Η ελευθερία του ανθρώπου δεν είναι μόνο αξία, αλλά πρέπει να παράγει και αξίες
Οι φωτογραφίες με τους «ορθοστατούντες και ορθοβαδίζοντες» κομμουνιστές της Καισαριανής δεν αποτυπώνουν τίποτα το ανατριχιαστικό. ∆εν έχουν αίμα, δεν έχουν νεκρά σώματα, δεν έχουν βία. Ακόμη και η βία που υπονοείται όταν σε μια φωτογραφία φαίνονται άνθρωποι μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιστορική καταγραφή, η οποία έρχεται μάλιστα στο φως σε μια εποχή που είμαστε εξοικειωμένοι με τη βία.
Τι είναι αυτό στις συγκεκριμένες φωτογραφίες που συνήγειρε και συγκλόνισε ανθρώπους μέσα κι έξω από την Ελλάδα;
Ο θάνατος είναι οριακή κατάσταση και τελικό στάδιο της ζωής. Οταν ένας άνθρωπος φτάνει στον θάνατο βίαια, γνωρίζοντας μάλιστα με ακρίβεια το ραντεβού μαζί του, ότι σε λίγο δεν θα υπάρχει, τότε τα πράγματα δεν κρίνονται μόνο βιολογικά. Η ηθική υπόσταση και η αξιοπρέπεια του μελλοθάνατου είναι τελευταία του συνειδητή ζωτική ένδειξη. Το πώς προσέρχεται κάποιος στον θάνατο που του επιβάλλουν φανερώνει και ποιος είναι και πώς έζησε. Αν ο θάνατος είναι σκληρός, ο επιβεβλημένος και προγραμματισμένος γίνεται σκληρό μέτρο της ανθρώπινης αξίας.
∆εν είναι η αποτύπωση των φρικτών ιστορικών στιγμών λοιπόν που συγκλονίζει. Είναι τα βλέμματα, αυτά τα βλέμματα που κοιτάνε τον φακό. Ξέρουν ποιο είναι το τέλος, αλλά δεν το αντιμετωπίζουν ως τέλος. Είναι σαν να κοιτάνε εσένα, 82 χρόνια μετά, και να ρωτάνε «εσύ τι έκανες;» κι όχι αν και πόσο τους λυπάσαι.
Οι παλιές φωτογραφίες του 1944 δεν είναι απλώς και μόνο οι συγκλονιστικές φωτογραφίες ηρώων που σπανίζουν έτσι κι αλλιώς στην Ιστορία. Είναι το μέλλον που ανανεώνεται μέσα από τα απλά ανθρώπινα υλικά. Τον άνθρωπο που αξιολογεί όσα αξίζουν και θέλει να προσφέρει. Οι κουρελήδες που πάνε για εκτέλεση και περπατάνε προς τον θάνατο όρθιοι. Κι εσύ φοβάσαι μη βρέξει την ώρα που πας να πιεις καφέ.
Στη μορφή τους δεν διακρίνεις κάποια υλικά προδιαγεγραμμένης σπουδαιότητας ούτε την υπόσχεση της αντοχής. ∆ιακρίνεις τον απλό άνθρωπο που πιστεύει πως τη ζωή την ορίζουν οι άνθρωποι και έχουν την ευθύνη της.
Οι «200» επιστρέφουν για να πάρουν το αίμα τους πίσω. ∆εν πρόκειται για κάποια εκδίκηση, αλλά για αιματοδοσία της αλήθειας. Στην Ελλάδα την Ιστορία δεν την έγραψαν οι νικητές, αλλά οι προδότες και συνεργάτες των Γερμανών. Τους εκτελεσμένους στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής παρέδωσαν στους Γερμανούς κατακτητές οι Ελληνες που τους είχαν φυλακισμένους στην Ακροναυπλία για τις ιδέες τους. Οι μαυραγορίτες της Κατοχής και οι δωσίλογοι έγιναν το επίσημο κράτος μετά τον πόλεμο. Τους απορρόφησε ο συμμαχικός αντικομμουνισμός και, για να δικαιολογήσει την ανήθικη νέα συνεργασία, τους έκανε κατ’ απονομή «πατριώτες» . Οσοι απελευθέρωσαν την Ελλάδα βαφτίστηκαν ανθέλληνες και συνέχισαν να φυλακίζονται και να εκτελούνται. Τα πρόσωπα των 200, με τη λεβεντιά, το θάρρος, την αξιοπρέπεια, είναι τα πρόσωπα της πραγματικής ιστορίας που άλλαξαν και κακοποίησαν. Τα βλέμματα που μέσα τους δεν βλέπεις σκοτάδι θανάτου αλλά φως είναι η νίκη των ηττημένων και προδομένων. Την ιστορία την έκρυψαν, αλλά αυτά τα πρόσωπα δεν κρύβονται, λένε αυθόρμητα την αλήθεια.
Παρότι εγγονός ενός από αυτούς τους μετέπειτα εκτελεσμένους, θα αποφύγω την καταγραφή των επιχειρημάτων για την ιστορική αξία των φωτογραφιών και τους συμβολισμούς σε σχέση με τον αγώνα εκείνης της εποχής. Υπάρχει ένας συμβολισμός, σύγχρονος και πολύ σημαντικός.
Οι φωτογραφίες αποκαλύφθηκαν σήμερα σε μια κοινωνία που φοβάται να ζήσει όπως ονειρεύεται, που φοβάται να προσφέρει, που φοβάται να της προσφέρουν, που φοβάται για να φοβάται και φοβάται μη φοβηθεί. Που δεν θέλει να πονέσει, που αρνείται τη συλλογική της φύση, πιστεύοντας ότι έτσι φτιάχνει την προσωπική ασφάλεια και ευτυχία. Στην κοινωνία που θεωρεί ότι αδικία είναι το πέναλτι που δεν σφύριξε υπέρ της ομάδας ο διαιτητής και όχι η αδυναμία της να ζήσει. Που τραβάει σέλφι και καταναλώνει λάικ για ν’ ανέβει στην ιεραρχία της ναρκισσιστικής αυταρέσκειας. Στην κοινωνία όπου το «μαζί» έχει καταλήξει το άθροισμα κάποιας ψευτοευθύνης: να κάνουμε μαζί γιόγκα, μαζί να αυτοβελτιωθούμε, να κλάψουμε ή να ρίξουμε τις ευθύνες στους άλλους μέσα από την εικονική διαδρομή στα «παιδικά τραύματα» και στην πηχτή ανοησία.
Στην κοινωνία αυτή οι φωτογραφίες φέρνουν, με το συναισθηματικό βάρος και τον ισχυρό συμβολισμό, μια άλλη θεώρηση. Η ελευθερία, η ελεύθερη βούληση, τα πράγματα για τα οποία δίνει μάχη ο άνθρωπος πρέπει να έχουν ένα αξιακό φορτίο. Ελευθερία δεν είναι ο «ετσιθελισμός» του καθενός και το «δικαίωμα» δεν υπερασπίζεται έναν αόριστο και εγωιστικό προσωπικό χώρο. Επιπλέον η ευτυχία και ο πόνος του καθενός δεν διαχωρίζονται κατά το δοκούν και δημιουργούνται μέσα στο κοινωνικό σύνολο. ∆εν είναι αποτελέσματα ενδοσκόπησης και μοναχικής πορείας. Αν δεν βελτιωθεί η κοινωνία, ο άνθρωπος θα παραμένει μέσα στο νέφος της προσωπικής αυταπάτης και η συνεχής, πραγματική δυστυχία του θα είναι το κυνήγι της ευτυχίας που δεν φτάνει.
Γύρω από τον άνθρωπο-οπαδό της κατά φαντασίαν ευτυχίας έχει δημιουργηθεί το πλαίσιο της ολοκληρωτικής του εκμετάλλευσης. ∆εν εκμεταλλεύονται μόνο την εργασία του, αλλά το σύνολο της ύπαρξής του και τα συναισθήματά του. Ο ανεκπλήρωτος και αδικαίωτος άνθρωπος προσφεύγει στην προσωπική ερμηνεία και ενοχή, θεωρώντας ότι λύση είναι η αυτοβελτίωση. Ακόμη και η λύση της αυτοβελτίωσης δεν είναι παρά εμπόριο και καταναλωτική παγίδα. Το σύστημα τρέφεται, γεννά αυταπάτες σε ενοχικούς ανθρώπους, οι οποίοι αναζητούν τη λύση όχι στη συλλογική λειτουργία, αλλά στα άδυτα της ψυχής και στο «τραύμα». Ο φαύλος κύκλος καταλήγει στον εξαντλημένο και απογοητευμένο άνθρωπο.
Η ελευθερία του ανθρώπου δεν είναι μόνο αξία, αλλά πρέπει να παράγει και αξίες. Η ευτυχία δεν είναι αυθύπαρκτη και εύκολη βεβαιότητα, ένα δικαίωμα που παράγει η αυθαίρετη θέληση. Εναλλάσσεται με τον πόνο και παράγεται από την προσπάθεια. ∆εν υπάρχει ευτυχία απόκοσμη και αποκοινωνικοποιημένη.
Ο έμπορος ναρκωτικών είναι ικανοποιημένος όταν πουλάει ναρκωτικά, ο παιδόφιλος όταν βιάζει παιδάκια και ο απατεώνας όταν εξαπατά τους άλλους. Η ικανοποίηση περνάει από τα κοινωνικά φίλτρα, αλλά τελικώς έχει πραγματική υπόσταση όταν ανταποκρίνεται σε αξίες που υπηρετούν τον άνθρωπο. Οι επιστήμονες που θαυμάζουμε, οι ήρωες που λατρεύουμε, οι άνθρωποι που αγαπάμε μετριούνται με την προσφορά τους στους άλλους και σε εμάς, όχι πάντως στον εαυτό τους.
Οπως κι αν απλώνεται μπροστά μας η ζωή με τους σύγχρονους συμβολισμούς της, κανένας στο μέλλον δεν θα εκτιμά τον χρηματιστή της Wall Street, τον Ιλον Μασκ ή τον Τζεφ Μπέζος. Θα εκτιμάμε περισσότερο τον άγνωστο πολίτη που έπεσε στη θάλασσα για να σώσει ένα παιδάκι που πνιγόταν. Και τους 200 της Καισαριανής. Τη θυσία και την προσφορά, την αξία και την αυταπάρνηση. Με αυτή την έννοια, η Ιστορία εκδικείται.
Κώστας Βαξεβάνης / koutipandoras.gr

Τρίτη, Φεβρουαρίου 24, 2026

Ετικέτες: