Ο Πρωθυπουργός επιμένει να μιλά χωρίς να αναγνωρίζει τις ευθύνες που έχουν αυτός και η κυβέρνησή του για τα προβλήματα διαφθοράς στη χώρα
«Η χώρα δεν μπορεί να είναι άλλο αιχμάλωτη των κυκλωμάτων του βαθέος κράτους, του ρουσφετιού, του παλαιοκομματισμού». Αυτό αποφάνθηκε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά την παρουσίαση της νέας πλατφόρμας myAGRO της ΑΑΔΕ για τις αγροτικές επιδοτήσεις.
Αναρωτιέται κανείς εύλογα εάν ο πρωθυπουργός έχει όντως επίγνωση ποιας χώρας ηγείται και ποιας κυβέρνησης προΐσταται. Ή εάν απλώς μας δουλεύει…
Γιατί εάν υπήρξε ένας λόγος που από τον ΟΠΕΚΕΠΕ περάσαμε στη διαχείριση των αγροτικών επιδοτήσεων και αποζημιώσεων μέσω της ΑΑΔΕ και της νέας πλατφόρμας είναι επειδή είχαμε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ένα σκάνδαλο που δεν συνέβη ούτε σε έναν άλλο αιώνα, ούτε σε έναν άλλο πλανήτη, ούτε καν σε μια άλλη διακυβέρνηση. Επί των ημερών της διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη έγινε. Κομματικά στελέχη του πρωταγωνίστησαν. Υπουργοί του βρέθηκαν στο στόχαστρο. Βουλευτές του δικού του κόμματος παραπέμπονται ενώπιον της δικαιοσύνης, ακριβώς επειδή ενεπλάκησαν σε ρουσφέτια γύρω από τις επιδοτήσεις.
Ένα σκάνδαλο που δείχνει ότι ήταν η δική του διακυβέρνηση αυτή που θεώρησε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον κρατικό μηχανισμό ως εργαλείο διαμόρφωσης εκλογικών συσχετισμών.
Ένα σκάνδαλο που συνέβαλε αποφασιστικά στο να πιστεύει η ελληνική κοινωνία, όπως τουλάχιστον δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, ότι η διαφθορά είναι από τα μεγαλύτερα προβλήματα της χώρας.
Ένα σκάνδαλο που έβαλε τη χώρα μας στο στόχαστρο όχι μόνο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αλλά και των ευρωπαϊκών θεσμών γενικότερα, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια την πρόσβαση της χώρας μας σε επιδοτήσεις.
Για αυτό το σκάνδαλο ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί να μιλάει σε τρίτο πρόσωπο. Δεν μπορεί να μιλάει χωρίς να αναφέρεται στις ευθύνες της δικής του κυβέρνησης. Δεν μπορεί να μιλάει χωρίς να κάνει αυτοκριτική.
Γιατί με το να μην αναλαμβάνει καμία ευθύνη για αυτό το σκάνδαλο ο Κυριάκος Μητσοτάκης και με το να μεταφέρει την ευθύνη σε ένα «παράλληλο σύμπαν» όπου ούτε αυτός κυβερνά, ούτε η Νέα Δημοκρατία, αλλά το «βαθύ κράτος», είναι ως να εμπαίζει την ελληνική κοινωνία.
Είναι ως να της λέει «ναι, το ξέρουμε ότι έχουμε ευθύνη, αλλά δεν πρόκειται να το παραδεχτούμε ποτέ, γιατί εμείς έχουμε την εξουσία και όσο την έχουμε ό,τι θέλουμε κάνουμε».
Γιατί είναι προφανές πως όταν μια κυβέρνηση δεν αναλαμβάνει η ίδια πραγματικά την ευθύνη για τις πράξεις και τις επιλογές, όταν δεν αναγνωρίζει τα δικά της λάθη, τις δικές παραλείψεις και τελικά τη δική της θεσμική παραβατικότητα, τότε πολύ απλά τίποτα δεν διορθώνεται. Γιατί μπορεί να φτιάχνεται ένας νέος μηχανισμός, που υποτίθεται ότι είναι φερέγγυος και αξιόπιστος, με τον ίδιο τρόπο κάποτε και ο ΟΠΕΚΕΠΕ φτιάχτηκε ως ένας φερέγγυος και αξιόπιστος μηχανισμός, αλλά καμιά εγγύηση δεν δίνεται ότι άλλαξε και η κυβερνητική νοοτροπία ως προς την άσκηση της εξουσίας και ως προς τον πραγματικό σεβασμό των θεσμών.
Αντιθέτως, έχουμε πλέον μια κυβέρνηση που όταν βρέθηκε στο στόχαστρο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας η πρώτη αντίδραση των στελεχών ήταν να αρχίσουν να αμφισβητούν τον ίδιο τον θεσμό και να ζητούν πρακτικά το ξήλωμά της, που όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με το να παραπέμψει στη δικαιοσύνη τους υπουργούς που ήταν πολιτικοί προϊστάμενοι την εποχή που από κάτω γινόταν το πάρτι με τις παράτυπες επιδοτήσεις, επέλεξε να τους προσφέρει ασυλία, και που όταν βρέθηκε να έχει υπόδικούς βουλευτές, βγήκε και δήλωσε ότι δεν αλλάζει τίποτα και θα είναι κανονικά υποψήφιοι στις επόμενες εκλογές γιατί προέχει το «τεκμήριο αθωότητας».
Όλα αυτά δεν έχουν να κάνουν απλώς με μια προσπάθεια πολιτικής επιβίωσης της κυβέρνησης. Σε τελική ανάλυση, υποτίθεται ότι σε τέτοιες περιπτώσεις οι κυβερνήσεις κάνουν damage control επιλέγοντας εξιλαστήρια θύματα. Αντιθέτως, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν επιλέγει πια εξιλαστήρια θύματα, αλλά συμπεριφέρεται ως η πλήρης ατιμωρησία να της αναλογεί δικαιωματικά.
Αυτό δεν είναι άσχετο από τον βασικό πυρήνα της προεκλογικής τακτικής που έχει υιοθετήσει και ο πρωθυπουργός και το κόμμα του και που στηρίζεται στην αντίληψη ότι η μόνη πραγματική δύναμη διακυβέρνησης είναι η Νέα Δημοκρατία, ότι ακόμη οι άλλες δυνάμεις και πρωτίστως η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα αντιπροσωπεύει την καταστροφή για τη χώρα «γιατί δεν μπορεί να κυβερνήσει» και ότι ακόμη και εάν δεν έχει αυτοδυναμία η Νέα Δημοκρατία έχουν υποχρέωση οι «συνετές» δυνάμεις να τη στηρίξουν για να διατηρηθεί η «κανονικότητα» και η «ομαλότητα» στη χώρα.
Ουσιαστικά, η Νέα Δημοκρατία με το να επιμένει ότι δεν έχει καμία ευθύνη και ότι φταίει πάντα κάποιος άλλος, θέλει απλώς με κυνισμό να υπογραμμίσει ότι είναι η μόνη δύναμη διακυβέρνησης. Γιατί εάν αναλάμβανε την ευθύνη, εάν παραδεχόταν την έκταση της διαφθοράς στην οποία είναι μπλεγμένη και εάν «θυσίαζε» στελέχη της, τότε θα ήταν ως να παραδεχόταν η ίδια ότι πρέπει να υπάρξει πολιτική αλλαγή και να έρθει μια άλλη κυβέρνηση που να είναι λιγότερο παραβατική και διεφθαρμένη.
Και εδώ είναι το λάθος της. Όσο εθισμένη και εάν είναι η κοινωνία στον πολιτικό κυνισμό, όσο και εάν έχει χάσει την εμπιστοσύνη της στο να υπάρξει μια διακυβέρνηση που να λογοδοτεί πραγματικά στην κοινωνία, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να ανεχτεί να την κοροϊδεύουν κατάμουτρα. Και όταν έρθει η ώρα θα υπογραμμίσει ηχηρά ότι δεν είναι η Νέα Δημοκρατία η μόνη δύναμη διακυβέρνησης σε αυτό τον τόπο.
Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr

Παρασκευή, Αυγούστου 07, 2026

Ετικέτες: