52 χρόνια μετά την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο παραμένει αναγκαίο να μην ξεχνούμε
Ο απόηχος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο παραμένει μία από τις πρώτες αναμνήσεις μου.
Το ίδιο το σοκ της είδησης, η Επιστράτευση, οι διαδηλώσεις μετά την πτώση της Χούντας, οι εικόνες από τους πρόσφυγες, η αγωνία για τους αγνοουμένους.
Δεν ήταν απλώς το ίδιο το σοκ από μια βάναυση παραβίαση κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου, την παράνομη κατοχή μεγάλου μέρους ενός κυρίαρχου κράτους, την ανοχή εάν όχι συνενοχή της «διεθνούς κοινότητας», συμπεριλαμβανομένων των άλλων κρατών-μελών του ΝΑΤΟ.
Ήταν και η ίδια η οργή, διάχυτη σε όλη την κοινωνία, για την ευθύνη που είχε και η ελληνική πλευρά, πρώτα από όλα η Χούντα με την επιλογή της να προχωρήσει στο πραξικόπημα σε βάρος του δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπου Μακάριου, που έδωσε το πρόσχημα στην Τουρκία να προχωρήσει στην εισβολή. Στον Ατίλλα 1 και λίγες εβδομάδες μετά – την ώρα που υποτίθεται ότι είχαν ξεκινήσει ειρηνευτικές συνομιλίες – στον Αττίλα 2 που παγίωσε τη διχοτόμηση του νησιού.
Με αποτέλεσμα 52 χρόνια τώρα, ένα κυρίαρχο κράτος, μέλος του ΟΗΕ, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να εξακολουθεί να είναι διαιρεμένο και ένα μέρος του να είναι υπό κατοχή.
Και βέβαια 52 χρόνια μερικά διδάγματα παραμένουν. Το πρώτο είναι ότι το 1974, όπως και με τη Μικρασιατική Καταστροφή ο ελληνισμός πλήρωσε ακριβά την πατριδοκαπηλία. Την πλήρωσε με εθνικές τραγωδίες. Το άλλο είναι ότι σε πείσμα μιας ψευδαίσθησης ασφάλειας, σε αυτή τη μεριά της Μεσογείου υπάρχουν πραγματικές απειλές για την εθνική ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.
52 χρόνια μετά ίσως η φόρτιση να μην είναι η ίδια. Σε τελική ανάλυση και η ίδια η Κυπριακή Δημοκρατία κατάφερε να προχωρήσει. Έχει πετύχει πολλά και την ίδια ώρα τα προβλήματά της δεν σχετίζονται όλα με την εισβολή. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι το Κυπριακό έχει πάψει να είναι μια ανοιχτή πληγή.
Αυτό εξηγεί και γιατί πρέπει να αντισταθούμε στην αμνησία. Πρέπει να αντισταθούμε στο να ξεχάσουμε. Πρέπει να αντισταθούμε στο να αποδεχτούμε τα πράγματα όπως έχουν.
Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει διαρκώς να υπενθυμίζουμε ότι σε σχέση με το Κυπριακό δεν έχουμε να κάνουμε με μια διαμάχη ανάμεσα σε δύο κοινότητες, ούτε γενικά με μια «ελληνοτουρκική διαφορά». Ο πυρήνας του προβλήματος είναι η παράνομη εισβολή και κατοχή εδάφους κυρίαρχης χώρας.
Το άλλο που πρέπει να υπενθυμίζουμε είναι ότι οποιαδήποτε «λύση» του Κυπριακού που καταλήγει στη διχοτόμηση – π.χ. οι ιδέες για λύση «δύο κρατών» – θα αποτελεί αναδρομική δικαίωση της εισβολής και της παραβίασης του διεθνούς δικαίου από την Τουρκία. Η λύση δεν μπορεί παρά να είναι αυτή μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, με ενιαία διεθνή παρουσία. Και με πραγματική συμφιλίωση ανάμεσα στις δύο κοινότητες – γιατί εγκλήματα έγιναν και από τις δύο πλευρές.
Και το τρίτο είναι ότι το Κυπριακό δεν μπορεί να είναι υποσημείωση της ελληνικής διπλωματίας. Οφείλει να είναι αναπόσπαστο στοιχείο κάθε διαπραγμάτευσης στην Ευρώπη και στο ΝΑΤΟ. Προφανώς με τον πρώτο λόγο να τον έχει η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και με την ελληνική πλευρά πλήρως ενεργοποιημένη. Με ορίζοντα τη λύση και σε τελική ανάλυση τις βάσεις για πραγματική αναβάθμιση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Σε τελική ανάλυση, ό,τι ξεχνάμε από την ιστορία, αργά ή γρήγορα θα το ξαναζήσουμε. Και η πατρίδα μας δεν έχει ανάγκη από άλλες τραγωδίες.
Πάνω από όλα, το να μην ξεχάσουμε το χρωστάμε σε όσες και όσους εκείνο το καλοκαίρι σκοτώθηκαν, τραυματίστηκαν, ξεριζώθηκαν, σε όλες και όλους που έζησαν με το όνειρο να ξαναδούν την πατρίδα τους ενωμένη.
Πηγή: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος / in.gr

Δευτέρα, Ιουλίου 20, 2026

Ετικέτες: