Η κυβέρνηση επιμένει να μιλά για «σταθεροποίηση της οικονομίας». Οι αριθμοί, όμως, λένε μια πολύ διαφορετική ιστορία. Και κυρίως, τη λέει η ίδια η καθημερινότητα. Γιατί ο πληθωρισμός δεν είναι το 5,4% που εμφανίζεται στους επίσημους πίνακες της ΕΛΣΤΑΤ. Ο πραγματικός πληθωρισμός είναι αυτός που συναντά ο πολίτης όταν γεμίζει το ρεζερβουάρ, όταν πληρώνει το σούπερ μάρκετ, όταν ανοίγει τον λογαριασμό ρεύματος ή όταν βλέπει το ενοίκιο και τη δόση του δανείου να καταπίνουν όλο και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του.
Και εκεί, η εικόνα είναι πολύ πιο σκληρή. Μέσα σε μόλις δώδεκα μήνες: η βενζίνη αυξήθηκε κατά 17,1%, το diesel κατά 32,4%, το πετρέλαιο θέρμανσης κατά 53,2%, το ρεύμα κατά 14%, το φυσικό αέριο κατά 19,3%.
Τα βασικά τρόφιμα ακολούθησαν την ίδια πορεία: το μοσχάρι αυξήθηκε κατά 19,2%, τα φρούτα και τα λαχανικά πάνω από 7%, ο καφές σχεδόν 8%, τα γαλακτοκομικά και τα αυγά πάνω από 3%. Και σαν να μην έφταναν αυτά, η στέγη μετατρέπεται πλέον σε οικονομική ασφυξία: τα ενοίκια αυξάνονται 8% έως 12%, ενώ τα στεγαστικά δάνεια έχουν εκτιναχθεί λόγω επιτοκίων, με πολλές οικογένειες να πληρώνουν 100 έως 300 ευρώ περισσότερα κάθε μήνα.
Αν μεταφραστούν όλα αυτά σε πραγματικούς αριθμούς, τότε η εικόνα γίνεται σχεδόν σοκαριστική. Ένα μέσο νοικοκυριό: πληρώνει έως και 1.000 ευρώ περισσότερα τον χρόνο μόνο για καύσιμα, 400 έως 700 ευρώ περισσότερα για τρόφιμα, έως 500 ευρώ παραπάνω για ρεύμα και ενέργεια, και σε πολλές περιπτώσεις πάνω από 1.000 ευρώ επιπλέον για ενοίκιο.
Αν όλα αυτά μεταφραστούν σε πραγματικούς αριθμούς, τότε η εικόνα γίνεται αποκαλυπτική. Ένα μέσο νοικοκυριό μπορεί πλέον να πληρώνει χιλιάδες ευρώ περισσότερα τον χρόνο μόνο και μόνο για να διατηρήσει το ίδιο επίπεδο ζωής που είχε πριν από έναν χρόνο. Για πολλές οικογένειες, η επιβάρυνση ξεπερνά τα 5.000 ευρώ ετησίως. Και αυτό χωρίς να μιλάμε για πολυτέλειες. Μιλάμε για καύσιμα, τρόφιμα, στέγη, ρεύμα — δηλαδή για τα στοιχειώδη. Για οικογένειες με στεγαστικό δάνειο, η συνολική ετήσια επιβάρυνση μπορεί πλέον να φτάνει ή και να ξεπερνά τα 5.000 έως 8.000 ευρώ.
Και εδώ γεννιέται το μεγάλο πολιτικό ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν μια κυβέρνηση να μιλά για «ανάπτυξη» όταν η μεσαία τάξη φτωχοποιείται μήνα με τον μήνα;
Η πραγματικότητα είναι ότι η Ελλάδα ζει μια ιδιότυπη κρίση αγοραστικής δύναμης. Οι μισθοί αυξάνονται με ρυθμούς πολύ χαμηλότερους από το πραγματικό κόστος ζωής, ενώ συχνότατα όσοι λαμβάνουν τις αυξήσεις φορολογούνται και περισσότερο στο τέλος του οικονομικού έτους. Το διαθέσιμο εισόδημα εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας. Και η κοινωνία αρχίζει να λειτουργεί με όρους διαρκούς οικονομικής ανασφάλειας.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η κυβερνητική πολιτική μοιάζει περισσότερο διαχειριστική παρά ουσιαστική. Αντί για γενναίες παρεμβάσεις στην αγορά, επιλέγονται προσωρινά pass, περιορισμένα επιδόματα, και στοχευμένες ενισχύσεις που λειτουργούν περισσότερο επικοινωνιακά παρά δομικά. Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικά πολιτικό κομμάτι της υπόθεσης.
Διότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οι κυβερνήσεις επέλεξαν να παρέμβουν επιθετικά: μείωσαν φόρους στα καύσιμα και τον ΕΦΚ, περιόρισαν τον ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα, πίεσαν ενεργειακές εταιρείες, έβαλαν φρένο σε υπερκέρδη και προσπάθησαν να συγκρατήσουν τις τιμές πριν φτάσουν στον καταναλωτή.
Στην Ελλάδα, η επιλογή ήταν διαφορετική. Αντί για παρεμβάσεις στην αγορά, επιλέχθηκαν επιδόματα που περισσότερο διαχειρίζονται την οργή της κοινωνίας, στα χαμηλότερα στρώματα, παρά αντιμετωπίζουν την αιτία (και την ουσία) του προβλήματος. Η τιμή στην αντλία παραμένει υψηλή. Το ρεύμα παραμένει ακριβό. Το σούπερ μάρκετ συνεχίζει να πιέζει το οικογενειακό εισόδημα. Το κράτος απλώς επιστρέφει ένα μικρό μέρος της απώλειας, χωρίς ποτέ να αλλάζει πραγματικά τους όρους του παιχνιδιού. Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της σημερινής οικονομικής πολιτικής: ότι αντιμετωπίζει την ακρίβεια σαν ένα επικοινωνιακό ζήτημα διαχείρισης και όχι σαν μια βαθιά κρίση αγοραστικής δύναμης.
Η καθημερινότητα που δεν μετριέται σε ποσοστά
Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι πολίτες δεν μετρούν την οικονομία με ποσοστά. Τη μετρούν με το αν ο μισθός φτάνει μέχρι το τέλος του μήνα. Με το αν μπορούν να γεμίσουν το ρεζερβουάρ χωρίς δεύτερη σκέψη. Με το αν μπορούν να πάνε στο σούπερ μάρκετ χωρίς να κάνουν συνεχώς υπολογισμούς. Με το αν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιο ή τη δόση χωρίς να φοβούνται τον επόμενο μήνα.
Και σήμερα, ολοένα και περισσότεροι Έλληνες αισθάνονται ότι αυτή η δυνατότητα χάνεται. Γι’ αυτό και ο πραγματικός πληθωρισμός δεν βρίσκεται στους πίνακες της ΕΛΣΤΑΤ και το 3.9% του Μαρτίου και το 5,4% του Απριλίου. Και ίσως το πιο ανησυχητικό είναι ότι η κυβέρνηση αποφεύγει συστηματικά τις παρεμβάσεις που έχουν εφαρμόσει πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Με δυο λόγια, δεν μειώνει ουσιαστικά τους έμμεσους φόρους στα καύσιμα, δεν προχωρά σε δραστική μείωση ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα, δεν παρεμβαίνει επιθετικά στην αγορά ενοικίων, δεν πιέζει αποτελεσματικά τις τράπεζες για τις δόσεις στεγαστικών δανείων και Δεν δημιουργεί πραγματικό μηχανισμό ελέγχου της ακρίβειας στην αλυσίδα λιανικής.
Αντίθετα, μεταφέρει διαρκώς το βάρος στον καταναλωτή. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της σημερινής οικονομικής πολιτικής: ότι αντιμετωπίζει την ακρίβεια σαν ένα προσωρινό φαινόμενο διαχείρισης και όχι σαν μια βαθιά κοινωνική κρίση, ενώ επιμένει στην φορολόγηση.
Τα φορολογικά έσοδα του κράτους αυξήθηκαν περίπου κατά 20–22 δισ. ευρώ μέσα σε τέσσερα χρόνια, δηλαδή άνοδος που έφτασε πέρυσι το 40%–45% σε σχέση με το 2021, σε μία αύξηση εξαιρετικά μεγάλη για ευρωπαϊκή οικονομία σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Και από αυτό το ιλιγγιώδες ποσό, ο ελληνικό λαός ανταμείφτηκε με fuel και market passes για τους αδύναμους…
Πηγή: Παύλος Γεωργίου / topontiki.gr

Τετάρτη, Μαΐου 13, 2026



Ετικέτες: