Ταυτότητα, ποιότητα και slow tourism είναι η βιώσιμη επιλογή.
Η τουριστική μεγέθυνση που έφερε απασχόληση και εισοδήματα στους κατοίκους των νησιών για αρκετές δεκαετίες έχει δώσει τη σκυτάλη σε ένα επιθετικό real estate και σε μεγάλης κλίμακας επενδύσεις που αλλοιώνουν ριζικά την ταυτότητα των τόπων, τα ελκυστικά τοπία, τις κοινωνικές δομές και λειτουργίες, αλλάζουν τη ροή των εισοδημάτων και εξαντλούν τους έτσι κι αλλιώς περιορισμένους πόρους τους, με κυριότερους το νερό και τον χώρο. Ταυτόχρονα η πίεση για περισσότερα και μεγαλύτερα κρουαζιερόπλοια σε όλο και περισσότερα νησιά απλώς θα συμβάλει στην αύξηση του συνωστισμού, του θορύβου και άλλων φαινομένων υπερτουρισμού που υποβαθμίζουν την ποιότητα ζωής των κατοίκων και της εμπειρίας των τουριστών.
Η ακραία εποχικότητα, σε συνδυασμό με την ακραία μονοκαλλιέργεια, οδηγεί τους κατοίκους από την καλοκαιρινή υπερένταση και την υπερεργασία στη χειμερία νάρκη. Παράλληλα η ανυπαρξία εναλλακτικών δυνατοτήτων απασχόλησης, οι ελλείψεις σε κρίσιμες υποδομές και υπηρεσίες για υγεία, εκπαίδευση, κατάρτιση, περιορισμένες δυνατότητες άθλησης και αναψυχής και άλλες ελλείψεις καθημερινότητας αλλά και η ακρίβεια δεν συμβάλλουν σε μια ομαλή οικονομική και κοινωνική ζωή και στην προσέλκυση ενός ανθρώπινου δυναμικού με προσόντα και προσδοκίες για μια ποιότητα ζωής διαφορετική από αυτή των αστικών κέντρων. Ταυτόχρονα η έλλειψη εξειδικευμένης στα νησιά αγροτικής πολιτικής οδηγεί στην επιτάχυνση της εγκατάλειψης της υπαίθρου, με ό,τι αυτό σημαίνει για την ενίσχυση των περιβαλλοντικών κινδύνων που φέρνει η κλιματική αλλαγή.
Η συνέχιση του ίδιου μοντέλου επέκτασης της προσφοράς σε κλίνες κάθε μορφής που προωθεί ο κυβερνητικός σχεδιασμός μέσα από εθνικά χωροταξικά και τοπικά πολεοδομικά σχέδια μη θεωρώντας την εκτός οικισμού γη ως κοινό πολιτιστικό και φυσικό αγαθό, που πρέπει να μεταβιβαστεί στις επόμενες γενιές (βιώσιμη ανάπτυξη) για να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των νησιών αλλά ως ιδιωτικό αγαθό αναλώσιμο στον βωμό του πρόσκαιρου κέρδους, είναι αδιέξοδη.
Είναι αυτό το σενάριο αναπόφευκτο; Υπάρχει εναλλακτική βιώσιμη λύση και ποια είναι αυτή; Με βάση τους παγκόσμιους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης, αποτελεί μονόδρομο η αλλαγή του παραγωγικού και καταναλωτικού προτύπου με στόχο: Την αύξηση της οικονομικής απόδοσης και την καλύτερη διάχυση στο σύνολο της τοπικής οικονομίας μέσα από την αξιοποίηση του τοπικού φυσικού, πολιτιστικού και παραγωγικού κεφαλαίου για παραγωγή ποιοτικών αγαθών και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας με απασχόληση εκπαιδευμένου ανθρώπινου δυναμικού. Τη μείωση του αποτυπώματός του ειδικά σε ό,τι αφορά την κατανάλωση γης και τοπίου, νερού και ενέργειας.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;
Την αντικατάσταση του μοντέλου του «fast» από τον «slow tourism». Να υπογραμμιστεί ότι τα 20 τελευταία χρόνια καταγράφεται μείωση της μέσης διάρκειας παραμονής των επισκεπτών από 10,6 σε 6,3 ημέρες, με αποτέλεσμα να χρειάζονται σχεδόν διπλάσιες αφίξεις για να έχουμε τον ίδιο αριθμό διανυκτερεύσεων με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ο γρήγορος τουρισμός, όπου η selfie έχει σταδιακά αντικαταστήσει τη γνωριμία με τον τόπο και τους ανθρώπους του, πρέπει να δώσει ξανά τη θέση του στον «αργό τουρισμό» λαμβάνοντας μέτρα που θα «επιδοτούν» τη μακρά διάρκεια παραμονής και δεν θα «τιμωρούν» τους λιγότερο εύπορους. Για παράδειγμα τα τέλη παραμονής πρέπει να είναι αντιστρόφως ανάλογα του αριθμού των ημερών παραμονής. Το ίδιο και οι τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων. Η διαμονή σε καταλύματα πολυτελείας θα πρέπει να έχει σημαντικά υψηλότερα τέλη, εκτός αν έχουν πάρει μέτρα για μικρό αποτύπωμα. Τα τέλη εισόδου σε μια πόλη όπως η Βενετία αποδείχτηκαν μη αποτρεπτικά και χρειάζεται να αντικατασταθούν από κλειστό αριθμό επιτρεπόμενων επισκέψεων, όπως οι θέσεις σε ένα θέατρο. Το πρόβλημα είναι ότι δεν χωράνε άλλοι, όχι ότι χωράνε όσοι μπορούν να πληρώσουν.
Ταυτότητα, ποιότητα και slow tourism είναι η βιώσιμη επιλογή.
Γιάννης Σπιλάνης
*Ο Γιάννης Σπιλάνης είναι ομότιμος καθηγητής του τμήματος Περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.
Πηγή: documentonews.gr

Τρίτη, Φεβρουαρίου 17, 2026

Ετικέτες: