Σάββατο, Οκτωβρίου 24, 2026

Βλέπω μπάσκετ και τρώω πίτσα

Πέφτουν από τα σύννεφα κάποιοι, όταν αποκαλύπτονται δόλια αδικήματα ευυπόληπτων 


Ο κοινωνιολόγος Edwin Sutherland εισάγει τον όρο και την έννοια του εγκληματία του «λευκού κολάρου» ήδη το 1940, αλλά «κάθε γενιά ανακαλύπτει το εταιρικό έγκλημα και το έγκλημα του λευκού κολάρου με κάποια αφελή έκπληξη», λόγω της κοινωνικής θέσης των δραστών. 

Πέφτουν από τα σύννεφα κάποιοι, όταν αποκαλύπτονται δόλια αδικήματα ευυπόληπτων. Προφανώς, σεβόμαστε το τεκμήριο της αθωότητας. Σαφώς, η έγνοια είναι για τους περισσότερους από 2.500 εργαζόμενους, επί ξύλου κρεμάμενους. Όμως, «μπορώ να έχω λίγο τον λογαριασμό κι έναν υπεύθυνο που θέλω να ρωτήσω», τι πιο παραδοσιακά ελληνικό από το να μην είσαι VAT (ΦΠΑ) Fan, που από το 1987 έκανε πρεμιέρα με μπαμ, 6% για είδη ευρείας κατανάλωσης, 18% για υπηρεσίες και 36% στα είδη πολυτελείας. Οι πρώτοι που τον πλήρωσαν ήταν όσοι υποδέχτηκαν το νέο έτος στα «πολιτιστικά κέντρα». 

Πρωινού έργα ήταν το παιχνίδι με τις αόρατες ταμειακές, το λογισμικό που εξαφάνιζε πωλήσεις, τα «κεράσματα» και τ’ άλλα τεχνάσματα, που ήρθαν στο φως από καταγγελία στην Οικονομική Εισαγγελία για εργασιακή ατασθαλία. 

Σε αυτήν την ιστορία με τα λιπαρά και το VAT gap, που είχε κλασικά και στοιχεία μπουφόνικα -«τούβλα» από μετρητά και πολυτελή ρολόγια σε κρύπτη πίσω από παπουτσοθήκη, ούτε σε παρακμιακή ταινία προηγούμενης δεκαετίας-, φαίνεται ότι το μόνο υγιές ήταν η καταγγελία. 

Μία αναφορά στις αρχές, επώνυμη ή ανώνυμη, μπορεί να κλέψει το χαμόγελο από τους εξελιγμένους πειρατές, που διατρανώνουν την αγάπη για την πατρίδα, ενώ στήνουν την παρτίδα. Θεωρούν «μεγάλη απρέπεια τη χρησιμοποίηση εθνικών συμβόλων και ιστορικών γεγονότων με ανάρμοστο τρόπο», ενώ πρεπειά τη δομημένη δουλειά. 

Γιατί μήπως αρκετοί δεν είναι fan; Δεν λέγεται just for fun ότι το θέμα δεν είναι να μην παρανομήσεις, αλλά να μην ξέρεις να το κρύψεις. 


Πηγή: Κατερίνα Τζωρτζινάκη / naftemporiki.gr 


 


Παρασκευή, Οκτωβρίου 23, 2026

Εάν έχουμε δημοκρατία, με 25% δεν δικαιούσαι να κυβερνάς

Η κυβέρνηση θεωρεί ότι έχει προοπτική να κερδίσει τις εκλογές ακόμη και όταν στις δημοσκοπήσεις παίρνει 25% 


Κάποια στιγμή πρέπει να θυμηθούμε τι σημαίνει «κυβερνητική παράταξη». Δηλαδή, να θυμηθούμε ότι ανεξαρτήτως του εκλογικού συστήματος, η παράταξη που κυβερνά τη χώρα δεν αρκεί να είναι η σχετικά μεγαλύτερη, αλλά να έχει μια εκλογική απήχηση ικανή  να της εξασφαλίζει ότι εκπροσωπεί ένα μεγάλο, ακόμη και πλειοψηφικό ρεύμα της κοινωνίας. 

Αυτό εξηγεί γιατί έστω άτυπα πάντα θεωρήθηκε δεδομένο ότι ένα κόμμα θα έπρεπε να πάρει πάνω από 40% για να δικαιούται αυτοδύναμα να κυβερνά. Και μάλιστα αυτό κατοχυρώθηκε σε εποχές που η συμμετοχή στις εκλογές ήταν υψηλή, κάτι που σήμαινε ότι το «πάνω από 40%» σήμαινε πραγματικά μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων. 

Όμως, το θέμα δεν είναι μόνο αριθμητικό: μια παράταξη για να μπορεί να πάρει όντως το 40% και πάνω του ενήλικου πληθυσμού, όντως εκπροσωπούσε την κοινωνία σε όλο το φάσμα. Να το πω απλά: δεν παίρνεις ένα τόσο μεγάλο ποσοστό εάν δεν εκπροσωπείς και λαϊκά στρώματα και τη μεσαία τάξη. Και αυτό σήμαινε ότι ασκούσαν πολιτική τέτοιες παρατάξεις με βάση όλο αυτό το φάσμα κοινωνικών δυνάμεων και αξιώσεων. 

Αυτή ήταν μια εκπροσώπηση που τις έκανε αναγκαστικά να λογοδοτούν περισσότερο στην κοινωνία και να είναι, εκ των πραγμάτων, περισσότερο δημοκρατικές. 

Μάλιστα, στις περιόδους έντονου δικομματισμού αυτό ίσχυε όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά και για την αξιωματική αντιπολίτευση που επίσης έτεινε να είναι ιδιαίτερα ισχυρή και αντίστοιχα διαταξική ως προς την εκπροσώπηση.  

Αυτό έφτασε σε ένα όριο ως προς τα κόμματα εξουσίας με τα μνημόνια, που διέλυσαν τις κοινωνικές εκπροσωπήσεις του ΠΑΣΟΚ πρώτα και κύρια και σε σημαντικό βαθμό και της Νέας Δημοκρατίας. 

Η Νέα Δημοκρατία το 2019 και το 2023 κέρδισε καθαρά τις εκλογές και πήρε ένα ποσοστό που της έδινε πραγματικά χαρακτηριστικά «κυβερνητικής παράταξης». Μπορεί η συμμετοχή στις εκλογές να είχε ήδη υποχωρήσει, όμως παρ’ όλα αυτά πήρε 2.251.618 ψήφους το 2019 και 2.115.322 και ποσοστό 40,56% στις δεύτερες εκλογές του 2023. 

Σήμερα, η Νέα Δημοκρατία κινείται δημοσκοπικά στην πρόθεση ψήφου γύρω στο 25%. Οι δημοσκόποι πάντα δίνουν και μια «εκτίμηση ψήφου», που οδηγεί το ποσοστό της στο 30% περίπου, όμως, αυτές οι εκτιμήσεις δεν έχουν την ίδια βαρύτητα με τη μέτρηση. 

Όπως και να το δει κανείς αυτά δεν είναι ποσοστά που καθιστούν μία παράταξη κυβερνητική. Στην καλύτερη των περιπτώσεων μπορούν να θεωρηθούν ποσοστά που κατοχυρώνουν ότι το κόμμα θα είναι αξιωματική αντιπολίτευση. 

Και δεν είναι μόνο η χαμηλή εκλογική δύναμη που αντιπροσωπεύει το 25%, ιδίως εάν πρόκειται να συνεχιστεί η τάση μειωμένης συμμετοχής. Είναι και το ίδιο το γεγονός ότι αυτό το ποσοστό σημαίνει ότι η ΝΔ δεν εκπροσωπεί μια πλατιά κοινωνική συμμαχία όπως οφείλει να κάνει μια κυβερνητική παράταξη. 

Και αυτό δεν συνάγεται μόνο από μια εκτίμηση για το ποσοστό.

Προκύπτει και από τον τρόπο που σήμερα είναι διαιρεμένη η κοινωνία, ανάμεσα σε κοινωνική μειοψηφία και κοινωνική πλειοψηφία. 

Από τη μια υπάρχει, η μειοψηφία που θεωρεί ότι έχει βελτιωθεί η οικονομική της κατάσταση, δίνει θετική βαθμολογία στην κυβέρνηση στις δημοσκοπήσεις, έχει θετική γνώμη για τον πρωθυπουργό, στηρίζει συγκεκριμένες κυβερνητικές πρωτοβουλίες κα συχνά προτιμά να αυτοπροσδιορίζεται στην κεντροδεξιά. 

Αυτό δεν είναι μόνο πολιτική τοποθέτηση. Σε μεγάλο βαθμό αντιπροσωπεύει και στρώματα που ως έναν βαθμό ωφελήθηκαν από την κυβερνητική πολιτική.

Όμως, απέναντι σε αυτό υπάρχει μια κοινωνική πλειοψηφία, πάνω από τα δύο τρίτα, που αποδοκιμάζει στις δημοσκοπήσεις την κυβέρνηση, θεωρεί ότι τα πράγματα δεν πάνε προς τη σωστή κατεύθυνση στη χώρα, σε σημαντικό βαθμό θεωρεί ότι έχει επιδεινωθεί η οικονομική της κατάσταση, και διεκδικεί την πολιτική αλλαγή.

Είναι σαφές ότι όλος αυτός ο ωκεανός δυσαρέσκειας μπορεί να έχει διαφορετικές ιδεολογικές ή πολιτικές αναφορές, αλλά σίγουρα περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των λαϊκών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης.

Όλα αυτά εξηγούν γιατί αυτή τη στιγμή δεν μπορεί με τίποτε να θεωρηθεί η Νέα Δημοκρατία ως μια δυνάμει κυβερνητική παράταξη. Αντιθέτως, όλα τα δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν ότι πρόκειται για μια παράταξη στην οποία η κοινωνία γυρνάει την πλάτη και αναζητά μια εναλλακτική.

Γνωρίζω καλά τον αντίλογο: ότι αυτή τη στιγμή είναι η πιο συμπαγής εκλογική δύναμη και διατηρεί τη δημοσκοπική πρωτιά. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιούται να κυβερνά, αλλά ότι δεν έχει διαμορφωθεί ακόμη ο συσχετισμός δύναμης που θα οδηγήσει σε μια εναλλακτική διακυβέρνηση. Κάτι που με τη σειρά του αναδεικνύει και την ευθύνη όσων αναφέρονται στην ανάγκη εναλλακτικής, να την κάνουν σχέδιο και πολιτική πρόταση που θα συσπειρώνει γύρω του μια εκλογική δυναμική όντως «κυβερνητικής παράταξης».

Γνωρίζω, επίσης, αυτό το οποίο επί της ουσίας λέει η κυβέρνηση: εφόσον είμαστε η πιο ισχυρή και συμπαγής παράταξη, το μόνο που χρειαζόμαστε είναι να υπάρξουν οι απαραίτητοι «πρόθυμοι» σύμμαχοι, είτε αυτό αφορά κόμματα, είτε μεμονωμένους βουλευτές σε επαρκή αριθμό. Μόνο που αυτό θα είναι μια παραχάραξη του εκλογικού αποτελέσματος και της λαϊκής βούλησης. Ακόμη περισσότερο, θα βάλει και τη χώρα μας στον φαύλο κύκλο της συγκρότησης κυβερνήσεων «συνεργασίας» ή, ακόμη χειρότερα, «εθνικής σωτηρίας» που θα επιμένουν να εφαρμόζουν μετά τις εκλογές τις πολιτικές που οι πολίτες θα έχουν συντριπτικά απορρίψει στις εκλογές. Μετά θα γίνουμε όντως Γαλλία…

Ότι η κυβέρνηση σκέφτεται με έναν δομικά αντιδημοκρατικό τρόπο δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Σε αυτό τουλάχιστον είναι συνεπής. Αυτό, όμως, που χρειάζεται είναι να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της διαμόρφωσης πειστικής εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης με τη σοβαρότητα που του αναλογεί: δηλαδή ως ζήτημα δημοκρατίας και όχι απλώς «πολιτικού παιχνιδιού». 


Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 


Νέα επένδυση 7,6 εκατ. ευρώ στη Ρόδο από την ΒΑΠ



Σε επένδυση ύψους 7,63 εκατ. ευρώ, με στόχο τον διπλασιασμό της παραγωγής της, προχωρά η ροδίτικη βιομηχανία ΒΑΠ – Παντελής Κουγιός ΑΒΕΕ. Το νέο επενδυτικό σχέδιο αφορά τη διαφοροποίηση της παραγωγικής δραστηριότητας υφιστάμενης μονάδας ζυθοποιίας στη θέση Τσαΐρι – Αγία Βαρβάρα της Ρόδου, με την προσθήκη παραγωγής εμφιαλωμένου φυσικού μεταλλικού νερού. 

Με συνολικό επιλέξιμο κόστος 7.627.213 ευρώ, εντάχθηκε στο καθεστώς «Μεταποίηση – Εφοδιαστική Αλυσίδα» του αναπτυξιακού νόμου 4887/2022, εξασφαλίζοντας ενίσχυση 4.576.327 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 60% της επένδυσης και θα χορηγηθεί εξ ολοκλήρου με τη μορφή φορολογικής απαλλαγής. 

Η επέκταση της παραγωγικής δυναμικότητας αναμένεται να ενισχύσει την ανταγωνιστική θέση της ΒΑΠ στην αγορά της Ρόδου και των γειτονικών νησιών, όπου η υψηλή τουριστική δραστηριότητα τροφοδοτεί τη ζήτηση, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες. 

Παράλληλα, η αξιοποίηση υφιστάμενων βιομηχανικών υποδομών δημιουργεί περιθώρια για οικονομίες κλίμακας και συνέργειες στην παραγωγή και τη διανομή, σε μια αγορά όπου το μεταφορικό κόστος αποτελεί σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης των τελικών τιμών. 

Η ιστορία της ΒΑΠ ξεκινά το 1967 στη Ρόδο, όταν ο Παντελής Κουγιός ίδρυσε μια μικρή ατομική επιχείρηση στην οδό Καποδιστρίου. Σταθμό στην ανάπτυξή της αποτέλεσε η συνεργασία με την PepsiCo, ενώ το 1991 η εταιρεία μεταφέρθηκε σε σύγχρονες εγκαταστάσεις στην Αγία Βαρβάρα Κοσκινού. 

Στα χρόνια που ακολούθησαν διεύρυνε τις δραστηριότητές της στην παραγωγή αναψυκτικών, χυμών και μπύρας, δημιουργώντας ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο προϊόντων που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τους χυμούς VAP Fresh και την μπύρα Ζύθος ΒΑΠ.

Η είσοδός της στο εμφιαλωμένο νερό έγινε το 1996 με το φυσικό μεταλλικό Απολλώνιο, αξιοποιώντας τον υδροφορέα της περιοχής Τσαΐρι. Το 2002 ακολούθησε η παραγωγή ανθρακούχου νερού, το 2004 τέθηκε σε λειτουργία νέα μονάδα εμφιάλωσης του Απολλώνιου και το 2005 προστέθηκε το επιτραπέζιο Aqua Vita.

Τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη της παρουσία στον κλάδο, η ΒΑΠ προχωρά σε νέα επένδυση, με αιχμή την αύξηση της παραγωγικής της δυναμικότητας. 


Πηγή: Αλεξάνδρα Γκίτση /euro2day.gr 

Πέμπτη, Οκτωβρίου 22, 2026

Οι “κεντρώοι” Γάλλοι και Γερμανοί έφεραν τέρατα, οι εγχώριοι τι φέρνουν;

Οι Γάλλοι και Γερμανοί «κεντρώοι» εκκολάπτουν τις Λεπέν και τους (τις) απογόνους του Χίτλερ. Αν δεν το καταλάβουν γρήγορα οι δικοί μας «κεντρο-μακρονιστές» μπορεί να γεννήσουν ανάλογα τέρατα.  


Κάθε φορά που ένα γεγονός συνταράσσει μια χώρα πετάγονται οι, συνήθεις ή μη, διαστρεβλωτές της πραγματικότητας. 

Το έχουμε δει και εδώ. 

Όταν συνέβη η τραγωδία στα Τέμπη, πρώτα έφταιγαν οι «χρόνιες παθογένειες». Όχι το γεγονός ότι το κράτος των «αρίστων» άφησε τα τρένα να κυκλοφορούν «τυφλά». 

Όταν ο κόσμος κατέβηκε μαζικά στις πλατείες και στους δρόμους, δεν έφταιγε ο θυμός, η οργή και ο φόβος για το που μπαίνουν- και δεν ξέρουν αν θα βγουν ζωντανά- τα παιδιά του. «Έφταιγε» το ξυλόλιο και ο …Πούτιν, που έφτιαχνε από το Κρεμλίνο τρολ για να υπονομεύσουν τους «αρίστους» υπουργούς. Οι οποίοι πρώτα «διασφάλιζαν την ασφάλεια» και μετά μπάζωναν στο χώρο, όπως είπαν οι δικαστές τρίβοντας τη μούρη του υπουργού «για τα μπάζα» (ο οποίος, αφού άφησε την πράσινη και πήρε τη γαλάζια σημαία, είναι έτοιμος να χοροπηδήσει μαζί με τον Άδωνη φωνάζοντας «και α και ου»). 

Τώρα, με τον ξεσηκωμό στη Γαλλία, μας λένε ότι θα έρθει η Λεπέν, επειδή έδρασαν μπαχαλάκηδες και πλιατσικολόγοι. Προσέξτε, στους δρόμους κατέβηκαν από 500 χιλιάδες (λέει η Αστυνομία) έως 800 χιλιάδες (άλλοι υπολογισμοί) σε μεγάλες πόλεις, όχι μόνο στο Παρίσι. Μαθητές, φοιτητές, δάσκαλοι και γονείς για τα χάλια των σχολείων, κάτι που δεν αμφισβητείται από όσους ζουν εκεί και το επιβεβαιώνουν. 

Όμως, οι από καθέδρας εγχώριοι ειδήμονες παπαγαλίζουν την ανοησία «τα μπάχαλα φέρνουν την Λεπέν». 

Φοβερή ανακάλυψη. Η Λεπέν- μας λένε- θα έρθει τώρα, επειδή έδρασαν οι μπαχαλάκηδες. Όμως, η Λεπέν είναι εκεί από καιρό. Και την φέρνει συστηματικά αυτός στον οποίο ανέθεσαν να την απομονώσει. Δέκα χρόνια κυβερνάει ο «κεντρώος» Μακρόν και την Λεπέν θα φέρουν οι σημερινοί μπαχαλάκηδες και πλιατσικολόγοι. Τους οποίους- λένε οι ξετσίπωτοι εγχώριοι προπαγανδιστές- ενθαρρύνει η γαλλική Αριστερά, η οποία, όμως, δεν έχει διοικήσει ούτε παρισινό κιόσκι εδώ και δεκαετίες. 

Τα ίδια πάνω κάτω έλεγαν τις προάλλες και για όσα έγιναν στη Γερμανία. Μετά την αποχώρηση της κραταιάς Μέρκελ, οι δυο τελευταίοι Καγκελάριοι της Γερμανίας (Σoλτς και Μερτς) έστρωσαν κανονικά το δρόμο στο ακροδεξιό AFD, αλλά οι εγχώριοι απολογητές τους θρηνούν την κατάρρευση των «κεντρώων» κομμάτων. 

Δεν βλέπουν πώς έρχεται αυτή η κατάρρευση: ακρίβεια, κρίση στέγης, αντιμεταναστευτική ρητορεία. 

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προβλήθηκε σαν ο εγχώριος Μακρόν. Με «κεντρώα» προβιά όταν εξυπηρετούσε, που την άλλαζε σε ακροδεξιά όταν χρειαζόταν. Έχει , άλλωστε, το κατάλληλο υλικό: Άδωνις, Βορίδης, Πλεύρης, Κυρανάκης κ.α. 

Μητσοτάκης και ΝΔ διασώζονται ακόμη επειδή εδώ δεν έχει βρεθεί κάποιος ή κάποια τύπου Λεπέν ή κόμμα σαν το AFD. Έχουν φτιάξει, όμως, Βελόπουλους, Λατινοπούλες, Κασιδιάρηδες. 

Οι Γάλλοι και Γερμανοί «κεντρώοι» (κυβερνούν δέκα χρόνια οι πρώτοι και έξι οι δεύτεροι) εκκολάπτουν τις Λεπέν και τους (τις) απογόνους του Χίτλερ. Αν δεν το καταλάβουν γρήγορα οι δικοί μας «κεντρο-μακρονιστές» (οκτώ χρόνια κυβερνούν) μπορεί να γεννήσουν ανάλογα τέρατα… 


Πηγή: Γιώργος Καρελιάς / news247.gr 





Τετάρτη, Οκτωβρίου 21, 2026

Λίγο μέτρο με την τρομολαγνεία για «χάος» δεν βλάπτει – και η χώρα πρέπει να γίνει λίγο… Γαλλία

Κάθε κοινωνική κινητοποίηση δεν σημαίνει «χάος» - και η χώρα έχει πολλούς λόγους να κινητοποιηθεί 


Τα όσα συμβαίνουν στη Γαλλία κανονικά θα έπρεπε να ερμηνεύονται ως συμπτώματα του βάθους της κοινωνικής κρίσης στην Ευρώπη και συνάμα της αδυναμίας του πολιτικού συστήματος να απαντήσει στις ανάγκες των κοινωνιών, είτε πρόκειται για τα ελλείμματα των δημόσιων εκπαιδευτικών συστημάτων, είτε για την κρίση κόστους ζωής και τη στεγαστική κρίση. 

Ωστόσο, στη χώρα μας μια ολόκληρη στρατιά «αναλυτών» ασχολείται πρωτίστως με το εάν θα έρθει το «χάος» και στα μέρη μας, ενώ ήδη σπεύδουν να στοχοποιήσουν πολιτικούς και πολιτικές δυνάμεις, ως αυτούς που θέλουν να φέρουν τα μπάχαλα στη χώρα μας. 

Ακόμη χειρότερα, διάφοροι όχι μόνο προσπαθούν να στοχοποιήσουν πολιτικούς χώρους και πολιτικούς, αλλά «φτιάχνουν κλίμα» για την ανάγκη η αστυνομία και ο αρμόδιος υπουργός να κάνουν τα απαραίτητα για να ελέγξουν τους ταραξίες. 

Και όλα αυτά με αφορμή το γεγονός ότι φοιτητές, μαθητές, και εκπαιδευτικοί έχουν εξαγγείλει για σήμερα μια μεγάλη κινητοποίηση με αφορμή τα μεγάλα προβλήματα της εκπαίδευσης, από το τεράστιο ζήτημα της φοιτητικής στέγης έως τις ελλείψεις εκπαιδευτικών στα σχολεία. 

Μια μεγάλη κινητοποίηση που από το πουθενά προκύπτει εκ των προτέρων ότι θα προκαλέσει «χάος» ή ότι θα υπάρξουν «επεισόδια», την ώρα που γνωρίζουμε καλά ότι συχνά τα επεισόδια αποδεικνύονται προβοκάτσιες. 

Μια μεγάλη κινητοποίηση που κανονικά θα έπρεπε να μας κάνει να συζητάμε για τα προβλήματα της δημόσια εκπαίδευσης, την ανάγκη να αυξηθούν οι δαπάνες, το γεγονός ότι δεν μπορούμε να προσφέρουμε στη νεολαία ένα μέλλον άλλο από την επισφάλεια και τις κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας. 

Όμως, τα προβλήματα της εκπαίδευσης ή η μεγάλη ανασφάλεια για το μέλλον που βιώνει η νέα γενιά είναι απλές υποσημειώσεις για όλους εκείνους που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να μας πείσουν ότι κάθε πολιτική αλλαγή θα ήταν μια επικίνδυνη αναστάτωση. 

Βέβαια, κάνοντας αυτό, παραβλέπουν κάτι πολύ βασικό: δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι οι πολίτες βλέπουν την αλλαγή ως καταστροφή. Ιδίως όταν αναλογιστούμε ότι η ελληνική κοινωνία είναι αυτή τη στιγμή – και μάλιστα με βάση όλες τις έρευνες – ιδιαίτερα οργισμένη με τις πολιτικές που εφαρμόζονται. 

Ακόμη περισσότερο, δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι οι πολίτες βλέπουν τις εικόνες από τη Γαλλία και φοβούνται ότι θα έρθει το «χάος», ούτε βέβαια αισθάνονται την ανάγκη μεγαλύτερης συσπείρωσης γύρω από την κυβέρνηση. 

Αρκετοί βλέπουν όλα όσα γίνονται στη Γαλλία και σκέφτονται ότι αυτό αποτελεί τον αναγκαίο ξεσηκωμό απέναντι στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Πιθανώς στη χώρα μας, εξαιτίας των όσων έγιναν στη δεκαετία του 2010 και που στη συλλογική μνήμη έμειναν ως ήττες των μεγάλων κινημάτων, η διάθεση για συμμετοχή σε μαζικές κινητοποιήσεις, ιδίως για τις σχετικά μεγαλύτερες ηλικίες να είναι σχετικά μικρότερη. Όμως, ο βαθμός στον οποίο αποδέχονται τις πολιτικές που παρουσιάζονται ως «αυτονόητες» είναι ιδιαίτερα μικρός. Γι’ αυτό και επιζητούν την πολιτική αλλαγή. 

Καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί κάποιοι θέλουν να παρουσιάσουν την πολιτική αλλαγή ως «πορεία στο χάος». Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο αναγκαία. Σε τελική ανάλυση εάν κανείς δεν θέλει να υπάρξουν και στη χώρα μας μεγάλες και παρατεταμένες κινητοποιήσεις, θα μπορούσε να πάρει μέτρα για να απαντήσει στα άμεσα αιτήματα της κοινωνίας. Όμως, είναι σαφές ότι καμιά τέτοια διάθεση δεν υπάρχει και αυτό εξηγεί γιατί το  μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να «τρομοκρατήσουν» προκαταβολικά μιλώντας για «χάος» και «μπάχαλα». 

Όμως, αυτό αναιρεί την πολύ απλή αλήθεια ότι σήμερα στην ελληνική κοινωνία σωρεύονται εκρηκτικά υλικά. Είτε πρόκειται για την έκρηξη της ακρίβειας, τη στεγαστική κρίση και συνολικά την κρίση κόστους ζωής, είτε πρόκειται για την υποστελέχωση της δημόσιας εκπαίδευσης και υγείας, είτε για την υπονόμευση των θεσμών και τον κυνισμό της εξουσίας, έχουμε πάρα πολλούς λόγους να κατέβουμε στους δρόμους και να απαιτήσουμε να αλλάξουν τα πράγματα. 

Και αυτό δεν είναι «χάος». Δημοκρατία είναι… 


Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 

Τρίτη, Οκτωβρίου 20, 2026

Οι κοινωνίες δεν χρειάζονται «τάξη». Βαθιά αλλαγή έχουν ανάγκη

Στον απόηχο του ξεσηκωμού στη Γαλλία – και όχι μόνο – όλοι αυτοί που δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα, μιλούν τη γλώσσα της «τάξης» 


Την ώρα που η Γαλλία δεν έχει ακόμη συνέλθει από τον πρωτοφανή παλλαϊκό -και όχι μόνο νεανικό- ξεσηκωμό του περασμένου Σαββάτου, στην Ελλάδα βγήκαν κιόλας οι καλοθελητές που σπεύδουν να διεκτραγωδήσουν τις «καταστροφές» και τους «βανδαλισμούς» και να υπογραμμίσουν με νόημα ότι για αυτόν τον λόγο και οι πολίτες, αντανακλαστικά, θα προτιμήσουν τη «σταθερότητα». 

