η Ανάσταση δεν είναι μόνο λέξη, είναι αίσθηση πως κάτι αλλάζει, κάτι τελειώνει και κάτι ξεκινά. Και φέτος, τίποτα δεν μοιάζει ούτε να τελειώνει, ούτε να ξεκινά. Η Σταύρωση συνεχίζεται κι ο Γολγοθάς έχει ακόμα πολλές ανηφόρες. 


Αντώνης Μπατζιάς / koutipandoras.gr 

Τετάρτη, Απριλίου 08, 2026

4 ελληνικά έθιμα που γιορτάζουν το Πάσχα... αλλιώς


 

Το ελληνικό Πάσχα δεν εξαντλείται στους εντυπωσιακούς Μπότηδες της Κέρκυρας ή στον θορυβώδη ρουκετοπόλεμο της Χίου, ούτε είναι μόνο αρνί στη σούβλα και σπάσιμο αυγών. Eίναι και μικρές, σχεδόν μυστικές παραδόσεις που επιμένουν να ζουν μακριά από τα φώτα και έχουν το δικό τους ενδιαφέρον. 

Η Ελλάδα κρύβει δεκάδες τοπικά έθιμα που δεν έγιναν ποτέ viral, δεν μπήκαν σε τουριστικούς οδηγούς, αλλά επιμένουν πεισματικά να υπάρχουν, χωρίς να κάνουν φασαρία. Μακριά από το μαζικό θέαμα, μικρές κοινότητες συνεχίζουν να γιορτάζουν το Πάσχα με τρόπους σχεδόν τελετουργικούς, βαθιά συνδεδεμένους με τη μνήμη, τη φύση και τη συλλογικότητα. Φέτος, λοιπόν, στρέφουμε το βλέμμα σε τρία λιγότερο γνωστά, αλλά εντυπωσιακά έθιμα, που αξίζει να ταξιδέψετε για να τα ζήσετε από κοντά. 


Τα Σύρματα στην Κάρπαθο: Το Πάσχα γίνεται αναμέτρηση 

H Κάρπαθος αποτελεί ούτως ή άλλως έναν διαφορετικό κόσμο εκεί στην εσχατιά του Αιγαίου, οπότε ήταν περισσότερο από σίγουρο ότι θα έβαζε το δικό της λιθαράκι στο ελληνικό Πάσχα. Στο μικρό χωριό Σπόα, λοιπόν, αλλά και στο Μεσοχώρι, υπάρχει ένα έθιμο που μοιάζει περισσότερο με παιχνίδι δύναμης και λιγότερο με θρησκευτική τελετή, τα λεγόμενα «Σύρματα». Πρόκειται για μια ιδιότυπη διελκυστίνδα που χωρίζει το χωριό στα δύο, σε άντρες απέναντι σε γυναίκες, οι οποίοι πιάνουν τα δύο άκρα ενός χοντρού σκοινιού που φτάνει σε μήκος δεκάδων μέτρων και τεντώνεται σε ένα στενό του χωριού. Με το σύνθημα, ξεκινά μια έντονη αναμέτρηση, με φωνές και πειράγματα, μέχρι κάποια ομάδα να υπερισχύσει. Το έθιμο παλιότερα ανήκε στη Σαρακοστή, όμως σήμερα πραγματοποιείται τη Δευτέρα του Πάσχα, δίνοντας την ευκαιρία στην κοινότητα να μεταβεί από τη νηστεία στο γλέντι με τον πιο εκρηκτικό τρόπο. Η ένταση, ωστόσο, δεν σταματά στο σχοινί, αφού οι δύο πλευρές ανταλλάσσουν μαντινάδες, πειράγματα και αυτοσχέδιες «επιθέσεις» –από αλεύρι μέχρι τσουκνίδες– σε ένα σκηνικό που ισορροπεί ανάμεσα στον ανταγωνισμό και το χιούμορ. Η νίκη έχει σημασία, αλλά όχι όσο το ίδιο το παιχνίδι κι όταν τελειώσει η αναμέτρηση, το έθιμο μετατρέπεται σχεδόν αυτόματα σε γλέντι. Η λύρα, η τσαμπούνα και το λαούτο επιστρέφουν μετά τη σιωπή της Σαρακοστής και το χωριό περνά σε μια άλλη φάση: αυτή της μουσικής, του χορού και της συνέχειας. 


Η «Κούνια» στην Κωμιακή: Πάσχα με... φλερτ 

Στην ορεινή Κωμιακή της Νάξου, το Πάσχα αποκτά έναν απροσδόκητα κοινωνικό χαρακτήρα. Το έθιμο της «Κούνιας» στήνεται στην πλατεία του χωριού και μετατρέπει τη γιορτή σε μια τελετουργία γνωριμίας και, παλαιότερα, κοινωνικής έκθεσης. Τι ακριβώς συμβαίνει; Η κούνια στολίζεται με λουλούδια και υφάσματα και οι νέοι του χωριού καλούνται να συμμετάσχουν σε ένα πολύ ιδιαίτερο «παιχνίδι». Οι κοπέλες κάθονται στην κούνια και οι άντρες τις σπρώχνουν, τραγουδώντας παραδοσιακά τραγούδια, ωστόσο δεν είναι μια απλή παιδική δραστηριότητα. Πρόκειται για έναν κώδικα επικοινωνίας με σαφείς συμβολισμούς: Το ποιος θα σπρώξει ποια, πόσο και με ποιο τραγούδι, είχε παλιότερα ιδιαίτερη σημασία. Το έθιμο φαίνεται να έχει ρίζες σε αρχαιότερες γιορτές της άνοιξης και της γονιμότητας, όπου η κίνηση της αιώρησης συνδεόταν με την αναγέννηση της φύσης. Σήμερα, μπορεί να έχει χάσει τη «σοβαρότητα» του παρελθόντος, αλλά παραμένει ένα από τα πιο αυθεντικά παραδείγματα του πώς το Πάσχα μπλέκεται με την κοινωνική ζωή του τόπου. Να σημειώσουμε ότι παρόμοια έθιμα κούνιας συναντώνται και σε άλλα νησιά των Κυκλάδων, όπως στην Κύθνο («Κούνια της Λαμπρής») και την Πάρο, επιβεβαιώνοντας τις κοινές ρίζες αυτών των ανοιξιάτικων εθίμων στο Αιγαίο. 


Τα αερόστατα στο Λεωνίδιο: Ο ουρανός γίνεται μέρος της Ανάστασης 

Όσοι έχετε βρεθεί στο Λεωνίδιο Αρκαδίας το βράδυ της Ανάστασης, ξέρετε ότι δεν κυριαρχεί ο θόρυβος, αλλά το θέαμα, που είναι μάλιστα αρκετά παραμυθένιο. Μόλις ακουστεί το «Χριστός Ανέστη», ο ουρανός γεμίζει με εκατοντάδες αυτοσχέδια αερόστατα που υψώνονται αργά, δημιουργώντας μια υπέροχη, κινηματογραφική εικόνα, που πλέον προσελκύει κόσμο, ωστόσο δεν είχε καθόλου τουριστικό χαρακτήρα τα προηγούμενα χρόνια. Απεναντίας, πρόκειται για μια παράδοση που απαιτεί προετοιμασία ημερών, αφού τα αερόστατα κατασκευάζονται χειροποίητα από λεπτό χαρτί και καλάμια, με ιδιαίτερη προσοχή στην ισορροπία και τη σωστή καύση και οι κάτοικοι δουλεύουν ομαδικά, συχνά σε οικογενειακό επίπεδο. Το σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει «επίσημος» διαγωνισμός, αλλά μια άτυπη υπερηφάνεια για το ποιο αερόστατο θα φτάσει πιο ψηλά ή θα κρατηθεί περισσότερο στον αέρα. Το εντυπωσιακό είναι, όμως, ότι το έθιμο αυτό δεν βασίζεται στην ένταση, αλλά στη διάρκεια και τη μετάβαση: από το σκοτάδι στο φως, από τη γη στον ουρανό. Είναι μια ήσυχη, αλλά βαθιά συμβολική εκδοχή της Ανάστασης, ενώ θεωρείται ότι τα αερόστατα αυτά μεταφέρουν τις ευχές των κατοίκων στον ουρανό. 


Ο Χορός της Αγάπης στο Χρισσό Φωκίδας: Ένα πασχαλινό έθιμο που ενώνει ντόπιους και επισκέπτες 

Το Χρισσό στη Φωκίδα είναι ένα μικρό χωριό σκαρφαλωμένο στους πρόποδες του Παρνασσού, σε υψόμετρο περίπου 200 μέτρων και σε περίπτωση που σας βρει εκεί το Πάσχα, σας επιφυλάσσει έναν διαφορετικού τύπου εορτασμό. Την Κυριακή του Πάσχα, μετά τον Εσπερινό της Αγάπης, οι κάτοικοι και οι επισκέπτες συγκεντρώνονται στο γραφικό ξωκλήσι του χωριού και στη συνέχεια στην κεντρική πλατεία για τον παραδοσιακό «Χορό της Αγάπης». Τα μέλη του χορευτικού συγκροτήματος φορούν παραδοσιακές φορεσιές και η πομπή προχωρά στον χορό, όπου όλοι συμμετέχουν. Κάθε χρόνο τιμάται διαφορετική περιοχή του ελληνισμού και φέτος η παρουσίαση είναι αφιερωμένη στους χορούς και την παράδοση της Καππαδοκίας, προσφέροντας μια ζωντανή εμπειρία παράδοσης, μουσικής και συλλογικής γιορτής.


ΤΖΟΥΛΙΑ ΤΑΣΩΝΗ / clickatlife.gr 

Εκεχερία μέχρι νεωτέρας σύγκρουσης...

Στην πραγματικότητα, η Αμερική του Τραμπ είναι ουσιαστικά η Εποχή του Σιδήρου, δηλαδή της δύναμης και της βαρβαρότητας 


Μιχάλης Ψύλος - (naftemporiki) 

Ο Ντόναλντ Τραμπ ανέστειλε το τελεσίγραφό του. Για δυο εβδομάδες. Μέχρι τότε δεν σκοπεύει να καταστρέψει τον πολιτισμό στο Ιράν. 

Ωστόσο, αυτό εξαρτάται από το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ από το Ιράν. Πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. 

Το Ιράν συμφώνησε με την εκεχειρία που πρότεινε το Πακιστάν «μετά από φρενήρεις διπλωματικές προσπάθειες του Ισλαμαμπάντ και μια παρέμβαση της τελευταίας στιγμής από την Κίνα, έναν βασικό σύμμαχο, σύμφωνα με τρεις Ιρανούς αξιωματούχους», αναφέρουν οι New York Times. 

Η εκεχειρία εγκρίθηκε από τον νέο Ανώτατο Ηγέτη, Αγιατολάχ Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ανέφερε το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν, που επιβεβαίωσε την συμφωνία κατάπαυσης του πυρός δύο εβδομάδων. 

Η Τεχεράνη λέει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφώνησαν σε όλα τα θέματα του ειρηνευτικού σχεδίου των 10 σημείων του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων των εγγυήσεων για μη επίθεση στο Ιράν, του ιρανικού ελέγχου του Στενού του Ορμούζ και της αποζημίωσης για οικονομικές απώλειες. 

Δεν είναι σαφές πάντως  εάν όντως έχει επιτευχθεί  συμφωνία. 

Ο Τραμπ δήλωσε απλώς ότι είναι πρόθυμος να συζητήσει το σχέδιο των 10 σημείων. Η καταβολή αποζημιώσεων για τις ζημιές, ειδικότερα, είναι πιθανό να αποτελέσει ένα δύσκολο σημείο για την κυβέρνηση των ΗΠΑ σε οποιεσδήποτε πιθανές διαπραγματεύσεις. 

Οι πρόσφατες αναμνήσεις σίγουρα έχουν βαρύνουσα σημασία: Η μονομερής αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν και οι δύο επιθέσεις στη χώρα ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις, έχουν αφήσει μια βαθιά πληγή στην αντίληψη του Ιράν για την αμερικανική αξιοπιστία. 

Κάθε υπόσχεση σήμερα διαβάζεται υπό το πρίσμα αυτών των ρήξεων: γιατί να πιστεύουν οι Ιρανοί σε διαπραγματεύσεις και σε μια νέα συμφωνία αν οι προηγούμενες προδόθηκαν; Η δυσπιστία δεν είναι ιδεολογική ρητορική, αλλά πολιτικός υπολογισμός. 

Η Τεχεράνη αντιλαμβάνεται όλα αυτά ως ξένη παρέμβαση για την αναμόρφωση της του ρόλου της στη Μέση Ανατολή. 

Εξίσου σημαντικός είναι και ο εσωτερικός περιορισμός. Οι συνθήκες που θεωρούνται ταπεινωτικές θα μπορούσαν να έχουν εξαιρετικά υψηλό πολιτικό κόστος.

Οι μουλάδες θεωρούν ότι η αντίσταση στη Δύση είναι θεμελιώδες μέρος της Ισλαμικής Δημοκρατίας, στο οποίο βασίζεται η νομιμότητα της εξουσίας τους: η υποχώρηση τώρα θα υπονόμευε αυτή την αφήγηση, διακινδυνεύοντας εσωτερικές εντάσεις που είναι δύσκολο να ελεγχθούν. Σε ένα σύστημα όπου η ασφάλεια και η συναίνεση είναι στενά συνδεδεμένες, η αντίληψη της αδυναμίας μπορεί να είναι πιο επικίνδυνη από τις κυρώσεις.

Οι πραγματικοί στόχοι 

Σε κάθε περίπτωση, η υποχώρηση και των δύο πλευρών, αφήνει πολλά ερωτηματικά. 

Στις ΗΠΑ άλλωστε οι πιέσεις ήταν μεγάλες. Οι Δημοκρατικοί ξεκινούσαν διαδικασία καθαίρεσης του πρόεδρου , καθώς η άσεμνη και βαθιά βάρβαρη  διακηρυγμένη πρόθεση του Ντόναλντ Τραμπ να στείλει το Ιράν πίσω στην Λίθινη Εποχή («εκεί που ανήκει», δήλωσε, ξεσήκωσε πρωτοφανείς αντιδράσεις σε όλον τον κόσμο 

Αν υπήρχε ποτέ αμφιβολία ότι αυτό που γίνεται στον Κόλπο δεν είναι ένας πόλεμος με ακριβείς και περιορισμένους στόχους, αλλά μια σύγκρουση ολοκληρωτικής καταστροφής και εξόντωσης μιας χώρας, πολύ πέρα ​​από το ίδιο το καθεστώς, η δήλωση του Τραμπ δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη.

Πέρα από κάθε προβλέψιμο εορτασμό θριάμβου, αυτή η σύγκρουση θα μείνει στη μνήμη των ιστορικών βιβλίων ως ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά λάθη που διαπράχθηκαν στη σύγχρονη εποχή. 

Η εποχή του Σιδήρου 

Ο πρόεδρος της υποτιθέμενης «χρυσής εποχής» για τις Ηνωμένες Πολιτείες, μιας χώρας που φέτος γιορτάζει 250 χρόνια ιστορίας, πιθανότατα δεν γνωρίζει σχεδόν τα πάντα για την χιλιετή ιστορία του Ιράν και της αρχαίας Περσίας, μιας περιοχής του κόσμου που έφτασε στο απόγειο του πολιτισμού και της κουλτούρας 2000 χρόνια πριν ο λευκός άνθρωπος από την Ευρώπη αποικίσει βίαια και γενοκτονικά τα εδάφη όπου ζούσαν οι ιθαγενείς Αμερικανοί.

Στην πραγματικότητα, η Αμερική του Τραμπ είναι ουσιαστικά η Εποχή του Σιδήρου, δηλαδή της δύναμης και της βαρβαρότητας. Από την άλλη πλευρά, ο Νετανιάχου διακηρύσσει ότι στον κόσμο στον οποίο ζούμε, «δεν αρκεί να είσαι δίκαιος (…) γιατί αν είσαι αρκετά δυνατός, αρκετά αδίστακτος, αρκετά ισχυρός, το κακό μπορεί να υπερνικήσει το καλό» .

Ο ισραηλινός πρωθυπουργός αναφερόταν στο Ιράν των Αγιατολάχ, το οποίο θεωρείται υπαρξιακή απειλή για το Ισραήλ, εναντίον του οποίου θα πρέπει να εφαρμοστεί πολιτική προληπτικού πολέμου.

Ο Νετανιάχου τολμά επίσης να κάνει απερίσκεπτες ιστορικές συγκρίσεις ισχυριζόμενος ότι «ο Ιησούς Χριστός δεν έχει κανένα πλεονέκτημα έναντι του Τζένγκις Χαν».

Αυτό δείχνει έμμεσα την εκτίμηση για τα αρπακτικά κατορθώματα του άγριου Μογγόλου ηγέτη του 13ου αιώνα, και μεταμορφώνει τον Ιησού Χριστό σε ένα είδος «παιδί των λουλουδιών»

Αλλά η Μογγολική Αυτοκρατορία έχει προ πολλού ξεθωριάσει. Όπως κινδυνεύει να ξεθωριάσει η κάθε μεγάλη δύναμη που θέλει να γυρίσει την ανθρωπότητα στη «λίθινη εποχή».



Τρίτη, Απριλίου 07, 2026

Ο πρωθυπουργός νομίζει ότι οι πολίτες είναι τα πρόβατα του ΟΠΕΚΕΠΕ

Το διάγγελμα του πρωθυπουργού απέδειξε ότι εξακολουθεί να προσποιείται ότι δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς συμβαίνει στη χώρα τις τελευταίες μέρες. Μνημείο προκλητικότητας ο πολιτικός προϊστάμενος δεκάδων κατηγορουμένων να πλασάρεται ως αναμορφωτής της χώρας 



Όπως έχει αποδειχθεί διαχρονικά, η φράση «αγάπη μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις», πάντα σημαίνει το ακριβώς αντίθετο: ότι δηλαδή «είναι ακριβώς αυτό που νομίζεις», είτε πρόκειται για ερωτική απιστία, είτε για κυβερνητικό σκάνδαλο. Μάλιστα, πολύ συχνά σημαίνει «είναι ακριβώς αυτό που νομίζεις και κάποια πράγματα ακόμη που θα τα μάθεις στη διαδρομή». 

Στο διάγγελμα ο πρωθυπουργός προσπάθησε για άλλη μια φορά να αλλοιώσει την πραγματικότητα, που τον εκθέτει πλέον ανεπανόρθωτα, κραυγάζοντας «ο βασιλιάς είναι γυμνός». Τον ακούσαμε, σαν μόλις να ανέλαβε και όχι να έχει μεσολαβήσει η επταετία Μητσοτάκη, να μιλάει για άλλη μια φορά για το πώς θεωρεί καθήκον του να ηγηθεί μιας μεγάλης μεταρρύθμισης της χώρας, ώστε να γίνουμε επιτέλους Ευρώπη και να μην έχουμε ρουσφέτια, σκάνδαλα, και άλλες «διαχρονικές παθογένειες». 

Όλα αυτά από κάποιον που κυβερνά από το 2019 και που όχι μόνο δεν αντιμετώπισε τις παθογένειες, αλλά αυτές ανέβηκαν και επίπεδο εάν κρίνουμε από τον όγκο και τα χαρακτηριστικά των κυβερνητικών σκανδάλων που τώρα είναι ανοιχτά, χαίνουσες πληγές στο σώμα του Κράτους Δικαίου. 

Δηλαδή, αυτός που κυβερνά όλα αυτά τα χρόνια και που επέλεξε ο ίδιος αυτούς που τώρα είναι κατηγορούμενοι για όλα αυτά τα σκάνδαλα είτε για βουλευτές, είτε / και για υπουργούς, είτε για επικεφαλής Οργανισμών, θα έρθει τώρα να μας υποδείξει πώς η χώρα θα γίνει καλύτερη.

Δηλαδή, αυτός που εδώ και επτά χρόνια δεν κατάφερε να κάνει τη χώρα, τουλάχιστον ως προς τη λειτουργία των θεσμών, καλύτερη και σε αρκετές περιπτώσεις την αφήνει χειρότερη, θεωρεί δικαιωματικά και πάλι ότι μπορεί να την αναμορφώσει και να επαναφέρει τη θεσμική κανονικότητα και την εμπιστοσύνη στο κράτος δικαίου.

Ο άνθρωπος, όμως, που ακόμη και τώρα χρησιμοποιεί σε αυτό το διάγγελμα τη φράση «οι διωκτικές αρχές και πάλι αυτής της κυβέρνησης», -παραβλέποντας ότι οι διωκτικές αρχές, δεν είναι ούτε τσιφλίκι, ούτε ιδιωτικός διωκτικός στρατός της εκάστοτε κυβέρνησης, και το ίδιο ισχύει για κάθε μηχανισμό του κράτους- δεν μπορεί να εγγυηθεί καμία αναμόρφωση.

Το κράτος δεν ανήκει σε καμία κυβέρνηση. Και μάλιστα, σε μεγάλο βαθμό στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αποκαλύπτεται πώς μπορεί να λειτουργήσει ορθά ο μηχανισμός των νόμιμων επισυνδέσεων στο πλαίσιο ποινικής έρευνας. Γιατί, αντίθετα, αυτή η κυβέρνηση αυτόν τον μηχανισμό πρωτίστως τον θεώρησε τρόπο για να «κρατάει» υπουργούς, δικαστικούς, ανώτατους αξιωματικούς και πολιτικούς άλλων κομμάτων.

Kαι στην πραγματικότητα το μήνυμα που ήθελε να στείλει ο πρωθυπουργός, δηλαδή ο «στρατολόγος» και ο πολιτικός προϊστάμενος των κατηγορουμένων δεν ήταν ότι θα σταματήσουν τα σκάνδαλα. Το μήνυμα ήταν ότι το κράτος του ανήκει, ανήκει σε αυτόν και σε ανθρώπους σαν κι αυτόν: ανθρώπους από μεγάλα πολιτικά τζάκια, εθισμένους στο να θεωρούν το κράτος εφαλτήριο της φιλοδοξίας και εργαλείο για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων. Ανθρώπους που γεννήθηκαν μέσα σε πελατειακά δίκτυα χτισμένα δεκαετίες και που εργάζονται σκληρά για να τα παγιώσουν και να τα διευρύνουν. Ανθρώπους που συνεχίζουν το νήμα από τους κοτζαμπάσηδες, στους Μαυρογιαλούρους, στις σημερινές πολιτικές δυναστείες.

Και προς επίρρωση της αντίληψης «το κράτος είμαι εγώ» λειτουργούν και οι προτάσεις που έκανε. Πάρτε για παράδειγμα την πρόταση για ασυμβίβαστο ανάμεσα στη θέση του βουλευτή και του υπουργού, με υπογραμμισμένη και την επισήμανση ότι το υπουργικό Συμβούλιο το ορίζει ο πρωθυπουργός. Η πρόταση αυτή δεν διατυπώνεται με τον τρόπο που ισχύει σε άλλες χώρες, δηλαδή ότι όταν διορίζεσαι υπουργός παραιτείσαι από τη βουλευτική έδρα. Όχι, εδώ θα έχουμε το πρωτοφανές φαινόμενο των ρεπατζήδων επιλαχόντων βουλευτών που όταν αναλαμβάνει κάποιος υπουργός θα παίρνουν τη βουλευτική έδρα για όσο διάστημα είναι υπουργός και μετά αυτός, στην τελική ευθεία για τις εκλογές, θα επιστρέφει στην εκλογική περιφέρεια να εξαργυρώσει τα ρουσφέτια που έκανε όσο ήταν υπουργός και να υποσχεθεί τα ρουσφέτια της επόμενης θητείας. Δηλαδή, εδώ ξαναγράφεται η ίδια η έννοια της εκλογής βουλευτή και κατ’ επέκταση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας!

Όμως, ας μην γελιόμαστε. Η καταπολέμηση της διαφθοράς ποτέ δεν είναι υπόθεση απλώς και μόνο θεσμικού πλαισίου. Είναι θέμα πολιτικής κουλτούρας. Και αυτό δεν έχει να κάνει με μεγαλοστομίες του τύπου «να γίνουμε Ευρώπη». Είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το εάν κάποιος βλέπει την πολιτική ως λειτούργημα ή ως καριέρα ή ακόμη χειρότερα επενδυτική ευκαιρία.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατεξοχήν επένδυσε σε μια κατηγορία πολιτικών στελεχών που θεωρούσαν ότι από την πολιτική δεν γίνεται να φύγει κάποιος φτωχότερος και που θεωρούσαν ότι η εξουσία ανήκει δικαιωματικά σε αυτούς και όχι στους «κακομούτσουνους» της Αριστεράς. Μια γενιά στελεχών που θεωρούσαν ότι η συναλλαγή είναι διευκόλυνση της επιχειρηματικότητας και η «εξυπηρέτηση» το μέσο που αγιάζει ο σκοπός να μείνει η εξουσία στην παράταξη και όχι στους… Μαδούρους. Μια παράταξη που με τον μανδύα του σωτήρα της χώρας από την καταστροφή που υποτίθεται ότι έφερναν -και θα φέρουν- οι «άλλοι», θεωρεί ότι βρίσκεται στο απυρόβλητο, ότι της αναγνωρίζεται το αλάθητο του πάπα και μπορεί να κάνει τα πάντα.

Αυτή την πολιτική κουλτούρα έφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αυτή την πρακτική της προσπάθειας πλήρους εργαλειοποίησης του κράτους ονόμασε «επιτελικό κράτος», αυτή τη λογική δοκίμασε σε όλα τα επίπεδα: από τις υποκλοπές ως μέσο ελέγχου του κράτους έως τις πλασματικές επιδοτήσεις ως προεκλογική τακτική, το νήμα είναι κοινό και φέρει την υπογραφή, φαρδιά πλατιά, του ίδιου του πρωθυπουργού, του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και γι’ αυτό είναι αυτός που φέρει την ευθύνη. Και όποιος φέρει την ευθύνη για ένα πρόβλημα, είναι τμήμα του προβλήματος -αν όχι η πηγή του-, δεν μπορεί να φέρει ούτε τη λύση, ούτε να δώσει διέξοδο.

Να το πούμε απλά: σταθερή παθογένεια του πολιτικού συστήματος τα τελευταία χρόνια είναι τελικά ο ίδιος ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του. Η έξοδος από την παθογένεια περνά από την πολιτική αλλαγή. Διαφορετικά θα ζούμε μέσα στο σημερινό αδιέξοδο.


Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr


Δευτέρα, Απριλίου 06, 2026

O πρωθυπουργός «πετάει χαρταετό» και προσβάλλει την κοινωνία...

Με την ανάρτησή του ο πρωθυπουργός εμπαίζει τη νοημοσύνη μας και προκαλεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα 



Γράφει ο Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος (από το in.gr) 

Διάβαζα την καθιερωμένη κυριακάτικη ανάρτηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και δεν πίστευα τα μάτια μου. Μετά από τις καταιγιστικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών, τις νέες δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τα ερωτήματα ποινικών ευθυνών για βουλευτές και υπουργούς και τη διαπίστωση ότι έχουμε να κάνουμε με «κυβέρνηση υποδίκων» (ακόμη και εάν αυτό δεν αρέσει στον κυβερνητικό εκπρόσωπο), το μόνο που είχε να πει ο πρωθυπουργός ήταν το ακόλουθο: «Όμως, η αληθινή ευθύνη κρίνεται στις στιγμές που αναμετριόμαστε με τις διαχρονικές και διακομματικές παθογένειες του τόπου, όπως και με τις δικές μας αστοχίες. Δύο στοιχεία που συναντήθηκαν, δυστυχώς, στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Μιλώ, μάλιστα, σε χρόνο αόριστο, καθώς όσα απασχολούν την επικαιρότητα, τώρα, έχουν, ήδη ξεπεραστεί μετά την απορρόφηση του άρρωστου αυτού οργανισμού από την ΑΑΔΕ». 

Δηλαδή, ο πρωθυπουργός μας είπε επί της ουσίας ότι δεν έγινε και τίποτα ούτε με τις νέες δικογραφίες και το γεγονός ότι πληθαίνουν οι «αποχρώσες ενδείξεις» ότι η Νέα Δημοκρατία είχε στήσει γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ έναν ολόκληρο μηχανισμό, τον οποίο χρησιμοποιούσαν υπουργοί και βουλευτές για την ικανοποίηση αιτημάτων ψηφοφόρων τους, ώστε να πάρουν ενισχύεις που δεν τις δικαιούνται. Δηλαδή, τις αποκαλύψεις ότι η κυβέρνηση συνειδητά κακοδιαχειρίστηκε τις ευρωπαϊκές ενισχύσεις, διακινδυνεύοντας να μην τις λαμβάνουν και αυτοί που τις δικαιούνται, απλώς και μόνον για να τις πάρουν παράνομα ψηφοφόροι της. 

Όλο αυτό το τεράστιο σκάνδαλο, ο πρωθυπουργός δεν το περιγράφει ως πολιτική ευθύνη της Νέας Δημοκρατίας και ποινική ευθύνη των άμεσα εμπλεκομένων, αλλά ως διαχρονική και διακομματική παθογένεια του τόπου. 

Ακόμη χειρότερα, όχι μόνο δεν αναλαμβάνει καν την ευθύνη να πει ότι όσοι παρανόμησαν θα βρεθούν αντιμέτωποι με τη δικαιοσύνη, αλλά μας λέει ότι πλέον δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα γιατί μεταφέρθηκε ο ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ. Λες και δεν θα μπορούσε ακόμη και εκεί να υπάρξουν πάλι παραβατικές πρακτικές, όσο έχουμε μια κυβέρνηση που αρνείται να καταδικάσει την πολιτική λογική και τον πολιτικό υπολογισμό που οδήγησε σε αυτές τις παραβατικές πρακτικές. 

Ακόμη χειρότερα, ο πρωθυπουργός με αυτή την ανάρτηση αυτό που μας λέει είναι ότι «δεν έγινε και τίποτα», για να στείλει στην πραγματικότητα στο στενό κομματικό ακροατήριο μήνυμα, που δεν είναι άλλο από ένα κυνικό «μαγκιά μας». 

Το γεγονός ότι όλα αυτά συμβαίνουν την ημέρα που αποκαλύφθηκε στην πραγματικότητα ότι η Intellexa είχε λάβει κρατική χρηματοδότηση και άρα το σκάνδαλο Predator είναι σκάνδαλο που αφορά χρήση παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού από κρατικές υπηρεσίες και με σχεδιασμό από το Μέγαρο Μαξίμου, απλώς επικυρώνει το πραγματικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε στη χώρα. 

Και αυτό είναι ότι έχουμε να κάνουμε με μια κυβέρνηση που την ώρα που είναι – με δημοσκοπικούς όρους – κυβέρνηση μειοψηφίας, την ώρα που στις δημοσκοπήσεις καταγράφεται ένα πλειοψηφικό κλίμα δυσαρέσκειας και ένα πολύ μαζικό αίτημα πολιτικής αλλαγής, την ώρα που διαρκώς αυξάνεται ο αριθμός των υπουργών και βουλευτών που αντιμετωπίζουν ποινικές κατηγορίες, αυτή υποστηρίζει ότι της ανήκει δικαιωματικά η εξουσία και όσο διατηρεί την τυπική πλειοψηφία στη Βουλή, θα συνεχίζει ως εάν τίποτα να μην έχει συμβεί. 

Μια κυβέρνηση που η πολιτική της αλαζονεία καταλήγει ουσιαστικά σε μια αντίληψη ότι της ανήκει δικαιωματικά η εξουσία και η οποία είναι η μόνη που μπορεί πραγματικά να κυβερνήσει γιατί οτιδήποτε άλλο θα ήταν καταστροφή. 

Μια κυβέρνηση που αξιοποιεί κρατικά χρήματα για να φτιάξει ένα φιλοκυβερνητικό μηντιακό οικοσύστημα που προσπαθεί να εμπεδώσει την αντίληψη, πιο σωστά τη «μαγική εικόνα» ότι δεν υπάρχει καμία εναλλακτική από τη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη. 

Μια κυβέρνηση που συνειδητά προσπαθεί να εθίσει την κοινωνία στη λογική ότι ο μόνος ορίζοντας είναι η συνέχεια της σημερινής κατάστασης, ότι δεν έχει νόημα να σκέφτεται ότι υπάρχει εναλλακτική προοπτική, ότι ο καλύτερος τρόπος να δείξει τη δυσαρέσκειά της είναι η αποχή από τις εκλογές. 

Μια κυβέρνηση που στην πραγματικότητα προσπαθεί να καταφέρει τα χειρότερα πλήγματα στη δημοκρατική λογική και το κράτους δικαίου εδώ και δεκαετίες. 

Γιατί όταν μια πνιγμένη στα σκάνδαλα κυβέρνηση αρνείται να αναλάβει οποιαδήποτε ευθύνη, φέρεται ως να έχει ασυλία εσαεί όσο υπάρχει η πλειοψηφία, δεν κάνει καν προσπάθεια να δείξει μια έστω υποκριτική ευθιξία, το μόνο που κάνει είναι να πείθει τους πολίτες ότι δεν υπάρχει κράτος δικαίου, ότι όποιοι έχουν την εξουσία εργαλειοποιούν τους θεσμούς προς όφελος τους, ότι τα σκάνδαλα θα συνεχίζονται και θα κυριαρχεί η ατιμωρησία, τότε ο απλός πολίτης αυτό που τελικά θα πιστέψει είναι ότι ούτε δικαιοσύνη υπάρχει, ούτε δημοκρατία. 

Και αυτή είναι η χειρότερη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει κυβέρνηση και αυτό που ακριβώς κάνει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. 

Αυτό εξηγεί ακόμη και γιατί δεν έχει κανένα νόημα να συζητάμε για οποιαδήποτε «αυτοκάθαρση» αυτής της κυβέρνησης. Αυτό το στοίχημα χάθηκε πολύ καιρό πριν, όταν μπορούσε ο πρωθυπουργός, αν όντως δεν είχε καμία ανάμειξη και δεν τελούσαν όλα εις γνώση του, να δείξει αποφασιστικότητα απέναντι σε όσους ευθύνονταν. Το αρνήθηκε συστηματικά σε όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις και αυτό κάνει και τώρα. 

Αυτό σημαίνει ότι αυτή τη στιγμή η πολιτική αλλαγή, στο όνομα όχι μόνο των σκανδάλων, αλλά και της αδυναμίας αυτής της κυβέρνησης να πάρει μέτρα για να αποτρέψει μια ριζική επιδείνωση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης, δεν είναι αναγκαία για να βελτιωθεί απλώς η οικονομική και κοινωνική κατάσταση, αλλά και για να αποτραπεί το να γίνει μόνιμο και ανεπανόρθωτο το τραύμα στους δημοκρατικούς θεσμούς. 


Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More