Ορισμένοι, μάλιστα το λένε πιο ωμά: «τέτοιες καταστάσεις διευκολύνουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη», γιατί του επιτρέπουν να πει ότι εάν δεν επανεκλεγεί, για να διαχειριστεί όπως υποτίθεται αυτός ξέρει, τις μεγάλες προκλήσεις του επόμενου διαστήματος, κινδυνεύει και η δική μας χώρα να ζήσει στιγμές ανάλογες με αυτές της Γαλλίας. 

Άλλοι, πάλι πάνε να κάνουν «ανάλυση» τύπου «βγάζω φλας αριστερά, για να στρίψω δεξιά». «Καλά όλα αυτά, αλλά τέτοιες εξεγέρσεις ξυπνούν τη “σιωπηλή πλειοψηφία”, με αποτέλεσμα τελικά να είναι η Δεξιά αυτή που κερδίζει». «Δείτε και τον Ντε Γκώλ, πώς κέρδισε τις εκλογές αμέσως μετά τον Μάη του 1968 στη Γαλλία», σπεύδουν να προσθέσουν. Και εδώ το συμπέρασμα πάλι καταλήγει να είναι το ίδιο: κάθε άλλη επιλογή εκτός από τη συνέχεια της σημερινής διακυβέρνησης, που παρουσιάζεται ως συνώνυμη της «σταθερότητας», είναι καταστροφική και δεν έχει καν νόημα να πιστέψουμε ότι η λαϊκή κινητοποίηση μπορεί να οδηγήσει στο να πάνε τα πράγματα σε πιο αριστερή, δημοκρατική και προοδευτική κατεύθυνση. 

Βεβαίως, όπως συμβαίνει συχνά με τέτοιες εύκολες «γενικεύσεις», η ιστορική εμπειρία είναι πολύ διαφορετική. Στον 20ο αιώνα ήταν οι μεγάλοι κύκλοι μαζικής κινητοποίησης – μαζί με τον φόβο επανάληψης μιας επανάστασης όπως στη Ρωσία – που οδήγησε στις μεγάλες κοινωνικές κατακτήσεις, από την κοινωνική ασφάλιση, τη δωρεάν δημόσια υγεία και παιδεία έως τις συλλογικές συμβάσεις και την αναδιανομή εισοδήματος. 

Γιατί μπορεί ο Ντε Γκωλ όντως να κέρδισε τις εκλογές αμέσως μετά τον Μάη του 1968, αλλά οι παραχωρήσεις που έκανε η γαλλική Κεντροδεξιά, ήταν μεγάλες, ξεκινώντας από τις μεγάλες μισθολογικές αυξήσεις που οδήγησαν στον τερματισμό των απεργιών του Μάη. 

Αλλά, και στη χώρα μας, εάν δεν είχαμε όλους τους μεγάλους αγώνες και κινητοποιήσεις της μεταπολίτευσης, δεν θα είχαμε την ολοένα και μεγαλύτερη στροφή της ελληνικής κοινωνίας σε πιο προοδευτική κατεύθυνση με αποκορύφωμα την «Αλλαγή» του 1981 και ίσως το μεγαλύτερο κύμα προοδευτικών δημοκρατικών αλλαγών της μεταπολεμικής περιόδου. 

Και βέβαια στην περίοδο της μεγάλης κρίσης στη χώρα μας, ήταν οι μεγάλες, εκρηκτικές συχνά, κινητοποιήσεις του αντιμνημονιακού κινήματος που έθεσαν επί τάπητος το ερώτημα εάν μπορεί να υπάρξει μια διακυβέρνηση που να μην εκπροσωπεί τους «Βάστα Σόιμπλε» και τη λογική «και εάν δεν υπήρχαν τα μνημόνια, θα έπρεπε να τα είχαμε εφεύρει».

Επομένως, όλοι αυτοί που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για το «χάος» και τις «ταραχές» και εξυμνούν τη σταθερότητα, στην πραγματικότητα αυτό που δεν θέλουν είναι να διατυπωθεί μια εναλλακτική κυβερνητική πρόταση, ικανή να κάνει πράξη μια ριζική αλλαγή πολιτικής προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων. Την πολιτική αλλαγή φοβούνται, όχι το «χάος».

Γιατί πρέπει να αναλογιστούμε τι σημαίνει σήμερα «σταθερότητα». Σημαίνει ότι θα συνεχιστεί μια πολιτική που συνεπάγεται ότι τα λαϊκά στρώματα, και ιδίως η νεολαία» παραδίδονται απροστάτευτα στην ακρίβεια και τη στεγαστική κρίση. Ότι θα οξυνθούν ακόμη περισσότερο οι κοινωνικές ανισότητες. Ότι θα ενταθεί η υπονόμευση και τελικά ιδιωτικοποίηση της δημόσιας υγείας και παιδείας. Ότι οι υποδομές δεν θα αναβαθμιστούν, καθώς δημόσιοι και ευρωπαϊκοί πόροι θα συνεχίσουν να μοιράζονται σε «ημετέρους». Ότι θα χειραγωγηθούν πλήρως οι θεσμοί του κράτους δικαίου και θα ενταθεί η αστυνομική καταστολή απέναντι σε όποιον διαφωνεί και διεκδικεί. Ότι θα συνεχιστεί η προετοιμασία του εδάφους για την ολική επαναφορά της Ακροδεξιάς στο πολιτικό προσκήνιο. 

Και εδώ να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Προφανώς και οι άνθρωποι φοβούνται τις περιόδους μεγάλης αναταραχής. Είναι φυσικό. Αυτό δεν σημαίνει ότι φοβούνται γενικά τις λαϊκές κινητοποιήσεις. Ιδίως όταν τα αιτήματά τους είναι δίκαια και βγαίνουν μέσα από πραγματικές κοινωνικές ανάγκες. Και η ιστορία δείχνει πως όταν το μαχαίρι φτάσει στο κόκκαλο, τότε και οι «νοικοκυραίοι κατεβαίνουν στον δρόμοι και οι «φιλήσυχοι πολίτες».

Αυτοί που μισούν, εξαρχής, τις μαζικές κινητοποιήσεις και τους αγώνες, είναι αυτοί που μεταφράζουν σε ιδεολογία το στενό τους συμφέρον, δηλαδή η κοινωνική μειοψηφία που ωφελείται από τις σημερινές πολιτικές και κατεξοχήν στρατεύεται πίσω από κυβερνήσεις όπως η σημερινή, και όσοι πιστεύουν ότι η λύση για όλα τα προβλήματα είναι το «στιβαρό χέρι» ενός αυταρχικού κράτους, δηλαδή η Ακροδεξιά και οι νοσταλγοί του φασισμού.

Γι’ αυτόν τον λόγο και το πραγματικό συμπέρασμα που βγαίνει από τον κύκλο μεγάλων κινητοποιήσεων στον οποίο φαίνεται ότι μπαίνουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, αντιμέτωπες με τον εκρηκτικό συνδυασμό ανάμεσα στα οξυμένα κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν και την κυνική απροθυμία των πολιτικών συστημάτων και των κυβερνήσεων να δώσουν λύσεις και πειστικές απαντήσεις, δεν είναι πώς θα εξασφαλιστεί η «σταθερότητα» στα ίδια αδιέξοδα, αλλά πώς θα υπάρξουν οι αναγκαίες βαθιές αλλαγές πολιτικής που απαιτούνται για να μειωθεί η πραγματική ανασφάλεια των πολιτών, μια ανασφάλεια που δεν προκαλείται από τους διαδηλωτές, αλλά από όλους εκείνους που μιλούν μόνο τη γλώσσα των αριθμών και όχι των ανθρώπινων αναγκών. 


Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 


Δευτέρα, Οκτωβρίου 19, 2026

Μέρες ξεσηκωμού

Σε όλη την Ευρώπη οι νέοι – και όχι μόνο – ξεσηκώνονται απέναντι στην πρωτοφανή αδυναμία του πολιτικού συστήματος να απαντήσει σε στοιχειώδεις ανάγκες 


Όποιος νομίζει ότι όσα συνέβησαν στη Γαλλία, με τις πρωτοφανούς μαζικότητας διαδηλώσεις και τις συγκρούσεις με την αστυνομία είναι απλώς κάποια γαλλική ιδιαιτερότητα απλώς δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς συμβαίνει στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. 

Το ίδιο ισχύει, προφανώς, και για όσους αυτή τη στιγμή σπεύδουν κυρίως να δώσουν έμφαση στις καταστροφές ή τους βανδαλισμούς, για να υποστηρίξουν ότι αυτό που συμβαίνει είναι απλώς μια έκρηξη παραβατικότητας, την ώρα βέβαια που δεν έχουν να πουν λέξη για την ωμή αστυνομική βία που ρίχνει λάδι στη φωτιά. 

Γιατί αυτό που συμβαίνει στη Γαλλία είναι έκφραση ενός πανευρωπαϊκού προβλήματος. Άλλωστε, δεν συμβαίνει μόνο στη Γαλλία: είχαμε μεγάλες κινητοποιήσεις στην Ισπανία γύρω από τη στεγαστική κρίση και η γειτονική Αλβανία συγκλονίζεται από μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις. 

Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλες αυτές τις κινητοποιήσεις πρωταγωνιστεί η νεολαία. Είναι η κοινωνική κατηγορία που αυτή τη στιγμή είναι στο στόχαστρο και πληρώνει το μεγαλύτερο τίμημα από όλες τις άλλες κοινωνικές κατηγορίες. 

Σε όλη την Ευρώπη η δημόσια εκπαίδευση, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, είναι υποχρηματοδοτημένη, καθώς εφαρμόζονται πολιτικές λιτότητας στο όνομα της «δημοσιονομικής πειθαρχίας», με αποτέλεσμα προβλήματα όπως η έλλειψη εκπαιδευτικών, οι υπερβολικά μεγάλες τάξεις, και οι σοβάδες που πέφτουν. Η πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση δεν σημαίνει υποχρεωτικά και κοινωνική άνοδο, όπως ίσχυε στο παρελθόν, και ακόμη και οι πτυχιούχοι καταλήγουν σε κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας που σήμερα υποτίθεται ότι κρατούν χαμηλά την ανεργία. Οι νέες και οι νέοι είναι αυτοί που σήμερα αναγκάζονται να μένουν με τους γονείς τους, θύματα της στεγαστικής κρίσης που κάνει τα σπίτια απλησίαστα, ενώ ακριβώς επειδή αναλαμβάνουν τις πιο κακοπληρωμένες εργασίες υφίστανται πολύ πιο άμεσα τις επιπτώσεις της συνολικότερης κρίσης κόστους ζωής. 

Όμως, δεν είναι μόνο οι νέοι. Αυτή τη στιγμή σε όλη την Ευρώπη, εάν κανείς κοιτάξει τι υπόσχονται οι «συστημικές» πολιτικές δυνάμεις, αυτό που θα δει είναι ακόμη περισσότερη λιτότητα, ακόμη περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις, ακόμη μεγαλύτερο περιορισμό των καλύψεων που προσφέρουν τα δημόσια συστήματα υγείας, ακόμη πιο ελαστικές σχέσεις εργασίας. Το κοινωνικό κράτος βάλλεται από παντού και κατακτήσεις όπως οι συλλογικές συμβάσεις αφορούν ολοένα και μικρότερο τμήμα του εργατικού δυναμικού. Την ίδια στιγμή αναγκαίες πολιτικές, όπως αυτές που αφορούν την πράσινη μετάβαση, κατά βάση θα χρηματοδοτηθούν με το να μεταφερθεί το κόστος στις πλάτες των νοικοκυριών. 

Όλα αυτά πλέον παρουσιάζονται ως αυτονόητα. Πρωθυπουργοί και υπουργοί μιλούν μόνο τη γλώσσα των αριθμών και οποτεδήποτε πρέπει να απαντήσουν για πραγματικές κοινωνικές ανάγκες το μόνο που έχουν να πουν είναι ότι «δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος». Την ίδια ώρα, προσπαθούν να πείσουν τις κοινωνίες ότι τα πραγματικά τους προβλήματα είναι μόνο αυτά που αφορούν την ασφάλεια, υποδεικνύοντας ως «εχθρούς» τους μετανάστες, τους πρόσφυγες και τους Ρομά και «προσφέροντας» αντί για καλύτερη δημόσια εκπαίδευση και υγεία απλώς περισσότερη αστυνομία.

Σε αυτό το φόντο είναι που η Ευρώπη αυτή τη στιγμή επενδύει στους αμυντικούς εξοπλισμούς και σκοπεύει να μεταφέρει πόρους από το κοινωνικό κράτος στην άμυνα. Κάτι που απλώς θα δημιουργήσει ακόμη περισσότερα κοινωνικά προβλήματα και που συνεπάγεται μεγάλους κινδύνους. 

Την ώρα που οι δείκτες δυσαρέσκειας και απονομιμοποίησης των κυβερνήσεων και των πολιτικών τους είναι σε δυσθεώρητα ύψη, το πολιτικό σύστημα, οι δημοσιογράφοι, οι κάθε λογής «ειδικοί» προσπαθούν να πείσουν τους ανθρώπους, ότι δεν υπάρχει καμία άλλη εναλλακτική από τη σημερινή κατάσταση και πως οτιδήποτε άλλο θα ισοδυναμούσε με κάθοδο στο χάος. 

Αυτή τη στιγμή οι κυβερνήσεις είναι τελείως αμήχανες απέναντι σε αυτή την κατάσταση, πρωτίστως γιατί δεν περνάει καν από το μυαλό τους μια διαφορετική πολιτική που θα απαντάει σε υπαρκτά προβλήματα και κοινωνικές ανάγκες και θα μειώσει την κοινωνική ανασφάλεια που αυτή τη στιγμή κυριαρχεί στις κοινωνίες. 

Γι’ αυτό τον λόγο και αντί να μιλήσουν πραγματικά με τις κοινωνίες, δηλαδή να ανταποκριθούν στα αιτήματά τους, αυτό που κάνουν είναι να προσπαθούν να μιλήσουν για «υποκινητές» ή να στοχοποιήσουν όσους πολιτικούς χώρους αμφισβητούν τις τρέχουσες καταστροφικές πολιτικές. 

Όλα αυτά επιτείνονται από τον τρόπο που μέσα στα κόμματα, στα κάθε λογής think tanks, στα πανεπιστήμια, στα ΜΜΕ, διαμορφώθηκε ένα διανοητικό κλίμα που μετέτρεψε τον νεοφιλελευθερισμό σχεδόν σε θρησκευτικό δόγμα και έφτιαξε μια ολόκληρη γενιά πολιτικών, «αναλυτών», δημοσιογράφων που δεν μπορεί να σκεφτεί έξω από αυτό το πλαίσιο, ακόμη και όταν αυτό εμφανώς έχει αποτύχει και να φέρει την ανάπτυξη – η Ευρώπη είναι σε στασιμότητα εδώ και καιρό – και να απαντήσει στις απαιτήσεις της κοινωνίας για μια αξιοπρεπή ζωή. 

Για αυτό τον λόγο και όλο αυτό το σύστημα όχι μόνο δεν μπορεί να σκεφτεί ότι μπορούν να υπάρξουν εναλλακτικές, αλλά και επιδίδεται στη συκοφάντηση εκείνων των ρευμάτων και των πολιτικών που σήμερα επιμένουν ότι όχι μόνο μπορεί να υπάρξει μια εναλλακτική πολιτική, αλλά μπορεί να είναι και εφικτή και να συνδυάζει την ανάπτυξη με την κοινωνική δικαιοσύνη. 

Όμως, φαίνεται ότι οι κοινωνίες, η καθεμιά με το δικό της τρόπο, αρχίζουν να αρνούνται το «δεν υπάρχει καμία εναλλακτική» και για αυτό κατεβαίνουν στο δρόμο. Όμως, αυτό που πραγματικά θα τους δώσει διέξοδο – και όχι απλώς εκτόνωση της οργής – θα είναι να υπάρξουν πολιτικές προτάσεις που να δείχνουν το δρόμο μιας εναλλακτικής διακυβέρνησης. Αυτή είναι σήμερα η ιστορική ευθύνη των δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων στην Ευρώπη. 


Πηγή:  Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr 

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More